«Μην ανοίγεις το στόμα σου και την καρδιά σου στον καθένα, στους χίλιους κι αν ένας καταλάβει...»

Αγ. Σεραφείμ του Σάρωφ


Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Ένοπλη Βία:η τακτική του "Μοναχικού Λύκου"




  Ramón Spaaij







"...συνδέεται στενά με την έννοια της ακέφαλης αντίστασης, όπου ένα άτομο (ένας «μοναχικός λύκος») ή ένας μικρός πυρήνας εμπλέκεται σε ενέργειες βίας εναντίον του κράτους χωρίς άμεση εξωτερική εντολή ή ιεραρχία. Η απειλή της επίθεσης αυτού του είδους επισημαίνεται σε μια πρόσφατη έκθεση της Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ (2009), η οποία περιγράφει «τους μοναχικούς λύκους και τους μικρούς τρομοκρατικούς πυρήνες που υιοθετούν τη βίαιη ακροδεξιά ιδεολογία» ως «την πιο επικίνδυνη εσωτερική τρομοκρατική απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες».
..."


Οι μαζικές δολοφονίες στη Νορβηγία το απόγευμα της 22ας Ιουλίου 2011 ενσάρκωσαν την απειλή που συνιστούν οι πράξεις της ακροδεξιάς τρομοκρατίας. Εκείνη τη μοιραία μέρα, ένας αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός κρυμμένος σε ένα αυτοκίνητο εξερράγη στην καρδιά του κυβερνητικού επιτελείου στο Όσλο, σκοτώνοντας οκτώ ανθρώπους. Δυο ώρες μετά την έκρηξη, ένας οπλισμένος άντρας μεταμφιεσμένος σε αστυνομικό άνοιξε πυρ/άρχισε να πυροβολεί στην καλοκαιρινή κατασκήνωση συνδικαλιστών της ένωσης νεολαίας AUF του νορβηγικού Εργατικού Κόμματος, στο νησί Ουτόγια, που βρίσκεται 32 χιλιόμετρα έξω από το Όσλο. Οι πυροβολισμοί κόστισαν τελικά 69 ζωές, ανεβάζοντας το σύνολο των νεκρών σε 77.

Ο 32χρονος δράστης  Άντερς Μπέρινγκ Μπρέιβικ, ομολόγησε ότι διέπραξε και τις δυο επιθέσεις και, σύμφωνα με το νορβηγικό ποινικό δίκαιο, του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για τρομοκρατικές ενέργειες.Σε αυτές συμπεριλαμβάνεται η αποσταθεροποίηση/υπονόμευση των καίριων λειτουργιών της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης και της κυβέρνησης, κι ο εκφοβισμός του πληθυσμού. Λίγες ώρες πριν από τις επιθέσεις, ο Μπρέιβικ δημοσίευσε ένα μανιφέστο 1.517 σελίδων στο Ίντερνετ, στο οποίο αιτιολογούσε τη σφαγή, λέγοντας ότι ήταν «αναγκαία» για να σώσει την Νορβηγία και την Ευρώπη από τους Μουσουλμάνους μετανάστες και, ειδικότερα, για την τιμωρία του πολιτικού κατεστημένου της χώρας του επειδή αποδέχτηκε την πολυπολιτισμικότητα.


Η χωρίς ηγεσία/ακέφαλη αντίσταση και η άκρα δεξιά


Η ακροδεξιά τρομοκρατία δεν αποτελεί νέο φαινόμενο (Bjorgo 1995:Merkl & Weinberg 2003), ωστόσο η φύση της έχει αλλάξει σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Μια βασική αλλαγή, η οποία υπογραμμίζεται από τις επιθέσεις της 22ης Ιουλίου είναι ότι η τρομοκρατία της άκρας δεξιάς συνδέεται στενά με την έννοια της ακέφαλης αντίστασης, όπου ένα άτομο (ένας «μοναχικός λύκος») ή ένας μικρός πυρήνας εμπλέκεται σε ενέργειες βίας εναντίον του κράτους χωρίς άμεση εξωτερική εντολή ή ιεραρχία. Η απειλή της επίθεσης αυτού του είδους επισημαίνεται σε μια πρόσφατη έκθεση της Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ (2009), η οποία περιγράφει «τους μοναχικούς λύκους και τους μικρούς τρομοκρατικούς πυρήνες που υιοθετούν τη βίαιη ακροδεξιά ιδεολογία» ως «την πιο επικίνδυνη εσωτερική τρομοκρατική απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες».


Η έννοια της ακέφαλης αντίστασης χρονολογείται τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν οι ακροδεξιοί εξτρεμιστές στις ΗΠΑ άρχισαν να ενθαρρύνουν τους ομολόγους τους να ενεργήσουν αποφασιστικά και μόνοι εναντίον του κράτους. Η δέσμευση για μοναχική δράση βρισκόταν σε αντίθεση με τη σχετικά άκαμπτη, συγκεντρωτική διοικητική δομή πολλών τρομοκρατικών ομάδων της εποχής, οι οποίες θεωρείτο ότι μπορούσαν εύκολα να ανιχνευθούν, να γίνει διείσδυση σ’ αυτές και να υποστούν την δίωξη του κράτος. Η ιδέα αυτή διαδόθηκε από τον «Klansman» Louis Beam, ο οποίος συνδεόταν με την οργάνωση Aryan Nations που υποστηρίζει την ακέφαλη αντίσταση ως μια στρατηγική για την καταστροφή των ακροδεξιών παραστρατιωτικών ομάδων από τις αμερικανικές υπηρεσίες που εφαρμόζουν το νόμο. Σύμφωνα με το όραμα του Beam (1992), «όλα τα άτομα και οι ομάδες λειτουργούν ανεξάρτητα μεταξύ τους και δεν λογοδοτούν ποτέ σε κάποιο κεντρικό επιτελείο ή σε έναν μοναδικό ηγέτη προκειμένου να λάβουν εντολές ή οδηγίες». Ο Beam συνεχίζει: «Είναι καθήκον κάθε πατριώτη να κάνει τη ζωή του τυράννου άθλια. Όταν κάποιος αποτυγχάνει, δεν αποτυγχάνει μόνο ο ίδιος αλλά και ο λαός του». Αυτή η αντίληψη μεταθέτει την ικανότητα και την υπευθυνότητα από την ομάδα στο άτομο ή στην αυτόνομη συλλογικότητα. Ο Beam και άλλοι ακροδεξιοί εξτρεμιστές, συμπεριλαμβανομένοι, για παράδειγμα ο Tom Metzger και ο Alex Curtis, ενθάρρυναν ομοϊδεάτες τους να προβαίνουν σε επιθέσεις ως μοναχικοί λύκοι προκειμένου να ανατρέψουν ένα υποτιθέμενο διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα και να το αντικαταστήσουν με τη νέα τάξη τους.


Τα τελευταία χρόνια, αρκετοί Ευρωπαίοι ακροδεξιοί εξτρεμιστές επηρεάστηκαν από την πρόσκληση για επιθέσεις μοναχικών λύκων. Το 1999, ο Βρετανός νεο-Ναζί David Copeland πραγματοποίησε μια βομβιστική εκστρατεία δυο εβδομάδων που στόχευε εναντίον των κοινοτήτων των Μαύρων, των Ασιατών και των ομοφυλόφιλων του Λονδίνου. Για πάνω από τρία διαδοχικά Σαββατοκύριακα, ο Copeland τοποθέτησε εκρηκτικούς μηχανισμούς σε δημόσιους χώρους. Η πρώτη βόμβα εξερράγη έξω από ένα σουπερμάρκετ στο Brixton, μια περιοχή που έχει πολλούς μαύρους και εθνικές μειονότητες. Η δεύτερη βόμβα εξερράγη έξω από το Brick Lane, στο Ανατολικό Λονδίνο, στο οποίο υπάρχει μια μεγάλη κοινότητα από την Νότια Ασία. Η τρίτη και τελευταία βόμβα εξερράγη στην πολυσύχναστη παμπ Admiral Duncan, στο Σόχο, ένα σημείο συνάντησης της ομοφυλόφιλης κοινότητας του Λονδίνου. Από τις επιθέσεις σκοτώθηκαν συνολικά τρία άτομα, μεταξύ των οποίων μια έγκυος, και τραυματίστηκαν άλλα 129. Μια δεκαετία μετά, ο νέο-ναζί Neil Lewington μπήκε φυλακή για τον σχεδιασμό μιας τρομοκρατικής επίθεσης με ρατσιστικά κίνητρα, αφού πρώτα τον έπιασαν με δυο αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό στην Αγγλία. Ο Lewington φέρεται να ήθελε να μιμηθεί τον David Copeland, καθώς και τον Timothy Mc Veigh, που η βομβιστική επίθεσή του, το 1995, στο Οκλαχόμα Σίτυ κόστισε 168 ζωές.


Ο Άντερς Μπρέιβικ, ο κατηγορούμενος δράστης των επιθέσεων στη Νορβηγία, μοιάζει να εμπνεύστηκε και αυτός από την έννοια της ακέφαλης αντίστασης. Στο μανιφέστο του, ο Μπρέιβικ σημειώνει ότι σχεδίασε και εκτέλεσε την επίθεση χωρίς άμεση εξωτερική εντολή ή υποστήριξη, ενώ αναφέρεται επίσης στη σχέση του με μια ευρύτερη ομάδα που ενθαρρύνει άλλους μοναχικούς λύκους και μικρούς πυρήνες σε όλη την Ευρώπη να εκτελούν παρόμοιες επιθέσεις. Σύμφωνα με τον Μπρέιβικ (2011: 830), αυτοί οι πυρήνες είναι «εντελώς άγνωστοι στους εχθρούς μας» και υπάρχει «ελάχιστη πιθανότητα να αποκαλυφθούν». Συστήνει στους μοναχικούς λύκους «να μην έχουν διασυνδέσεις με «εξτρεμιστικά δίκτυα» ή εξτρεμιστικά δεξιά κινήματα για προφανείς λόγους», δηλαδή, «να παραμένουν κρυμμένοι». Σε αυτό το πλαίσιο η Europol και άλλοι ευρωπαϊκοί φορείς επιβολής του νόμου προειδοποιούν ότι οι τρομοκρατικές επιθέσεις των μοναχικών λύκων, συχνά, είναι πολύ δύσκολο να εμποδιστούν.


Ο ρόλος του Διαδικτύου


Ένα άλλο βασικό συμπέρασμα που μπορούμε να συνάγουμε από τις πρόσφατες επιθέσεις στη Νορβηγία είναι ότι το Ίντερνετ έχει γίνει ένα πρακτικό μέσο για την διάδοση και τη μετάδοση ριζοσπαστικού υλικού, παρέχοντας στα άτομα άμεση πρόσβαση σε μια κοινότητα ομοϊδεατών από όλο τον κόσμο, με τους οποίους μπορούν να συνδέονται, όπως και σε ένα μεγάλο όγκο ακροδεξιού και επιχειρησιακού υποστηρικτικού υλικού, όπως ηλεκτρονικά εγχειρίδια για την κατασκευή βομβών (η ποιότητα των οποίων ποικίλλει σημαντικά). Ο Άντερς Μπρέιβικ είχε δραστηριοποιηθεί σε ακροδεξιό φόρουμ στο Ίντερνετ και σε ιστοσελίδες. Παρακολουθούσε στενά τις ηλεκτρονικές δηλώσεις και τα μπλογκς πολλών ακροδεξιών στοχαστών, επικοινωνούσε άμεσα με ορισμένους από αυτούς και αργότερα τους ανέφερε στο μανιφέστο του. Ο Μπρέιβικ έστειλε το μανιφέστο του σε πολλές ηλεκτρονικές διευθύνσεις και ανήρτησε ένα δωδεκάλεπτο βίντεο στο Ίντερνετ στο οποίο ανέπτυσσε τα επιχειρήματά του. Η περίπτωση του David Copeland καταδεικνύει ακόμη πιο πολύ τον δυνητικό ρόλο του Διαδικτύου, στο να βρίσκεται σε νοερή επαφή με κοινότητες υποστήριξης. Ο Copeland διάβασε ακροδεξιά κείμενα στο Διαδίκτυο και έμαθε τις τεχνικές κατασκευής βομβών μελετώντας ηλεκτρονικά εγχειρίδια.


Παρόμοιες με την δημόσια αντίδραση για τις επιθέσεις στη Νορβηγία, ήταν μετά τη σύλληψη του Copeland, και οι εκκλήσεις για την καταστολή της δημοσίευσης υποκινητικών και ρατσιστικών κειμένων στο Ίντερνετ. Ωστόσο, η κατάργηση συγκεκριμένων ιστοσελίδων που καλλιεργούν το μίσος μοιάζει να είναι μια σχετικά μάταιη απόπειρα περιορισμού της πρόσβασης και προβολής ακροδεξιών εξτεμιστών, παρόλο που ο έλεγχος των εξτρεμιστικών ιστότοπων μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη της κατανόησης του ιδεολογικού περιβάλλοντος από το οποίο αναδύεται ένας μοναχικός λύκος-τρομοκράτης. Επιπλέον, η αποτελεσματικότητα της ʺκυβερνοεποπτείαςʺ δεν περιορίζεται μόνο από το γεγονός ότι είναι εξαιρετικά δύσκολη η διάκριση ανάμεσα στους εξτρεμιστές που προτίθενται να πραγματοποιήσουν επιθέσεις και σε εκείνους που εκφράζουν απλώς ριζοσπαστικές πεποιθήσεις, αλλά θέτει και το σημαντικό ζήτημα του τρόπου ελέγχου του Διαδικτύου (εάν μπορεί ολοκληρωτικά) χωρίς να υπάρχει περαιτέρω καταστροφή/φαλκίδευση των πολιτικών ελευθεριών.


Κοινότητες υποστήριξης


Ενώ οι προαναφερθείσες πράξεις της ακροδεξιάς τρομοκρατίας ήταν αποτέλεσμα ατομικής δράσης, χωρίς άμεση υποστήριξη ή εντολή άλλων, μια τέτοια δράση και η αιτιολόγηση της δεν πραγματοποιείται στο κενό. Πράγματι, οι μοναχικοί λύκοι- τρομοκράτες επηρεάζονται πολύ συχνά (έστω και μόνο σιωπηρά ή έμμεσα) από ευρύτερες εξτρεμιστικές κοινότητες που εφοδιάζουν με ιδεολογίες οι οποίες καλλιεργούν μια εναλλακτική αίσθηση ηθικής, ικανής να αιτιολογήσει την καταστροφή της ζωής και της ιδιοκτησίας που συνεπάγεται η τρομοκρατία ( Jackson 2011). Ο David Copeland, για παράδειγμα, επιχείρησε να συμμαχίσει με ένα εξτρεμιστικό περιβάλλον που ταίριαζε με τις προσδοκίες του για μια βίαιη, επαναστατική εμπροσθοφυλακή/προοδευτικό κίνημα, συνδεόμενο με το Βρετανικό Εθνικό Κίνημα (BNP) και το Εθνικό Σοσιαλιστικό Κίνημα (National Socialist Movement). Οι ακροδεξιές διασυνδέσεις του ενίσχυσαν την προσωπική του κοσμοθεωρία, σύμφωνα με την οποία θεωρούσε την κυρίαρχη κοινωνία ως διεφθαρμένη και «σάπια» τάξη. Ο Copeland αιτιολόγησε τις πράξεις του χρησιμοποιώντας την ακροδεξιά ιδεολογία, υποστηρίζοντας ότι η πρόθεση του ήταν να σπείρει το φόβο, τη δυσαρέσκεια και το μίσος σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο και να προκαλέσει έναν «φυλετικό πόλεμο». Είναι ενδιαφέρον ότι ο Copeland έφυγε από το BNP επειδή, όπως είπε, το κόμμα δεν υποστήριζε τη βία (Spaaij 2011).


Σε παρόμοιο πνεύμα, η κοσμοθεωρία του Άντερς Μπρέιβικ διαμορφώθηκε εν μέρει από την συμμετοχή του στο Κόμμα Προόδου της Νορβηγίας (Progress Party/FPU) και στην οργάνωση νεολαίας του, της οποίας ήταν μέλος ως έφηβος νέος ενήλικας. Ο Μπρέιβικ (2011:1396) λέει ότι έφυγε από το Progress Party επειδή δεν πήγαινε αρκετά μακριά: «Τελικό μου συμπέρασμα ήταν ότι θα ήταν αδύνατον να αλλάξω το σύστημα δημοκρατικά και εγκατέλειψα τη συμβατική πολιτική». Ενώ οι περισσότεροι ακροδεξιοί ακτιβιστές που φτάνουν σε αυτό το συμπέρασμα μοιάζουν να ολισθαίνουν στην τυπολατρεία ή την υποχώρηση (για να χρησιμοποιήσουμε τους όρους του Robert K.Merton), ο Μπρέιβικ, όπως ο Copeland, περιστράφηκε γύρω από την πιο φρικτή μορφή ανταρσίας -εκείνη των μαζικών δολοφονιών- περιγράφοντας τον εαυτό του ως ενσωματωμένη συνείδηση όλων των ʺγηγενοί Ευρωπαίωνʺ που οι κοινωνίες τους βρίσκονται υπό «την άμεση απειλή της σκοτεινής δύναμης που προσπαθεί να διαβρώσει όλα τα πράγματα στα οποία πιστεύουν οι πολίτες» (Μπρέιβικ 2011: 388, 610). Μολονότι με την υποστήριξη και την εκτέλεση μαζικής βίας, ο Μπρέιβικ πήγε πολύ πιο μακριά από τους περισσότερους ακροδεξιούς ιδεολόγους, οι πράξεις του δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μεμονωμένα από την ευρύτερη κουλτούρα του φόβου και της βίας που προωθείται από τα ακροδεξιά κινήματα στην Ευρώπη και πέραν αυτής.


Στην περίπτωση του Μπρέιβικ, οι πηγές των ιδεολογικών επιρροών του, δεν είναι παραδοσιακές κατηγορίες της ακροδεξιάς ιδεολογίας, όπως η υπεροχή των Λευκών ή ο ακραίος εθνικισμός. Για παράδειγμα, δεν εκφράζει αντισημιτισμό στο μανιφέστο του και απορρίπτει αδέξια την φυλετική υπεροχή και τις νεοναζιστικές ιδέες, Αντ’ αυτού, η κοσμοθεωρία του επηρεάζεται έντονα από ένα σχετικά νέο ακροδεξιό διανοητικό ρεύμα που αποκαλείται αντι-τζιχαντισμός και έχει αποκτήσει σημαντική δυναμική στην Ευρώπη μετά τις 11 Σεπτεμβρίου. Αυτό το ρεύμα εκφράζεται μέσω της βαθιάς ανησυχίας για τις επιπτώσεις της μετανάστευσης, της πολυπολιτισμικότητας και του Ισλάμ στην ευρωπαϊκή κοινωνία και ταυτότητα, καθώς και η αντίληψη για την ανεκτικότητα που θεωρεί ότι δείχνουν οι «αριστερές» κυβερνήσεις. Για να το θέσουμε διαφορετικά, μολονότι ο συγκλονιστικός, οδυνηρός και με υψηλό αντίτιμο τρόπος με τον οποίον το μίσος του Μπρέιβικ βρήκε διέξοδο είναι σχετικά μοναδικός, ωστόσο, το περιεχόμενο του μίσους του σίγουρα δεν είναι.


Ο κύριος κίνδυνος είναι ότι οι τρομοκρατικές πράξεις αυτού του τύπου μπορούν να επηρεάσουν, δηλαδή, να εμπνεύσουν για συμπεριφορά μίμησης και σε άλλα δυσαρεστημένα άτομα ή να κάνουν αυτές τις επιθέσεις μόδα. Στο μανιφέστο του, ο Άντερς Μπρέιβικ γράφει ότι μέσω των πράξεών του επεδίωκε να εμπνεύσει άλλους να εκτελέσουν παρόμοιες επιθέσεις και σε άλλα μέρη. Απομένει να δούμε αν πρόκειται αν αυτό είναι αποκύημα της φαντασίας του, ή αν υπάρχουν, πράγματι, κι άλλοι ακτιβιστές κατά της Τζιχάντ σαν κι αυτόν που σχεδιάζουν πράξεις μαζικής βίας στην Ευρώπη.


Βιβλιογραφία:

– Beam, L. (1992) Leaderless resistance. Seditionist 12 – στο http://www.louisbeam.com/leaderless.htm.
– Bjørgo, T. (επ.) (1995) Terror from the extreme right. London: Frank Cass.
– Breivik, A. (2011) 2083 – A European declaration of independence. – στο http://www.scribd.com/doc/60787732/2083-A-European-Declaration-of-Independence
– Department of Homeland Security(2009) Rightwing extremism: Current economic and political climate fueling resurgence in radicalization and recruitment. Washington: DHS.
– Jackson, P. (2011) Solo actor terrorism and the mythology of the lone wolf. In Lone wolves: Myth or Reality?, επ. G. Gable and P. Jackson, 79-88. Ilford: Searchlight.
– Merkl, P. και L. Weinberg (επ.) (2003) Right-wing extremism in the twenty-first century. London: Frank Cass.
– Spaaij, R. (2011) Understanding Lone Wolf Terrorism. New York: Springer.


Ιστοσελίδα / Ramón Spaaij

Ο Ramón Spaaij είναι ερευνητής στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο La Trobe (Μελβούρνη, Αυστραλία) και στο Ινστιτούτο Έρευνας Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Άμστερνταμ, στην Ολλανδία. Τα ερευνητικά ενδιαφέροντα του Ramón περιλαμβάνουν τις κοινωνικές και πολιτιστικές πτυχές και επιπτώσεις του αθλητισμού, όπως είναι η κοινωνική κινητικότητα, η κοινωνική ανάπτυξη, η βία, ο χουλιγκανισμός, ο πολιτισμός και οι ταυτότητες και ο (αντι)ρατσισμός. Μεγάλο του, επίσης, ερευνητικό ενδιαφέρον είναι η τρομοκρατία και η πολιτική βία. 



http://www.re-public.gr/?p=4444