Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Το Χρονικό (και το "σκεπτικό") της εξομοίωσης των "Διδύμων Πύργων" ως "Εξωτερική Ένοπλη Επίθεση" και η "επίκληση του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ"

Η ανατολή μιας νέας εποχής ασφάλειας: Στη συνεδρίαση του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου αμέσως μετά τις επιθέσεις της 11/9, όλες οι αντιπροσωπείες μίλησαν υπέρ της πιο σθεναρής δυνατής αντίδρασης

Ο Edgar Buckley περιγράφει πώς το NATO επικαλέστηκε το Άρθρο 5 στις 12 Σεπτεμβρίου 2001, 24 ώρες μετά από τις τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών.


Προήδρευα μιας συνεδρίασης της Ομάδας Συντονισμού Πολιτικής του ΝΑΤΟ όταν έφθασαν τα νέα για το πρώτο αεροπλάνο που χτύπησε το Κέντρο Παγκοσμίου Εμπορίου. Η ανώτερη γραμματέας μου έδωσε για το θέμα αυτό ένα μήνυμα. Το διάβασα και στη συνέχεια το διάβασα φωναχτά σε όλους. Οι Αμερικανοί αντιπρόσωποι έδειχναν σοκαρισμένοι και δυσκολευόντουσαν να το πιστέψουν. Έτσι νιώθαμε όλοι μας.

Μετά από μερικά λεπτά, έφθασαν και τα νέα για το δεύτερο αεροπλάνο που κτύπησε τον δεύτερο πύργο και μου ελέχθη ότι ο Γενικός Γραμματέας σκεπτόταν να εκκενώσει την έδρα του ΝΑΤΟ σε περίπτωση που είχαν σχεδιαστεί παρόμοιες επιθέσεις στην Ευρώπη. Διάβασα επίσης φωναχτά και αυτή την πληροφορία.


Ο Ken Huffman ήταν ο επικεφαλής της Αμερικανής ομάδας και ζήτησε τον λόγο. Ανακοίνωσε ότι ο Πρεσβευτής των ΗΠΑ Nick Burns είχε ήδη αποφασίσει ότι το Αμερικανικό προσωπικό θα έπρεπε να εγκαταλείψει το κτίριο. Διέκοψα τη συνεδρίαση και πήγα στο γραφείο του Γενικού Γραμματέα.

Το σκηνικό ήταν αυτό της σύγχυσης. Υπήρχαν αναφορές από άγνωστα ή μη ανταποκρινόμενα αεροπλάνα τα οποία πετούσαν προς τις Βρυξέλλες, αν και δεν ήταν σαφές το πόσο αξιόπιστη ήταν η πληροφορία αυτή. Πράγματι είχε ληφθεί η απόφαση της εκκένωσης όλου του μη ζωτικού προσωπικού. Έπρεπε να συνεδριάσει το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο και αν ναι, που; Αποφασίστηκε να συνεδριάσουν οι Πρεσβευτές ανεπίσημα το βράδυ εκείνο στο γραφείο του Γενικού Γραμματέα. Θα γινόταν μια επίσημη συνεδρίαση του Συμβουλίου την επομένη ημέρα.

Στο εξωτερικό γραφείο του Γενικού Γραμματέα, συνάντησα τον Burns και τον Καναδό Πρεσβευτή David Wright. Ο Πρεσβευτής Burns συζητούσε για τους πιθανούς αριθμούς των απωλειών – πολλές χιλιάδες και πιθανά το μεγαλύτερο τίμημα σε μια ημέρα από την μάχη του Antietam στην διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου και μετά. Ο Πρεσβευτής Wright, ο οποίος ήταν και ο πρύτανης του Συμβουλίου, τον διαβεβαίωσε για την υποστήριξη όλων των Συμμάχων. «Στα κομμάτια, αυτή είναι μια Συμμαχία» είπε. «Έχομε το Άρθρο 5».

Αυτή ήταν η πρώτη αναφορά που άκουσα πάνω στο Άρθρο 5 και αμέσως μου κτύπησε καμπανάκι. Ως Βοηθός Γενικός Γραμματέας για τον Αμυντικό Σχεδιασμό και τις Επιχειρήσεις, γνώριζα ότι είχα να κάνω μια δουλειά, αν και κανένας δεν μας είχε ρωτήσει. Ειδικά σε μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, το Συμβούλιο στρέφεται προς τον Γενικό Γραμματέα για καθοδήγηση και προτάσεις. Σε αντίθεση με πολλούς άλλους διεθνείς οργανισμούς, η ευθύνη για την σύνταξη των εγγράφων και των ψηφισμάτων στο ΝΑΤΟ ευρίσκεται στη Διεθνή Γραμματεία. Έπρεπε να προετοιμάσουμε την συμβουλή και τις συστάσεις τις οποίες ο Γενικός Γραμματέας θα παρέδιδε το πρωί στο Συμβούλιο.

Το μυαλό μου στράφηκε σε ένα πιθανό χαρτί απόφασης ή μια δήλωση. Ο Γενικός Γραμματέας, με δική του πρωτοβουλία, είχε ήδη εκδώσει μια σύντομη καταδίκη των επιθέσεων, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό. Τι θα μπορούσε να προσθέσει το ίδιο το Συμβούλιο;

Λίγα πράγματα υπήρχαν για να μας καθοδηγήσουν. Μετά βίας είχε γίνει οποιαδήποτε συζήτηση για την τρομοκρατία στο ΝΑΤΟ μέχρι αυτού του σημείου. Δεν υπήρχε σαφής πολιτική, απ’ όσο τουλάχιστον γνώριζα, πάνω στη χρήση των δυνάμεων του ΝΑΤΟ σε αντίδραση σε τρομοκρατικές επιθέσεις. Δεν υπήρχε διαβούλευση με τις αντιπροσωπείες πάνω στο τι συνέβη την ημέρα εκείνη. Δεν είχαμε καν συζητήσει τον τρόπο για να προχωρήσουμε ή τις επιλογές με τον Γενικό Γραμματέα ή το Ιδιαίτερό του Γραφείο. Δεν υπήρχε καμία «καθοδήγηση» από καμία πρωτεύουσα.

Εγώ πρώτος έθεσα την πιθανότητα μιας δήλωσης επίκλησης του Άρθρου 5 σε μια συνεδρίαση στο γραφείο του Günter Altenburg νωρίς το βράδυ. Ως Βοηθός Γενικός Γραμματέας για Πολιτικές Υποθέσεις, ο Günter θα εμπλεκόταν επίσης στο να συμβουλεύσει τον Γενικό Γραμματέα και έπρεπε να είμαστε ενωμένοι. Πήρα μαζί μου το κείμενο της Συνθήκης της Ουάσινγκτον.

Ο Ted Whiteside, επικεφαλής του Κέντρου Όπλων Μαζικής Καταστροφής του ΝΑΤΟ, ήταν επίσης παρών και αμφισβήτησε το γεγονός του κατά πόσο η επίθεση τη ημέρα εκείνη ήταν «ένοπλη»: Το Άρθρο 5 αφορούσε μια «ένοπλη επίθεση» εναντίον οποιουδήποτε Συμμάχου του ΝΑΤΟ, ήταν όμως ένα αεροπλάνο ένα όπλο; Συζητήσαμε επίσης το πως θα ξεχωρίζαμε το τι έγινε την ημέρα εκείνη από την «κανονική» τρομοκρατία, όπως εκείνη του IRA, της ETA ή του PKK. Η συζήτηση ήταν χρήσιμη αλλά δεν κατέληξε σε συμπέρασμα. Επέστρεψα στο γραφείο μου και φώναξα τον Holger Pfeiffer, τον βοηθό μου, και τον Steve Sturm, επικεφαλή της αμυντικής πολιτικής.

Εξετάσαμε όλα αυτά τα θέματα από μόνοι μας. Συμφωνήσαμε ότι πράγματι υπήρξε ένοπλη επίθεση. Το αεροπλάνο χρησιμοποιήθηκε ως πύραυλος. Όσον αφορά την διάκριση μιας τέτοιας επίθεσης από την «κανονική» τρομοκρατία, επιλέξαμε δύο κριτήρια – την κλίμακα και την καθοδήγηση από το εξωτερικό. Θεωρήσαμε ότι η κλίμακα ήταν σημαντική, γιατί η Συνθήκη της Ουάσινγκτον είχε γραφεί για να αντιμετωπίζει απειλές για την ειρήνη και την ασφάλεια στον Βορειοατλαντικό χώρο, κάτι που υπονοούσε ένα μεγάλο ξεκίνημα για τη χρήση δύναμης ή την επίπτωση αυτής. Η εξωτερική καθοδήγηση ήταν σημαντική γιατί ήταν σαφές ότι οι Σύμμαχοι δεν θεωρούσαν ότι οι επιθέσεις από εσωτερικές τρομοκρατικές οργανώσεις – όπως στο Μπέλφαστ ή την Πόλη της Οκλαχόμα – δεν ενέπιπταν κάτω από την Συνθήκη. Φυσικά υπήρχε και άλλος τρόπος για να διακρίνει κανείς μια τρομοκρατική επίθεση από μια άλλη, δηλαδή με μια ad hoc απόφαση του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου. Αν επρόκειτο οι Σύμμαχοι να καθορίσουν ότι μια επίθεση ικανοποιούσε τα κριτήρια για μια αντίδραση κάτω από το Άρθρο 5, αυτό θα ήταν αποφασιστικό.

Γρήγορα ικανοποιηθήκαμε με την συλλογιστική αυτή γιατί εκεί υπήρχε μια καλή υπόθεση για να δηλωθεί επισήμως ότι οι επιθέσεις αυτές ενεργοποίησαν τις προβλέψεις για συλλογική άμυνα της Συνθήκης της Ουάσινγκτον. Το επόμενο βήμα ήταν το να ερευνήσουμε το τι υποστηρικτικές δηλώσεις πολιτικής μπορεί να υπήρχαν για έναν τέτοιο προσδιορισμό σε προηγούμενα έγγραφα και σε επίσημα ανακοινωθέντα του ΝΑΤΟ, γιατί το να αναφερόμαστε στην υπάρχουσα συμφωνημένη γλώσσα είναι ένα σημαντικό βήμα για τη διευκόλυνση της συναίνεσης. Ζήτησα από τον Steve Sturm να κοιτάξει στη διακήρυξη της Συνόδου Κορυφής της Ουάσιγκτον του 1999 και ειδικά στη Στρατηγική Αντίληψη για να δει ποιο από αυτά τα έγγραφα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να ενισχύσει την προσέγγισή μας, και να ελέγξει ποιες άλλες δηλώσεις πολιτικής έχουν γίνει πάνω στην τρομοκρατία. Επίσης του ζήτησα να ετοιμάσει ένα προσχέδιο που να βασίζεται πάνω στην συζήτησή μας.

Μετά από μια ώρα, συναντηθήκαμε και πάλι και εξετάσαμε μαζί το προσχέδιο. Προσθέσαμε έναν δυνητικό «εάν» όρο για να αντιμετωπίσουμε την αβεβαιότητα πάνω στο ποιος κατεύθυνε τις επιθέσεις: «Εάν προσδιοριστεί ότι η επίθεση αυτή είναι μια ενέργεια που καλύπτεται από το Άρθρο 5 της Συνθήκης της Ουάσινγκτον....». Αναφερθήκαμε στην καταδίκη της τρομοκρατίας στη Σύνοδο Κορυφής της Ουάσινγκτον από τους αρχηγούς των κρατών και των κυβερνήσεων και στην δήλωσή τους ότι ήταν αποφασισμένοι να καταπολεμήσουν την τρομοκρατία σύμφωνα με τις δεσμεύσεις του ενός προς τους άλλους. Ολοκληρώσαμε την δουλειά μας και ετοιμάσαμε ένα τυπωμένο προσχέδιο για να το παρουσιάσουμε στον Γενικό Γραμματέα νωρίς το επόμενο πρωί.

Πήγα στο Ιδιαίτερο Γραφείο γύρω στις 7:30 το πρωί με το προσχέδιο της δήλωσης στα χέρια μου. Ο Λόρδος Robertson στεκόταν στην πόρτα του γραφείου του. Του το έδωσα και του είπα ότι το είχαμε ετοιμάσει για την περίπτωση που το Συμβούλιο θα ήθελε να κάνει την δυνατόν πιο ισχυρή δήλωση υποστήριξής του. Το διάβασε, του άρεσε και το έδωσε στον Damon Wilson, τον Αμερικανό αναπληρωτή διευθυντή του Ιδιαιτέρου Γραφείου, με την εντολή ότι θα έπρεπε να αποσταλεί αμέσως στις αρχές των ΗΠΑ για να υπάρξει η αντίδρασή τους. Το Συμβούλιο επρόκειτο να συναντηθεί μερικές ώρες αργότερα.

Η απάντηση των ΗΠΑ ήταν γρήγορη. Στη συνέχεια έμαθα ότι αφού διαβουλεύτηκε με την βοηθό του, Toria Nuland, ο Burns προώθησε το κείμενο στον Υπουργό Εξωτερικών Colin Powell συστήνοντας του να το υποστηρίξει. Ο Powell εξουσιοδότησε γρήγορα τον Burns να το πράξει αυτό και παραλλήλως διαβουλεύτηκε με τον Πρόεδρο George W. Bush. Μέχρι τη στιγμή που συνεδρίασε το Βόρειοατλαντικό Συμβούλιο, ο Πρόεδρος Bush σηματοδότησε και τη δική του υποστήριξη.

Στο Συμβούλιο, που είχε πολύ περιορισμένη συμμετοχή, όλες οι αντιπροσωπείες μίλησαν υπέρ της πλέον πιθανής δυνατής αντίδρασης του NATO και σχεδόν όλοι ήταν έτοιμοι να εγκρίνουν ένα σχέδιο δήλωσης, το οποίο είχε κυκλοφορήσει εκ των προτέρων ο Γενικός Γραμματέας. Ωστόσο, μια μικρή ομάδα κρατών ζήτησε, νομική διευκρίνηση όσον αφορά την επίπτωση της επίκλησης του Άρθρου 5. Είχαν δύο κύριες ανησυχίες. Πρώτον, ήθελαν να διασφαλίσουν ότι τα δικαιώματα της κυρίαρχης τους λήψης αποφάσεων δεν θα επηρεαζόντουσαν όσον αφορά τη φύση, την κλίμακα και το χρόνο των ενεργειών που φαινόντουσαν απαραίτητες για την αποκατάσταση της ειρήνης και της ασφάλειας – με άλλα λόγια ήθελαν να είναι σαφές ότι ο κάθε Σύμμαχος θα έκρινε από μόνος του το τι ήταν «απαραίτητο». Δεύτερον, ήθελαν να διασφαλίσουν ότι οποιαδήποτε δράση αναλαμβανόταν από τη Συμμαχία, για παράδειγμα στρατιωτική δράση από τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ, δεν θα δρομολογούταν χωρίς επιπρόσθετη διαβούλευση και απόφαση στο Συμβούλιο.

Βέβαιος ότι τα σημεία αυτά θα αντιμετωπιζόντουσαν γρήγορα από τον νομικό σύμβουλο του ΝΑΤΟ, Baldwin De Vidts, ο Γενικός Γραμματέας διέκοψε τη συνεδρίαση για αργότερα εντός της ημέρας. Όταν το Συμβούλιο συνεδρίασε εκ νέου, αυτό έγινε έχοντας μπροστά τους το διαβεβαιωτικό υπηρεσιακό σημείωμα του De Vidts. Στην πραγματικότητα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κάθε Σύμμαχος θα έκρινε ο ίδιος για το τι ενέργεια θα έπρεπε να γίνει, αν και μια ενέργεια θα έπρεπε να είναι ανάλογη της κλίμακας της επίθεσης, με τα μέσα του κάθε κράτους και τα απαραίτητα βήματα που θα γινόντουσαν για την αποκατάσταση της ειρήνης και της ασφάλειας. Πάνω στο ερώτημα της συλλογικής αντίδρασης, είπε ότι ήταν φανερό ότι θα ήταν απαραίτητη η συλλογική διαβούλευση. Με αυτές τις διευκρινήσεις, και μετά από σύντομη συζήτηση, το Συμβούλιο ομόφωνα ενέκρινε το προσχέδιο της δήλωσης όπως είχε κυκλοφορήσει. Κυκλοφόρησε επίσημα το ίδιο βράδυ και, σύμφωνα με την Συνθήκη της Ουάσινγκτον, ο Λόρδος Robertson ενημέρωσε παραλλήλως τον Γενικό Γραμματέα του ΟΕ Kofi Annan.

Δεν υπήρξε κάποια σημαντική αλλαγή στη φρασεολογία της δήλωσης από τη στιγμή που έφυγε από το γραφείο μου μέχρι τη στιγμή που εκδόθηκε επισήμως μετά από 16 ώρες.

Πως αισθανθήκαμε αφότου λήφθηκε η απόφαση; Αληθινά, είμαστε πεπεισμένοι ότι αυτή ήταν η μόνη σωστή και κατάλληλη πορεία. Είμαστε έτοιμοι να το υλοποιήσουμε με την υποστήριξη όλων των Συμμάχων. Και αισθανθήκαμε κάπως κατενθουσιασμένοι που οι Σύμμαχοι είχαν αντιδράσει τόσο έγκαιρα.

Πολιτικά και δημόσια, η ενέργεια του NATO είχε συγκλονιστική επίδραση. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου το επόμενο Σαββατοκύριακο, άκουσα τον Alistair Cooke στο Γράμμα του από την Αμερική να δείχνει τον αξιοθαύμαστο ηρωισμό των συνεργείων διάσωσης και των καθημερινών πολιτών που ενεπλάκησαν στα επακόλουθα των επιθέσεων. Ήταν συγκινητικό. Στη συνέχεια, στο τέλος της εκπομπής του, στράφηκε απρόσμενα προς το NATO. Είπε ότι αυτό που είχε κάνει η Συμμαχία αμέσως μετά τις επιθέσεις ήταν «ένα μικρό σημάδι σε αυτή την συνολικά τερατώδη ιστορία που μπορεί να χαρακτηριστεί ενθαρρυντικό».

Στα πέντε χρόνια που μεσολάβησαν, συχνά άκουσα κριτική για την απόφαση για την επίκληση του Άρθρου 5. Για παράδειγμα, άκουσα ανθρώπους να λένε ότι δεν είμαστε συνετοί με το να δεσμεύσουμε τους εαυτούς μας σε μια πορεία δράσης η οποία δεν υλοποιούταν πλήρως και η οποία στο τέλος εξελίχθηκε στο να είναι ανεπιθύμητη από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ήμουνα παρών στο Συμβούλιο δύο εβδομάδες αφότου το NATO επικαλέστηκε το Άρθρο 5 όταν ο τότε υφυπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Paul Wolfowitz παρέθεσε το μετά την 11/9 δόγμα του ότι δηλαδή η αποστολή καθορίζει τον συνασπισμό. Κατά την άποψή μου, αυτό ήταν μια θεμελιωδώς εσφαλμένη εκτίμηση γύρω από τη φύση της Συμμαχίας η οποία υποτίμησε την σπουδαιότητα της στρατηγικής αλληλεγγύης. Με αποτέλεσμα να είμαι και εγώ απογοητευμένος μαζί με εκείνους που πίστευαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να κάνουν περισσότερα για να εμπλέξουν τη Συμμαχία στις προσπάθειές τους εναντίον των Ταλιμπάν και της al Qaida.

Ωστόσο, απορρίπτω την κριτική που αφορά την απόφαση για την επίκληση του Άρθρου 5. Μετά από την άρση του όρου «εάν» στις 2 Οκτωβρίου, οι Σύμμαχοι – συλλογικά και ατομικά – έκαναν όλα όσα ζήτησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και ήταν έτοιμοι να κάνουν ακόμη περισσότερα. Επιπλέον, στα χρόνια που μεσολάβησαν η Ουάσινγκτον αναγνωρίζει ολοένα και περισσότερο τη σημασία του NATO και των συμμαχιών γενικά και παίρνει μαθήματα από τις εμπειρίες της στο Αφγανιστάν και το Ιράκ.

Σήμερα, το NATO είναι άκρως δραστήριο στο Αφγανιστάν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι περισσότερο πεπεισμένες από ποτέ για την ανάγκη να διασφαλίσουν τη διεθνή υποστήριξη στις ενέργειές τους εναντίον της τρομοκρατίας. Αυτές οι εξελίξεις δε θα ήταν δυνατές αν οι Σύμμαχοι δεν είχαν σταθεί ο ένας δίπλα στον άλλο από την αρχή αυτής της νέας εποχής ασφαλείας.