Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Πώς η κοκαΐνη κυβερνά τον κόσμο (ερώτημα πάντως παραμένει το πως είναι δυνατόν ο νο1 καταζητούμενος από την Καμόρα που δεν μπορεί να ξεμυτίσει απο το μυστικό σπίτι του χωρίς την άδεια και συνοδεία της αστυνομίας να καταφέρνει να κάνει μια τέτοια απαιτητική έρευνα)



Βιβλίο-σοκ από τον συγγραφέα του «Γόμορρα» Αφού «γλίτωσε» από την ιταλική μαφία ως απόλυτος καταζητούμενος, ο Ρομπέρτο Σαβιάνο στο νέο του συναρπαστικό βιβλίο «Μηδέν / Πώς η κοκαΐνη κυβερνά τον κόσμο» τα βάζει με τα ισχυρά καρτέλ της κοκαΐνης. Ολα όσα θέλατε και δεν τολμούσατε να ρωτήσετε για το ναρκωτικό της αστικής τάξης και τους πρωταγωνιστές της ξεκινούν από το «Μηδέν» και εξηγούν τα πάντα.
«Η κοκαΐνη είναι ένα αγαθό-αποκούμπι. Η κοκαΐνη είναι ένα αντικυκλικό αγαθό. Η κοκαΐνη είναι το πραγματικό αγαθό που δεν φοβάται ούτε την έλλειψη πόρων ούτε τον πληθωρισμό των αγορών. Υπάρχουν πάρα πολλές γωνιές στον κόσμο που επιβιώνουν χωρίς νοσοκομεία, χωρίς web, χωρίς τρεχούμενο νερό, αλλά όχι χωρίς κόκα. Ο ΟΗΕ αναφέρει πως το 2009 καταναλώθηκαν είκοσι ένας τόνοι στην Αφρική, δεκατέσσερις στην Ασία, δυο στην Ωκεανία. Περισσότεροι από εκατόν ένας σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική.
Ολοι τη θέλουν, όλοι την καταναλώνουν, όλοι όσοι αρχίζουν να κάνουν χρήση την έχουν ανάγκη. Τα έξοδα παραγωγής είναι ελάχιστα, το πλασάρισμά της άμεσο, το περιθώριο κέρδους υψηλότατο. Η κοκαΐνη πουλιέται πιο εύκολα από τον χρυσό και τα κέρδη της μπορούν να ξεπεράσουν κατά πολύ αυτά του πετρελαίου. Ο χρυσός χρειάζεται μεσάζοντες και χρόνο για τις διαπραγματεύσεις – το πετρέλαιο φρεάτια, διυλιστήρια, πετρελαιαγωγούς. Η κοκαΐνη είναι το τελευταίο εναπομείναν αγαθό που επιτρέπει την πρωτογενή συσσώρευση».
Μεξικό Vs Κολομβίας ή αλλιώς Ελ Τσάπο Vs Εσκομπάρ: Με τον γλαφυρό αυτό τρόπο και μια γλώσσα άμεση και δυνατή που τσακίζει κόκαλα ο Ιταλός συγγραφέας Ρομπέρτο Σαβιάνο περιγράφει όλες τις διαδρομές, το εμπόριο, τα κυκλώματα και τους πρωταγωνιστές της κοκαΐνης στο άκρως ενδιαφέρον ερευνητικό βιβλίο του «Μηδέν / Πώς η κοκαΐνη κυβερνά τον κόσμο» (που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη). Μετά το πετυχημένο «Γόμορρα», όπου ο Σαβιάνο εισέβαλε στα άδυτα της ιταλικής μαφίας, γεγονός που τον μετέτρεψε στον πιο περιζήτητο καταζητούμενο στον κόσμο, ο τολμηρός συγγραφέας επέστρεψε με ένα ακόμη πιο τολμηρό εγχείρημα.
Κατάφερε να διεισδύσει στα άδυτα των παγκόσμιων καρτέλ της κόκας, μίλησε με ναρκέμπορους, κατέγραψε τους «κανόνες», αφουγκράστηκε τις αδυναμίες και κατέθεσε ένα συγκλονιστικό χρονικό της ιστορίας της κοκαΐνης. Και αυτό όχι με έναν αποστασιοποιημένο βλέμμα, αλλά με ένα εντελώς μυθιστορηματικό τρόπο που μαγεύεται από την ωμότητα των πραγμάτων και τη δύναμη που έχει η λευκή σκόνη να ξεχαρβαλώνει ολόκληρες οικονομίες και να κινεί το παγκόσμιο χρήμα. Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στις δύο διασημότερες χώρες παραγωγής κόκας -Κολομβία και Μεξικό- αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο που έχει διαμορφώσει τις δικές του τοπικές μαφίες.
Ξεκινώντας από το Μεξικό ο Ρομπέρτο Σαβιάνο καταγράφει μια ημερομηνία-σταθμό στα τοπικά χρονικά που σημειώνεται μόλις πριν από πέντε μήνες, όταν συνελήφθη ο Ελ Τσάπο, δηλαδή ο Χοακίν Γκουσμάν Λοέρα, ο άνθρωπος που διαμόρφωσε το παντοδύναμο καρτέλ της Σιναλόα (το αντίπαλο δέος του κολομβιανού): «Το Μεξικό έχει την κόκα, οι ΗΠΑ τους καταναλωτές. Το Μεξικό έχει φτηνό εργατικό δυναμικό, οι ΗΠΑ το έχουν ανάγκη. Το Μεξικό έχει στρατιώτες, οι ΗΠΑ όπλα.
Ο Τσάπο το κατάλαβε κι έτσι έγινε ο Βασιλιάς. Στον διεθνή κόσμο του ναρκεμπορίου κατέχει τη μυστικιστική εξουσία του πάπα, την οποία απέκτησε με μια καμπάνια κοινωνικής συναίνεσης που του προσέδωσε ένα κύρος ανάλογο με αυτό του Ομπάμα, ενώ παράλληλα διαθέτει μια ευφυΐα που του επιτρέπει να εντοπίζει νέους χώρους για την αγορά, κάτι που τον μεταμορφώνει στον Στιβ Τζομπς της κόκας», γράφει χαρακτηριστικά ο Σαβιάνο στο πολύ ωραία μεταφρασμένο από τη Μαρία Οικονομίδου «Μηδέν».
Απέναντι στον «Στιβ Τζομπς της κόκας» στεκόταν ένας άλλος ογκόλιθος της παγκόσμιας διακίνησης, ο διαβόητος Πάμπλο Εσκομπάρ, προερχόμενος από το αντίπαλο δέος του Μεξικού – την Κολομβία: «Στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα, ο Πάμπλο βγάζει ήδη μισό εκατομμύριο δολάρια τη μέρα, έχει δέκα λογιστές. Το καρτέλ του Μεντεγίν ξοδεύει δύο χιλιάδες πεντακόσια δολάρια τον μήνα σε λαστιχάκια για να τυλίγει τις στοίβες με τα χρήματα. Είναι ο καπιταλισμός εν τη γενέσει του.
Μεγάλοι συνασπισμοί πλούσιων επιχειρηματιών οι οποίοι υπαγορεύουν νόμους και εισχωρούν σε κάθε γάγγλιο της κοινωνίας. Είναι ένας παραδοσιοκρατικός καπιταλισμός, στον οποίο οι επικεφαλής των επιχειρήσεων συναγωνίζονται σε μια επίδειξη δύναμης και κέρδους χωρίς να τσιγκουνεύονται τις δωρεές στον πληθυσμό. Ο Πάμπλο χτίζει τετρακόσιες λαϊκές κατοικίες και χαρίζει στον λαό έναν θεματικό ζωολογικό κήπο μέσα στο αγρόκτημά του “Χασιέντα Νάπολες”. Καπιταλιστές-Ρομπέν των Δασών χωρίς ενδοιασμούς, αιμοδιψείς και ανηλεείς, πάμπλουτοι και με τρύπια χέρια».
To προφίλ του pusher (διακινητή): O pusher (διακινητής κόκας) είναι, ο άνθρωπος που οφείλει να ξέρει πώς να κινείται στους υψηλούς κύκλους, να γνωρίζει σε βάθος τις ανάγκες και τα χούγια τους. Ιδανικός pusher και κατόπιν μάνατζερ υπήρξε ο διαβόητος Τζορτζ Γιουνγκ που μεσουράνησε στην Καλιφόρνια και τον υποδύθηκε με επιτυχία ο Τζόνι Ντεπ στην ταινία «Blow».
Ο Σαβιάνο είναι απόλυτος:
«O pusher δεν είναι σχεδόν ποτέ όπως τον φαντάζεται κανείς. Το επαναλαμβάνω πάντα όταν γράφω, όταν μιλώ σε κάποιον γι’ αυτά τα πράγματα: δεν είναι όπως τον φαντάζεται κανείς. Οι pusher είναι οι σεισμογράφοι του γούστου. Ξέρουν τι και πώς πρέπει να πουλήσουν. Οσο πιο καλός είναι ο pusher, τόσο πιο ικανός θα είναι να αναρριχηθεί και να ανέβει στην κοινωνική κλίμακα. Δεν υπάρχει ένας pusher για όλους. Υπάρχει αυτός που πουλά στον δρόμο, με μηνιαίο μισθό και μια περιοχή η οποία του έχει ανατεθεί, που πουλά σε αγνώστους.
Υπάρχει ο pusher που σου φέρνει στο σπίτι σου, αρκεί ένα sms. Υπάρχουν οι pusher παιδάκια. Νιγηριανοί, Σλάβοι, Μαγκρεμπιανοί, Λατίνοι. Οπως ακριβώς μια κυρία της αριστοκρατίας δεν θα έμπαινε ποτέ σε ένα discount κτίριο των προαστίων, έτσι υπάρχουν pusher για κάθε είδους πελάτη, pusher για κυρίους και pusher για τους απελπισμένους, για τους πλούσιους φοιτητές και τους εποχικούς υπαλλήλους, για τους ντροπαλούς και τους εξωστρεφείς, για τους αδιάφορους και τους φοβισμένους».
Ολες πάντως οι «λατινοαμερικανικές ιστορίες είναι πολύπλοκες», λέει ο συγγραφέας και ερευνητής που περιγράφει αναλυτικά τον διαφορετικό τρόπο που λειτουργούν οι ναρκέμποροι σε κάθε μέρος του κόσμου. «Δεν λειτουργούν όπως εκείνες που αφηγούνται στο Χόλιγουντ, όπου οι καλοί είναι καλοί και οι κακοί, κακοί. Οπου κι αν είσαι επιτυχημένος σημαίνει ότι το κέρδισες με το ταλέντο και τις ικανότητές σου, που, στο κάτω κάτω, δεν μπορεί παρά να είναι ο καρπός της αρετής σου. Γι’ αυτό είναι πιο εύκολο να αντιληφθεί κανείς την κολομβιανή μετάβαση μέσα από δυο ιστορίες επιτυχίας. Η πρώτη είναι η ιστορία της ωραιότερης και διασημότερης κοπέλας της χώρας. Αυτής που όλοι οι άντρες ονειρεύονται να κατακτήσουν, στην οποία όλες οι κοπέλες θέλουν να μοιάσουν.
«Στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα, ο Πάμπλο Εσκομπάρ βγάζει ήδη μισό εκατομμύριο δολάρια τη μέρα. Το καρτέλ του Μεντεγίν ξοδεύει δύο χιλιάδες πεντακόσια δολάρια τον μήνα σε λαστιχάκια για να τυλίγει τις στοίβες με τα χρήματα»
Αποκλειστικά στην επώνυμη σύστασή της βασίστηκε η διαφήμιση μιας μάρκας εσωρούχων και της πιο δημοφιλούς μπίρας στην Κολομβία. Εδωσε το όνομά της σε μια σειρά προϊόντων ομορφιάς που προωθήθηκε σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική: Νατάλια Πάρις.
Γλυκύτατο πρόσωπο, ξανθά μαλλιά, στιλπνό δέρμα στο χρώμα του μελιού. Μικροκαμωμένη σαν κοριτσάκι, αλλά με στήθος και γλουτούς εκρηκτικούς». Αυτή είναι που «εφηύρε» την περίφημη κολομβιανή ομορφιά και ήταν σύντροφος ενός από τους πιο ξακουστούς ναρκέμπορους της χώρας.
Η ιστορία τους είναι συναρπαστική και από αυτές που συναντάς μόνο σε μυθιστορήματα: η Νατάλια ως σύντροφος του περίφημου Χούλιο Σέσαρ Κορρέα του πληρωμένου φονιά του Πάμπλο Εσκομπάρ, γνωστού ως Χούλιο Φιέρρο, κερδίζει γρήγορη και άμεση διασημότητα καταλήγοντας ακόμη και εστεμμένη στα εθνικά καλλιστεία. Οπως εκ των υστέρων αποδεικνύεται, το ωραίο μοντέλο είναι το καλύτερο δόλωμα μέσω του πρακτορείου όπου δουλεύει προκειμένου οι Αμερικανοί να καταφέρουν να προσεγγίσουν το παντοδύναμο καρτέλ, εξαφανίζοντας κυριολεκτικά τον παντοδύναμο Χούλιο Φιέρρο.
«Το σώμα της Νατάλια είναι η εταιρεία της και δεν μπορεί να ρισκάρει την απαξίωσή του. Το σώμα του Χούλιο Φιέρρο δεν βρέθηκε ποτέ».
Κι αυτή είναι μόνο μια από τις πολλαπλές ιστορίες που παραθέτει ο Σαβιάνο στο βιβλίο ξεδιπλώνοντας διαδρομές που ξεκινούν από Μεξικό και Κολομβία, εντοπίζονται στην Αμερική και φτάνουν μέχρι Ρωσία, Ισραήλ και Ευρώπη. Ενα συγκλονιστικά γραμμένο βιβλίο για την πιο δυνατή οικονομία αυτή τη στιγμή, φτιαγμένη με μυθιστορηματικά υλικά – αλλά ωστόσο άκρως και απόλυτα αληθινά.
Ο Τζόνι Ντεπ στον ρόλο του διαβόητου pusher (διακινητή κόκας) Τζορτζ Γιουνγκ στην ταινία «Blow». Κατά τον Σαβιάνο, ο ιδανικός pusher οφείλει να ξέρει πώς να κινείται στους υψηλούς κύκλους, να γνωρίζει σε βάθος τις ανάγκες και τα χούγια τους. Είναι άλλος για την αφρόκρεμα, άλλος για τους πλούσιους φοιτητές, άλλος για τους ντροπαλούς και άλλος για τους εξωστρεφείς.
Αφόρητη θεωρεί την πραγματικότητα την οποία βιώνει ο διάσημος Ιταλός συγγραφέας και δημοσιογράφος Ρομπέρτο Σαβιάνο, όπως δήλωσε ο ίδιος σε συνέντευξή του στην ισπανική εφημερίδα El País. Ο 34χρονος Σαβιάνο απέκτησε παγκόσμια φήμη μετά την κυκλοφορία του βιβλίου του Gomorra (εκδ. Mondadori, 2006· στα ελληνικά: Γόμορρα, μτφ. Μ. Οικονομίδου, εκδ. Πατάκη 2013).
Οι πωλήσεις του βιβλίου του αυτού, με θέμα τη δράση της Καμόρας, της ναπολιτάνικης μαφίας, ξεπέρασαν τα 2 εκατομμύρια αντίτυπα στην Ιταλία ήδη το 2009, ενώ μεταφράστηκε σε 51 γλώσσες. Ωστόσο το βιβλίο σήμανε ταυτόχρονα ότι τα αφεντικά της μαφίας τον έθεσαν στο στόχαστρο.
«Δεν νομίζω ότι είναι σωστό το γεγονός πως αναζητώντας την αλήθεια, κατέστρεψα την ζωή μου και εκείνη των ανθρώπων που βρίσκονται κοντά μου», είπε ο συγγραφέας και δημοσιογράφος.
«Μπορεί κανείς να αναζητεί την αλήθεια, προστατεύοντας όμως περισσότερο τον εαυτό του» πρόσθεσε ο Σαβιάνο στη συνέντευξή του στην Ελ Παΐς.
«Δεν μπορώ να προγραμματίσω την ζωή μου χωρίς να ζητήσω την άδεια» της αστυνομίας, που τον προστατεύει διαρκώς με εντολή του υπουργείου Εσωτερικών, «ούτε να βγω όποτε θέλω, ούτε να συναναστραφώ τα πρόσωπα που επιθυμώ, χωρίς να πρέπει να τα κρύβω, διότι φοβάμαι αντίποινα. Κάποιες φορές διερωτώμαι αν θα καταλήξω σε ψυχιατρική κλινική», είπε ο ναπολιτάνος Σαβιάνο.
Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας —ορκισμένος εχθρός της Καμόρας— πρόσθεσε ότι πλέον «αναγκάζεται να παίρνει ψυχοφάρμακα, κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ άλλοτε στο παρελθόν», και διαπιστώνει ότι «αν θέσεις ως κύριο και μοναδικό στόχο στην ζωή σου την αλήθεια, την καταγγελία της, τελικά μετατρέπεσαι σε ένα είδος τέρατος (. . .)
Σε ενδιαφέρει μόνον η επίτευξη του στόχου αυτού».
Clopy paste
πηγή : TERRAPAPERS