«Μην ανοίγεις το στόμα σου και την καρδιά σου στον καθένα, στους χίλιους κι αν ένας καταλάβει...»

Αγ. Σεραφείμ του Σάρωφ


Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Οι ρωσο-ιρανικές σχέσεις σε νέα φάση μετά τις προεδρικές εκλογές στο Ιράν

Οι πρόσφατες προεδρικές εκλογές στο Ιράν εκτιμάται ότι θα λειτουργήσουν σαν καταλύτης για το μέλλον των -ούτως ή άλλως πολύπλοκων και σύνθετων- σχέσεων μεταξύ Μόσχας και Τεχεράνης.
 Βλαντίμιρ Γιεβσέγιεφ, διευθυντής του Κέντρου Κοινωνικοπολιτικών Ερευνών
Την Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013, στο Ιράν πραγματοποιήθηκαν εκλογές για την ανάδειξη του νέου προέδρου της χώρας. Η προσέλευση των ψηφοφόρων στις κάλπες κινήθηκε σε υψηλά επίπεδα και σε αντίθεση με τη γνώμη που είχε εκφράσει η συντριπτική πλειοψηφία των ρώσων εμπειρογνωμόνων, ο μετριοπαθής συντηρητικός ηγέτης Χασάν Ροχανί νίκησε από τον πρώτο κιόλας γύρο, αποσπώντας πάνω από το 50% των ψήφων.
Εν πολλοίς, η νίκη του Ροχανί, οφείλεται στη στήριξη των υποστηρικτών των μεταρρυθμιστών πρώην προέδρων, Μοχαμάντ Χαταμί και Αλί Ακμπάρ Χασεμί-Ραφσαντζανί, γεγονός που προδιαγράφει τις επικείμενες ουσιαστικές αλλαγές στην εσωτερική και την εξωτερική πολιτική της χώρας.
Ωστόσο, ο πήχης των προσδοκιών είναι πολύ πιθανό να αποδειχθεί ότι βρίσκεται πολύ ψηλά. Πιο βάσιμο, είναι το ενδεχόμενο ενός συμβιβασμού μεταξύ του Ιράν και της Δύσης, ακόμα και γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Σε αυτό το θέμα, αρκεί για παράδειγμα να προχωρήσει το Ιράν σε αναστολή των εργασιών εμπλουτισμού ουρανίου από το 5% στο 20%, με αντάλλαγμα την ελάφρυνση των κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) στον Τραπεζικό τομέα και στα θέματα ασφάλειας της ναυσιπλοΐας.
Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν όμως, το ελέγχει άμεσα ο πνευματικός ηγέτης της χώρας, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Αυτός και όχι ο πρόεδρος είναι που ορίζει τον επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας με τους «έξι» διεθνείς μεσολαβητές για τη διευθέτηση της κρίσης γύρω από το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Στην παρούσα χρονική στιγμή, τον ρόλο αυτό έχει αναλάβει και εκτελεί, ο γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν, Σαΐντ Ντζαλιλί, ο οποίος δεν είναι έτοιμος να αναζητήσει ένα πραγματικό συμβιβασμό με τη Δύση. Η αντικατάστασή του, για παράδειγμα, με τον άψογο διπλωμάτη Αλί Ακμπάρ Βελαγιατί, θα αποτελέσει ένα μήνυμα  για “προσαρμογή” της εξωτερικής πολιτικής του πνευματικού ηγέτη, προς όφελος μεν των εθνικών συμφερόντων του Ιράν, αλλά ταυτόχρονα θα ικανοποιεί και τη Δύση.
«Γόρδιος δεσμός»
Θα ήταν αφελές να περιμένει κανείς γρήγορα αποτελέσματα από τον Χασάν Ροχανί. Η  εκλογή του στην ιρανική Προεδρία θα γίνει τον Αύγουστο, ενώ το σχήμα του υπουργικού Συμβουλίου που θα επιλέξει, θα πρέπει να το εγκρίνει το Ματζλίς (Κοινοβούλιο της χώρας). Μια διαδικασία που θα διαρκέσει αρκετούς μήνες ακόμα. Στην πραγματικότητα, η νέα κυβέρνηση θα είναι σε θέση να λειτουργήσει μόνο προς τα τέλη του 2013. Και αυτό, στην καλύτερη περίπτωση. Διότι δεν θα πρέπει να αποκλειστεί η πιθανότητα μπλοκαρίσματος της κεντρικής κυβέρνησης από ορισμένα όργανα της τοπικής εκτελεστικής εξουσίας, σε πολλά από τα οποία κυριαρχούν οι υποστηρικτές του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ.
Η προσπάθεια του Ιράν για την εξάλειψη των περιττών εντάσεων με τη Δύση και τις αραβικές μοναρχίες είναι ευπρόσδεκτη. Αυτή η πολιτική όμως, δεν υποστηρίζεται από τους περισσότερους στη χώρα. Η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη στο εγγύς εξωτερικό περιβάλλον, εκεί όπου η περιφερειακή ηγετική θέση του Ιράν αμφισβητείται από τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία και η οποιαδήποτε στρατιωτική παρέμβαση του ΝΑΤΟ στη συριακή κρίση, απειλεί έμμεσα τα συμφέροντα του Ιράν στη Μέση Ανατολή. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, θα είναι εξαιρετικά δύσκολο για τη Τεχεράνη να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με τον έξω κόσμο.
Σύνθετες οι ρωσο-ιρανικές σχέσεις
Όλα τα παραπάνω, είναι άμεσα συνδεδεμένα με τις ρωσο-ιρανικές σχέσεις, οι οποίες εισέρχονται σε μια περίοδο έντονης αβεβαιότητας. Στη διάρκεια της προεδρίας του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, η Μόσχα σκέπτονταν περισσότερο την αποφυγή μιας πυραυλικής ισραηλινής επίθεσης στις ιρανικές πυρηνικές και στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ενώ ταυτόχρονα απέφευγε με κάθε τρόπο να εμπλακεί σε μια αντιπαράθεση με τη Δύση. Σήμερα, το ερώτημα που τίθεται, αφορά στο κατά πόσο η ιρανική ηγεσία μπορεί να προχωρήσει έτσι ώστε να μετριαστούν οι εξαιρετικά σκληρές οικονομικές κυρώσεις της Αμερικής, των συμμάχων και των εταίρων της. Και οι κίνδυνοι αυτοί ενισχύονται από μια σειρά δηλώσεων ξένων διαμορφωτών της κοινής γνώμης, οι οποίοι παρουσιάζουν τον Χασάν Ροχανί σαν μεταρρυθμιστή, που όμως ποτέ δεν ήταν.
Στην πραγματικότητα, από την πλευρά του Ιράν μιλάμε μόνο για μια συμβιβαστική κίνηση, την οποία στη Δύση την εκλαμβάνουν σαν υπαναχώρηση με αντάλλαγμα την ελάφρυνση των κυρώσεων. Για τους υπερήφανους Ιρανούς, η ερμηνεία αυτή είναι ελάχιστα αποδεκτή, αν όχι απαράδεκτη. Πολύ περισσότερο, που η προσέγγιση αυτή δεν υπολογίζει την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων. Οι δυνατότητες της Δύσης για μείωση των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου έχουν εξαντληθεί λόγω της απροθυμίας συμμετοχής στο εγχείρημα της Κίνας, της Ινδίας, της Ιαπωνίας, της Κορέας και της Τουρκίας. Την ίδια στιγμή, ο προϋπολογισμός του Ιράν διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο από άλλες πηγές εσόδων.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η κατάσταση των ρωσο-ιρανικών σχέσεων σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την αλληλεπίδραση της Μόσχας και της Τεχεράνης με την Ουάσιγκτον. Σε περίπτωση αντιπαράθεσης, αυξάνεται η ανάγκη για συντονισμό των κοινών προσπαθειών για την αποτροπή της κυριαρχίας των ΗΠΑ σε περιφερειακό επίπεδο. Στην περίπτωση που οι σχέσεις με τις ΗΠΑ βελτιώνονται, τότε υπάρχει κάποια δυνατότητα ακόμα και για μια τριμερή συνεργασία. Το χειρότερο σενάριο θα είναι στην περίπτωση που το Ιράν αρχίσει να επιδιώκει τον συμβιβασμό με τη Δύση και η Ρωσία δεν θα είναι σε θέση να τον βρει, λόγω του προβλήματος της αντιπυραυλικής άμυνας.
Τότε, θα προκύψουν εντάσεις μεταξύ της Μόσχας και της Τεχεράνης στο φόντο των μάλλον πολύπλοκων διμερών τους σχέσεων. Αυτό οφείλεται, όχι μόνο στην αντι-ιρανική συμφωνία «Γκορ – Τσερνομίρντιν» στη δεκαετία του 1990, αλλά και σε μια σειρά άλλων, πιο πρόσφατων γεγονότων. Ειδικότερα, οι Ιρανοί δεν μπορούν να συγχωρήσουν τη Ρωσία για την άρνηση της να παραδώσει τα αντιαεροπορικά πυραυλικά συστήματα S-300 στη χώρα και, όπως αυτοί θεωρούν, τη συνειδητή καθυστέρηση στην κατασκευή του πυρηνικού σταθμού στην πόλη Μπουσέρ. Η σημερινή ιρανική κυβέρνηση έχει επίσης δημιουργήσει πολλά προβλήματα στη Μόσχα. Για παράδειγμα, η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Τεχεράνης στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας. Αυτή η αντιμετώπιση από το Ιράν, αποτέλεσε τη βάση για τη διαμόρφωση μιας «προσεκτικής» εταιρικής σχέσης μεταξύ των δύο χωρών.
Σήμερα, είναι δύσκολο να προβλεφθεί η δυναμική των ρωσο-ιρανικών σχέσεων, ακόμη και σε βραχυπρόθεσμη προοπτική. Η ξεκάθαρη αστάθεια των σχέσεων, δεν καθορίζεται μόνο από το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών στο Ιράν αλλά και από τις ισχνές εμπορικές και οικονομικές σχέσεις και τα διαφορετικά συμφέροντα των δύο χωρών στο Αφγανιστάν, τη Συρία και  σε ορισμένες άλλες χώρες. Τέλος, επηρεάζονται από τη προσπάθεια του Ιράν να αποκτήσει την επιστημονική τεχνολογία που να μπορεί να χρησιμεύσει για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων, καθώς και από γενικότερους ιστορικούς και πολιτιστικούς λόγους. Όλα τα παραπάνω αναγκάζουν τη Μόσχα και την Τεχεράνη σε αναζήτηση μιας νέας προσέγγισης για την ανάπτυξη των διμερών σχέσεων, απαλλαγμένης από τις πολιτικές σκοπιμότητες και από τις περιφερειακές συνθήκες που επικρατούν. Μόνο τότε, θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε σε μια πραγματική εταιρική σχέση στους τομείς της πολιτικής, της οικονομίας και της ασφάλειας.
Η Ρωσία Τώρα