«Μην ανοίγεις το στόμα σου και την καρδιά σου στον καθένα, στους χίλιους κι αν ένας καταλάβει...»

Αγ. Σεραφείμ του Σάρωφ


Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

25/02/10


Ειρηνικοί Αφρικανοί (λαθρο) Μετανάστες;Ή πρώην «παιδιά στρατιώτες» έτοιμοι για όλα;….

γράφει ο Γιώργος Ανεστόπουλος

«…Ο λόχος μου ήταν η οικογένειά μου…το όπλο μου ήταν ο εγγυητής και προστάτης μου…
…και ο κανόνας μου ήταν σκότωσε ή θα σκοτωθείς…
…Δεν ένοιωθα οίκτο για κανέναν…
…Η παιδική μου ηλικία είχε χαθεί χωρίς να το ξέρω…»

(λόγια ενός Αφρικανού δωδεκάχρονου Παιδιού – Στρατιώτη)

Το βιβλίο «Επιστροφή στη ζωή» του Ισμαήλ Μπεά είναι ένα φρικιαστικό βιβλίο. Ταυτόχρονα είναι ένα εξαίρετο βιβλίο.
Γιατί περιγράφει σε όλη την ωμότητά της και χωρίς φτιασιδώματα μια πραγματικότητα Βίας και Αίματος.
Αυτήν που ζουν ανέκαθεν στην Αφρική. Αλλά  και αυτή που συστηματικά κι επίμονα «κάποιοι χτίζουν» και στην Δύση (με κορωνίδα την Ελλάδα).
Μιλάει για την πραγματικότητα του (Αφρικανικού) πολέμου που συστηματικά όχι μόνον απομακρύνει  τα παιδιά από την παιδική τους ηλικία αλλά συνειδητά διαστρεβλώνει αυτήν ακριβώς την «παιδική φύση».
Μια πραγματικότητα που αφού τους στερεί βάναυσα την οικογένεια, κατόπιν «χτίζει» πάνω σ’ αυτό το σοκ την νοσηρή διαιώνιση των ανόητων πρωτόγονων πολέμων τους.


Για την ακρίβεια, μεταλλάσσει – με φαουστική μαεστρία - την  παιδική ψυχή σε εγκληματική φύση.
Μετά από αυτό το βιβλίο, όχι μόνο δεν φαντάζουν περίεργες οι «σφαγές με τα χατζάρια» των Αφρικανών της Μαινάνδρου αλλά περιμένεις πλέον τα «πολύ χειρότερα».

Στο βιβλίο αυτό,  «ένα παιδί στρατιώτης – ο συγγραφέας του - θυμάται»…
Θυμάται με φρίκη και μεταδίδει αυτήν ακριβώς τη φρίκη στον «Δυτικό προοδευτικό πολίτη»…
Μια πλευρά της φρίκης του πολέμου, για την ακρίβεια, που μάλλον δεν φαντάζεται αυτός ο «αιθεροβάμων Πολίτης του Βορρά».
Βλέπεις, οι πολεμικές ταινίες δείχνουν ενήλικες καλογυμνασμένους, είτε κυβερνητικούς, είτε αντάρτες, να πυροβολούν ασταμάτητα ο ένας εναντίον του άλλου και συνήθως οι (λίγοι) νεκροί είναι πάλι από τις τάξεις των ενηλίκων και κυρίως των μάχιμων.
Καμιά φορά η οθόνη κάνει χώρο και για κανέναν άμαχο νεκρό.
Δεν μας δείχνουν όμως το τι μπορεί να κάνει μια αγέλη από δωδεκάχρονα παιδιά ποτισμένα από το φόβο, την πείνα, τους βιασμούς, τα ναρκωτικά, τις απειλές, το μίσος και την οργή.
Ο παραπάνω δε, «Homo proodeuticus» έχει την «ουμανιστική ψευδαίσθηση» πως τα παραπάνω παιδιά αρκεί να τα δεχτείς στο Βορρά για …ν’ αλλάξει ως δια μαγείας η «ψυχολογία» τους και η «πολεμική ψυχοκινητική» τους (βλ. «θανάσιμη αντίδραση») έναντι των πάντων.
Ο συγγραφέας έζησε σαν παιδί στρατιώτης την ανείπωτη φρίκη ενός ανορθόδοξου  πολέμου χωρίς Ηθική, Ανώτερα Ιδανικά και Τιμή που δεν σέβεται ούτε τα παιδιά.
Από την μια μέρα στην άλλη βρέθηκε από την ήσυχη οικογενειακή ρουτίνα στην δίνη του εμφύλιου πολέμου στη Σιέρα Λεόνε το 1993.
Είδε να καταστρέφονται το ένα χωριό μετά το άλλο, είδε χιλιάδες νεκρούς, από μωρά μέχρι ηλικιωμένους, έζησε ορφανός μαζί με λίγα ακόμη παιδιά την πείνα και τις στερήσεις κυνηγημένος  σε ζούγκλες, χωριά και πόλεις από αντάρτες αλλά και τους πολίτες της υπαίθρου που είχαν μάθει να φοβούνται τις «αγέλες των πεινασμένων ανήλικων παιδιών». (Την στιγμή που οι ίδιοι οι «δικοί τους συμπολίτες» τους «διώχνουν τρομοκρατημένοι», κάτι «συμβαίνει». Κάτι γνωρίζουν για την «αδίστακτη ψυχοσύνθεση» αυτών των ανθρώπων. «Κοινωνική Επανένταξη, βοήθεια κι αποκατάσταση» λοιπόν, ναι, αλλά στον τόπο τους κι όχι «αλλού». Όχι στο Βορρά. Ειδάλλως, απλώς τους επιτρέπεται να κάνουν «εξαγωγή των φονικών τους απωθημένων, ηθών και συνηθειών» μεταφέροντας αυτό το εφιαλτικό σκηνικό και «αλλού»).
Μέχρι που μια μέρα σ’ ένα χωριό όπου είχαν βρει καταφύγιο με τα υπόλοιπα παιδιά, ο κυβερνητικός στρατός ζήτησε (ουσιαστικά «απαίτησε») για μια ακόμη πολλοστή φορά εθελοντές ακόμη και από τις τάξεις αυτών των πεινασμένων ορφανών παιδιών.
Εάν αρνούνταν θα έπρεπε να εγκαταλείψουν το χωριό ξεκινώντας άλλη μια οδυνηρή προσφυγική φυγή πείνας, φόβου και στερήσεων.
Το δίλημμα σαφές, ωμό και αποτελεσματικό.
Από την μια η πείνα κι από την άλλη στην στρατιωτική ομάδα θα είχε – τουλάχιστον - φαγητό, συντρόφους, προστασία, σκοπό.
Η απόφαση ήρθε μόνη της.


Από «Παιδί»… «Στρατιώτης»….

Από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε δωδεκάχρονος στρατιώτης ζωσμένος τις δεσμίδες και το μαχαίρι κρατώντας το Καλάσνικωφ.
Έκτοτε έκανε κι αυτός έκτροπα.
Σκότωσε βάναυσα κι επανειλημμένα συμμετέχοντας σε πάρα πολλές μάχες κι επιβιώνοντας.
Το ντοπάρισμά του για να μην σκέπτεται, να μην νοιώθει και να μπορεί άφοβα κι αδίστακτα να συνεχίζει αυτή την πορεία αίματος ήταν τα άφθονα ναρκωτικά.

Απολύτως αντιπροσωπευτικό είναι το παρακάτω απόσπασμα:

«…Μερικές φορές μας ζητούσαν να φύγουμε για τη μάχη στη μέση μιας (πολεμικής πάντα) ταινίας. Επιστρέφαμε, ύστερα από ώρες, έχοντας σκοτώσει πολλούς ανθρώπους και συνεχίζαμε την ταινία , σαν να είχαμε μόλις γυρίσει από το διάλειμμα.  Άλλοτε βρισκόμασταν στην πρώτη γραμμή, άλλοτε βλέπαμε κάποια πολεμική ταινία ή παίρναμε ναρκωτικά. Δεν υπήρχε χρόνος για να μείνεις μόνος σου ή να σκεφτείς. Όταν κουβεντιάζαμε μεταξύ μας, μιλούσαμε μόνο για τις πολεμικές ταινίες και το πόσο μας είχε εντυπωσιάσει ο τρόπος που είχε σκοτώσει κάποιον ο υπολοχαγός, ο δεκανέας ή ένας από μας. Ήταν σαν να μην υπήρχε τίποτε άλλο πέρα από τη δική μας πραγματικότητα….
…Το πρωί, μετά την ομιλία του υπολοχαγού, αρχίσαμε να σκοτώνουμε τους αιχμαλώτους με τον τρόπο που το είχε κάνει ο υπολοχαγός. Υπήρχαν πέντε αιχμάλωτοι και πολλοί πρόθυμοι υποψήφιοι εκτελεστές. Έτσι, γι’ αυτή τη δολοφονική επίδειξη ο δεκανέας διάλεξε μερικούς από μας – μαζί κι εμένα. Οι πέντε άνδρες ήταν παραταγμένοι στο πεδίο εκπαίδευσης, σε μια σειρά μπροστά μας, με τα χέρια δεμένα. Υποτίθεται ότι θα τους σκίζαμε το λαιμό με την ξιφολόγχη, όπως είχε κάνει νωρίτερα ο υπολοχαγός. Εκείνος του οποίου ο αιχμάλωτος πέθαινε πιο γρήγορα, κέρδιζε τους άλλους. Είχαμε βγάλει τις ξιφολόγχες μας και υποτίθεται ότι θα κοιτούσαμε τους αιχμαλώτους στο πρόσωπο, ενώ θα τους στέλναμε στον άλλο κόσμο. Είχα ήδη καρφώσει τα μάτια μου στον δικό μου κρατούμενο. Η φάτσα του είχε πρηστεί από το ξύλο που είχε φάει…Δεν είχα κανένα συναίσθημα απέναντί του, ούτε και πολυσκεφτόμουν τι έκανα. Περίμενα μόνο την εντολή του δεκανέα. Ο αιχμάλωτος δεν ήταν παρά άλλος ένας αντάρτης, που είχε ευθύνη για το θάνατο της οικογένειάς μου, όπως είχα καταλήξει να πιστεύω…
…Ο δεκανέας έδωσε το σύνθημα με έναν πυροβολισμό. Άρπαξα το κεφάλι του τύπου και του έκοψα το λαιμό με μια αβίαστη κίνηση. Το καρύδι του μπήκε εμπόδιο στην πορεία του κοφτερού μαχαιριού μου. Του το έβγαλα με την οδοντωτή πλευρά της ξιφολόγχης. Τα μάτια του γύρισαν ανάποδα και με κοίταξαν κατάματα, πριν παγώσουν σε μια φοβισμένη έκφραση, σαν από έκπληξη. Ο κρατούμενος έριξε το βάρος του πάνω μου, ενώ άφηνε την τελευταία του πνοή. Τον έριξα στο χώμα και σκούπισα την ξιφολόγχη μου πάνω του….Αναφέρθηκα στο δεκανέα που κρατούσε χρονόμετρο. Τα κορμιά των υπόλοιπων αιχμαλώτων πάλευαν στα χέρια των άλλων αγοριών και μερικοί έτρεμαν για λίγο ακόμη στο έδαφος…Με ανακήρυξαν νικητή και μου έδωσαν το βαθμό του μικρού υπολοχαγού. Γιορτάσαμε τις επιτυχίες εκείνης της μέρας με περισσότερα ναρκωτικά και περισσότερες πολεμικές ταινίες….»(σ.180-182).

Μια μέρα, κάποιο πρόγραμμα του ΟΗΕ για τα παιδιά στρατιώτες τον απέσπασε από το λόχο του και τον ενέταξε – ουσιαστικά δια της βίας – στα προγράμματα επανένταξης.
Βίωσε κι αυτός και όλα τα υπόλοιπα παιδιά αυτών των προγραμμάτων, απίστευτης έντασης σύνδρομα στέρησης, αντέδρασαν ξανά και ξανά με παραβατική συμπεριφορά που έφτασε ως την θανάτωση και τον τραυματισμό ανθρώπων του «Προγράμματος Επανένταξης».
Σκότωσαν φρουρούς τους. Τραυμάτισαν σοβαρά δασκάλους τους και νοσηλευτικό προσωπικό. Άλλος είχε φέρει μαζί του στο «Πρόγραμμα» κρυφά ξιφολόγχη, άλλος χειροβομβίδα.
Στο τέλος, μέσα από αυτό το «Πρόγραμμα επανένταξης του ΟΗΕ» το παραπάνω παιδί – Στρατιώτης  βρέθηκε στις  ΗΠΑ μετανάστης. Όπως και πολλοί άλλοι. Μετανάστες παντού στο Βορρά. Με «άδηλο μέλλον». Αλλά «γνωστά προσόντα».
Κάποιοι άλλοι αντέδρασαν με σφοδρότητα στο Πρόγραμμα και ξαναγύρισαν στους Λόχους τους για να συνεχίσουν να κάνουν το μόνο πράγμα που εθίστηκαν να κάνουν καλά. Να πολεμάνε και να σκοτώνουν. Να παίρνουν ναρκωτικά, να βιάζουν και να βιάζονται. Να ακρωτηριάζουν και να ακρωτηριάζονται. Να διαπρέψουν στο εμπόριο ναρκωτικών, όπλων και λευκής σαρκός.
(Συνεργαζόμενοι βεβαίως με τους «δικούς τους που μετανάστευσαν στο Βορρά»).
Άλλωστε, μιλάμε για έναν απέραντο τόπο με χιλιάδες φυλές,  όπου η κάθε Φυλή κάθε τρεις και λίγο κάνει «Κίνημα», καταλαμβάνει την εξουσία και κατασφάζει όλες τις υπόλοιπες Φυλές. Σφαγή, όπου συστηματικά χρησιμοποιούνται παιδιά – στρατιώτες.
Παιδιά – Στρατιώτες που κατά πως φαίνεται είναι ο Κανόνας και όχι η… Εξαίρεση.
Δουλειά λοιπόν υπήρχε εξασφαλισμένη εκεί και μάλιστα άφθονη. Ο «πατροπαράδοτος Αφρικανικός Τρόπος Ζωής της Βίας και του Αίματος» δεν κινδύνευε. Θα διαιωνιζόταν με ασφάλεια.
Για να συνεχίσει να παράγει σοβαρότατα προβλήματα για όλη την ανθρωπότητα.



Η (ανύπαρκτη) Σύμβαση της Γενεύης…
                                      
Η Σύμβαση της Γενεύης (υποτίθεται πως) απαγορεύει την στρατολόγηση κάτω των δεκαπέντε ετών.
Το 2002 το όριο αυτό έγινε αυστηρότερο ανεβαίνοντας στα δεκαοχτώ.
Εις μάτην όμως εφόσον αυτή τη στιγμή – επίσημα - περίπου 300,000 παιδιά εξακολουθούν να συμμετέχουν σε διάφορους πολέμους ανά τον κόσμο. Ανεπίσημα βεβαίως, είναι κατά πολύ περισσότερα.
Κυρίως στην Αφρική, αλλά όχι μόνο. Παρόμοια  συμβαίνουν και στο Αφγανιστάν, στη Σρι Λάνκα, την Κολομβία και αλλού φυσικά.
Στρατολογούνται μέχρι και παιδιά οχτώ ετών – ενίοτε ακόμη και μικρότερα.
Και να μην ξεχνάμε τα παιδιά των ανά τον Τρίτο Κόσμο Φαβέλων και την ενεργό συμμετοχή τους στον καθημερινό πόλεμο της εγκληματικότητας.
(Όλα τους, υποψήφιοι αδίστακτοι και αποφασισμένοι για όλα στρατιώτες του Τρίτου Κόσμου κατά του Βορρά).
Η παγκόσμια κοινή γνώμη κινητοποιήθηκε μόλις το 1996 όταν δημοσιοποιήθηκε το παραπάνω υψηλό ποσοστό παιδιών στρατιωτών στα εμπόλεμα μέτωπα.
Παρά την κινητοποίηση του ΟΗΕ όμως αυτή η νοσηρή κατάσταση καλά κρατεί.
Βλέπεις, τα παιδιά θεωρούνται εν πολλοίς ιδανικοί στρατιώτες αφού επιδεικνύουν μεγαλύτερη αντοχή, είναι πιο υπάκουα και χρειάζονται λιγότερη τροφή και νερό από τους ενήλικες.
Κατά κανόνα προέρχονται από φτωχές και περιθωριακές κοινωνικές ομάδες, συνήθως δε, έχουν χάσει γονείς και συγγενείς τους.
Είναι πιο εύκολα «χειραγωγήσιμα».
Προτιμούνται τα αγόρια, χωρίς να αποκλείονται εντελώς και τα κορίτσια.
Άλλοτε είναι μάχιμοι στρατιώτες, άλλοτε χρησιμοποιούνται σε βοηθητικούς ρόλους όπως αχθοφόροι, κατάσκοποι, αγγελιαφόροι, ανιχνευτές, θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης, ανθρώπινες ασπίδες, όργανα προπαγάνδας κλπ.
Το θλιβερό ρεκόρ ανήλικων στρατιωτών ανήκει στη Σιέρα Λεόνε, αφού από το 1991 στρατολογήθηκαν – επίσημα πάντα - τουλάχιστον 4,500 παιδιά. Ανεπίσημα, πολύ πολύ περισσότερα βεβαίως. (Πόσους λαθρομετανάστες έχουμε κάθε χρόνο από εκεί, είπαμε;)
Μόλις τον Ιούνιο του 2007 το Ειδικό Δικαστήριο του ΟΗΕ για τη Σιέρα Λεόνε επέβαλλε καταδίκες «εγκλημάτων πολέμου» συμπεριλαμβανομένης της στρατολόγησης παιδιών. Ήταν η πρώτη καταδίκη διεθνώς σε επίπεδο ΟΗΕ και δη ιστορικά. Κι αυτό καταδεικνύει την ευθύνη του διεθνούς οργανισμού και κατ’ επέκταση της διεθνούς κοινότητας για τη νοσηρή αυτή κατάσταση.
Παρ’ όλα τα διεθνή και τοπικά προγράμματα ενάντια στην στρατολόγηση παιδιών καθώς και τα προγράμματα επανένταξης, σε δεκατρείς χώρες συνεχίζουν να στρατολογούνται παιδιά.
Οι χώρες αυτές φυσικά είναι γνωστές στον ΟΗΕ.

Είτε έτσι, είτε αλλιώς, ο Τρίτος Κόσμος, μέσα στην εξαθλίωσή του, συστηματικά «χτίζει» έναν απέραντο αδίστακτο στρατό και μέρα τη μέρα εισβάλλει στο Βορρά μέσω του Διεθνούς εμπορίου του Τρόμου (εμπόριο ναρκωτικών, όπλων, λευκής σαρκός) και του δούρειου ίππου της λαθρομετανάστευσης.

Μετά από τέτοιες διαπιστώσεις, ουδείς δικαιούται να παριστάνει ότι «δεν γνώριζε».
Ο «αθώος αφρικανός» ή «ισλαμιστής» ή τριτοκοσμικός που έρχεται (λαθρο)μετανάστης φέρει πίσω του και μέσα του μια ολόκληρη «Γραμμή Βίας και Αίματος».
Διδάχτηκε – πληρώνοντας σε αίμα τα δίδακτρα - από τις βίαιες συνθήκες του τόπου του, που στην κυριολεξία είναι η «Σκοτεινή Κοιλάδα του Αίματος», να είναι αδίστακτος.
Διδάχτηκε πως η επιβίωση κερδίζεται μόνον με το αίμα και πως κάθε ψυχή γύρω του είναι εχθρός που τον επιβουλεύεται.

Όταν λοιπόν θα ξεκινήσει στην Ελλάδα ο Μεγάλος Κύκλος του Αίματος, κανείς να μην τολμήσει να ισχυριστεί πως «δεν γνώριζε». Πως «δεν φανταζόταν το χειρότερο που θα ερχόταν».
(Καθ’ ότι συνηθίζεται τελευταία αυτή η ανόητη προκλητική δικαιολογία από τα χείλη των καθεστωτικών πολιτικών).

Να είναι μόνον έτοιμοι να αντιμετωπίσουν στο πετσί τους τις «συνέπειες».

Και στις εποχές του Τρόμου, της Βίας και του Αίματος (που αυτοί μας φέρνουν), φαντάζονται βεβαίως τι μορφή θα έχουν αυτές οι «Συνέπειες», έτσι;

Γιώργος Ανεστόπουλος