«Μην ανοίγεις το στόμα σου και την καρδιά σου στον καθένα, στους χίλιους κι αν ένας καταλάβει...»

Αγ. Σεραφείμ του Σάρωφ


Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

Νίκος Καζαντζάκης: άθεος ή «βαθιά θρησκευόμενος»;


γράφει ο Μιχαήλ Παπαδόπουλος

Το πολυδιάστατο και πολύμορφο έργο του Νίκου Καζαντζάκη έχει απασχολήσει  πολλές φορές έως σήμερα την κριτική και έχουν διατυπωθεί γι’ αυτό πολλές, διαφορετικές και αρκετές φορές αντιφατικές απόψεις και κρίσεις. Το έργο του κρητικού συγγραφέα γνώρισε  διεθνή επιτυχία, όσο κανενός άλλου συγγραφέα της ίδιας περιόδου, όχι μόνο επειδή  διαβάστηκε πολύ και μεταφράστηκε σε όλες σχεδόν τις γλώσσες, αλλά και εξαιτίας της ιδιαίτερης σχέσης του με υπαρξιακά- μεταφυσικά ζητήματα και θρησκευτικές ανησυχίες.

Σε όλους μας είναι γνωστό ότι ο Καζαντζάκης μέσα από το έργο του ήρθε σε αντιπαράθεση με το status quo της εποχής του και συγκεκριμένα με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Κατηγορήθηκε ως ιερόσυλος για συγκεκριμένα αποσπάσματα από το έργο του «Καπετάν Μιχάλης» και για τον «Τελευταίο Πειρασμό». Η Ιερά Σύνοδος ζήτησε εγγράφως να απαγορευθεί η κυκλοφορία των βιβλίων του και σχεδίαζε τον αφορισμό του. Ο ίδιος έγραψε ως απάντηση σε μια επιστολή του : « Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να’ ναι η συνείδηση σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να’ στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ». Η εκκλησία, τελικά, δεν προχώρησε στον αφορισμό του καθώς ήταν αντίθετος σε αυτό ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας.

Στο έργο του Καζαντζάκη είναι φανερή η επιρροή που δέχτηκε από παγκόσμια ιδεολογικά ρεύματα, έργα φιλοσόφων και λογοτεχνών όπως και από διάφορες θρησκείες.  Ο  Π. Πρεβελάκης, ο πιο έγκυρος ερμηνευτής του, σύμφωνα με τον Λίνο Πολίτη, αναφέρει ότι  οι «προφήτες» που με τη σειρά έχουν κατακτήσει τον Καζαντζάκη είναι ο Νίτσε, ο Χριστός, ο Βούδας, ο Λένιν.  Ο   Λ. Πολίτης αναφέρει: η μορφή του Χριστού (« αυτή η ένωση η τόσο μυστηριώδης και τόσο πραγματική του ανθρώπου και του Θεού», όπως γράφει σε ένα γράμμα του)  τον παρακολουθεί σαν εμμονή ιδέα από τα νεανικά ως τα τελευταία του χρόνια. Το πρόσωπο του Χριστού, του Θεανθρώπου, απασχολεί και προβληματίζει τον Καζαντζάκη όσο τίποτα άλλο και υπάρχει πάντα μέσα στο έργα του. Στον Θεάνθρωπο αφιερώνει δύο από τα πιο σημαντικά του βιβλία, «ο Χριστός ξανασταυρώνεται» και «ο Τελευταίος Πειρασμός». Σύμφωνα με διαφόρους μελετητές η λέξη Θεός συναντάται στον Καζαντζάκη περισσότερο από κάθε άλλον λογοτέχνη.

«Ο Τελευταίος Πειρασμός», παρά το γεγονός ότι  στην Ελλάδα  ο Καζαντζάκης δεν αφορίστηκε ποτέ επίσημα για το έργο αυτό, μπήκε στο Index Librorum Prohibitorum (Κατάλογος Απαγορευμένων Βιβλίων) του Βατικανού. Το βιβλίο αυτό παρουσιάζει τον Ιησού ως έναν απλό ξυλουργό, που κατασκευάζει σταυρούς που χρησιμοποιούν οι Ρωμαίοι για τις εκτελέσεις των Εβραίων επαναστατών και αρνείται να αναλάβει την αποστολή της ανθρώπινης σωτηρίας , αλλά στο τέλος υποτάσσεται στο θείο θέλημα. Τη στιγμή της σταύρωσης ο Χριστός έχει μια οπτασία ότι βρίσκεται κάτω από ένα ανθισμένο δέντρο, όπου ένας άγγελος του λέει πως ο Θεός αποφάσισε να τον σώσει και να του επιτρέψει να ζήσει μια φυσιολογική ζωή όπως όλοι οι άνθρωποι. Ο τελευταίος πειρασμός τον πείθει να ακολουθήσει μια ζωή χωρίς αγωνίες, μαρτύρια και  σταυρούς και όταν για μια στιγμή ανοίγει τα μάτια του συνειδητοποιεί πως όλα αυτά ήταν όνειρο και ότι ο άγγελος που του ανήγγειλε τη σωτηρία από τον σταυρό ήταν ο σατανάς και σε λίγο θα σταυρωθεί για να σώσει τον κόσμο. Σε όλο το βιβλίο κυριαρχούν οι υπαρξιακοί προβληματισμοί του, οι οποίοι συνδέονται με το πρόσωπο του Χριστού.

Ένα ακόμα κορυφαίο έργο του Καζαντζάκη, το οποίο βρίθει θεολογικών νοημάτων είναι η «Ασκητική». Πρόκειται για ένα σχετικά σύντομο κείμενο όπου ο συγγραφέας εκφράζει τη μεταφυσική πίστη του.  Στην επιτύμβια στήλη του συγγραφέα υπάρχει η  φράση από την «Ασκητική» : « Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος!». Ο ίδιος θεωρούσε την «Ασκητική» «σαν τον σπόρο απ’ όπου βλάστησε όλο το έργο του». Σύμφωνα με τον Καζαντζάκη, αποτελεί  ένα έργο  «όπου διαγράφει την μέθοδο ν’ ανέβει η ψυχή από κύκλο σε κύκλο, ώσπου να φτάσει στην ανώτατη επαφή. Οι κύκλοι είναι πέντε: Εγώ, Ανθρωπότητα, Γης, Σύμπαντο, Θεός». Η τελευταία μορφή της θεωρίας είναι η «Πράξη» και ο τελευταίος αναβαθμός του λυτρωτικού ανήφορου είναι η «Σιγή». Ο άνθρωπος γίνεται συνεργάτης και βοηθός του Θεού, τον σώζει ( Salvatores Dei- σωτήρες του Θεού, υπότιτλος του έργου) και ταυτόχρονα σώζεται, με την συνειδησιακή του λειτουργία λυτρώνει το Θεό  και μετέχοντας στη θεϊκή ουσία φτάνει στην ελευθερία που  σύμφωνα με τον Καζαντζάκη είναι   το ύψιστο ζητούμενο για τον άνθρωπο.

Ο Καζαντζάκης μέσα από το έργο του φαίνεται να πιστεύει στο Θεό, αλλά με έναν δικό του τρόπο, μια δική του λογική. Προσπαθεί σε όλη του τη ζωή να ανακαλύψει τον Θεό, την βαθύτερη ουσία του, σκέπτεται, στοχάζεται, αμφισβητεί. Ο χαρακτηρισμός «άθεος» μοιάζει επιπόλαιος, πρόχειρος και εντελώς αβάσιμος. Το θεϊκό στοιχείο κυριαρχεί στα περισσότερα έργα του, σε μερικά από τα οποία φαίνεται ήδη και από τον τίτλο , «ο Χριστός ξανασταυρώνεται», « ο τελευταίος πειρασμός», «ο φτωχούλης του Θεού», «ασκητική». Τα όσα γράφει μπορεί να φαντάζουν και ακόμη και να είναι αιρετικά για την Ορθοδοξία, αλλά δεν τον καθιστούν σε καμία περίπτωση άθεο.

 Ο κρητικός συγγραφέας προσπαθεί να δημιουργήσει μέσα από τη συνεχή αναζήτηση τη δική του θρησκεία («Πιστεύω  σ’ ένα Θεό, Ακρίτα, Διγενή, Στρατευόμενο, Πάσχοντα, Μεγαλοδύναμο, όχι Παντοδύναμο, Πολεμιστή στ’ ακρότατα σύνορα, Στρατηγό Αυτοκράτορα σε όλες τις φωτεινές δυνάμεις, τις Ορατές και τις Αόρατες», Ασκητική).  Ασυμβίβαστος, ανυποχώρητος,  «Βαθιά θρησκευόμενος που έψαχνε  αλλά δεν  βρήκε το Θεό», όπως αναφέρει και η γυναίκα του, Ελένη Καζαντζάκη.

http://www.mazipress.net/