Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ: Που σταματά η πραγματικότητα και που ξεκινά η φαντασία ΜΕΡΟΣ Α: Μύθοι σχετικά με το Βιασμό.



Είναι γεγονός ότι τα σεξουαλικά εγκλήματα είναι μεταξύ αυτών που δεν αναφέρονται συχνά στις αρμόδιες αρχές και ιδιαίτερα η εγκληματική πράξη του βιασμού.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, υπολογίζεται ότι μόνο το 1/5 των βιασμών τελικά καταγράφεται στα επίσημα στατιστικά δεδομένα των αστυνομικών αρχών (Mayhew, et. al., 1989) και ανάλογη είναι η εικόνα που παρουσιάζεται στα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη.

Τα σεξουαλικά εγκλήματα αφορούν τη χρήση απειλών ή εξαναγκασμού, προκειμένου να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση του θύματος σε σεξουαλικές πράξεις με απώτερο στόχο τη σεξουαλική διέγερση του θύτη (Blackburn, 1998).

Πιο συγκεκριμένα, ο βιασμός περιγράφεται ως το έγκλημα που διαπράττεται από έναν σκληρό και βίαιο άντρα, ο οποίος κινητοποιείται από την ανάγκη του για εξουσία, για εξαναγκασμό ή από  θυμό, και ο οποίος επιλεγεί ένα θύμα, ασκεί βία πάνω του, πολλές φορές υπερβολική για να υπερνικήσει την αντίστασή του και να το ταπεινώσει (Groth and Birnbaum, 1979).

Το έγκλημα του βιασμού διαφοροποιείται ως προς την ένταση της βίας που χρησιμοποιείται, ως προς το φύλο του θύματος (δεν είναι πάντα οι γυναίκες τα θύματα), ως προς τον αριθμό των θυτών και ως προς τη σχέση θύματος ?θύτη (Jones, 2000; Blackburn, 1998).

Παρά το γεγονός ότι ο βιασμός θεωρείται ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα, μια σειρά μύθων έχουν αναπτυχθεί και συντηρηθεί στο ευρύ κοινό δικαιολογώντας τη συγκεκριμένη πράξης βίας και ενοχοποιώντας παράλληλα το θύμα.

Οι μύθοι που έχουν αναπτυχθεί για τον βιασμό μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε τρεις κατηγορίες: αυτοί που αφορούν τα θύματα, αυτοί που αφορούν τους θύτες και αυτοί που σχετίζονται με τη φύση της εγκληματικής πράξης (Burt, 1980).  Αναφορικά με το θύμα  οι πιο συνηθισμένοι μύθοι είναι ότι η γυναίκα ψεύδεται γιατί έχει απώτερους στόχους, ότι «πήγαινε γυρεύοντας», ή ότι δεν είναι ο τύπος της γυναίκας που βιάζεται, γιατί οι «απελευθερωμένες» αποτελούν τα θύματα βιασμών, η γυναίκα διεγείρεται σεξουαλικά από την ιδέα του βιασμού (Bond and Mosher, 1986).

 Οι μύθοι που σχετίζονται με τους θύτες, ουσιαστικά είτε δικαιολογούν τη συμπεριφορά του (π.χ. «δεν το ήθελε αλλά τον προκάλεσε»), ή περιορίζουν τους θύτες σε πολύ συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού (π.χ. ψυχοπαθείς).  Τέλος, ως προς τη φύση του βιασμού υποστηρίζεται ότι εφόσον δεν προκάλεσε κάποια βλάβη ή τραυματισμό δεν είναι βιασμός ή η φύση του άντρα είναι τέτοια που δικαιολογεί σεξουαλική βία.

Οι διαστρεβλωμένες αυτές αντιλήψεις είναι αρκετά διαδιδόμενες στο κοινωνικό σύνολο και μάλιστα επηρεάζουν άτομα με υπεύθυνες θέσεις στο δικαστικό σώμα.

Είναι σημαντικό σε αυτό το σημείο να εξετάσουμε σε τι εξυπηρετεί η ύπαρξη αυτών των μύθων.  Μια προφανής εξήγηση είναι ότι συντηρείται η ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος είναι δίκαιος και ότι ο βιασμός συμβαίνει μόνο σε άτομα που το αξίζουν.

Η αντίληψη ότι τα καλά πράγματα συμβαίνουν στους καλούς ανθρώπους βοηθά τα άτομα να έχουν μια αίσθηση ελέγχου και ασφάλειας στης ζωής τους.  Μια δεύτερη εξήγηση είναι ότι η μη αποδοχή του βιασμού είναι μια σιωπηλή, ενοχική συναίνεση ότι οι πολιτισμικές αξίες κάθε κοινωνίας τηρούνται και διαφυλάσσονται, διότι η αναγνώριση της αντίθετης άποψης θα ανέτρεπε την ισορροπία και τα θεμέλια της κοινωνίας, δηλαδή ότι κάθε αποτρόπαια πράξη πρέπει να μην μένει ατιμώρητη, από τη στιγμή που προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

  Μια τελευταία ερμηνεία είναι ότι με αυτόν τον τρόπο τα άτομα απωθούν αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα, που είτε σχετίζονται με το ότι υπήρξαν θύματα βιασμού, είτε ότι διέπραξαν το βιασμό (Franiuk, et. al., 2008).

Η διατήρηση αυτών των αντιλήψεων επιφέρει μια σειρά αρνητικών συνεπειών κυρίως για τα θύματα τέτοιων πράξεων αλλά και για την ευρύτερη κοινωνία.  Η σοβαρότερη συνέπεια είναι ότι δεν αναγνωρίζεται το έγκλημα του βιασμού και μετατίθεται η ευθύνη στο θύμα.  Καθώς, οι μύθοι αυτοί έχουν διαποτίσει τα πιστεύω μελών του δικαστηρίου (π.χ. πρόεδρος του δικαστηρίου, ένορκοι), αυτό έχει επιπτώσεις στην τιμωρία των θυτών.

Έχει διαπιστωθεί ότι δίνονται μικρότερες ποινές όταν τα μέλη του δικαστηρίου είναι προκατειλημμένα λόγω των παραπάνω μύθων (Gray, 2006).  Οι μύθοι για το βιασμό δεν επηρεάζουν μόνο τους άντρες αλλά και τις γυναίκες με διαφορετικές συνέπειες για το κάθε φύλο.  Οι άντρες που συντηρούν αυτά τα πιστεύω φαίνεται να τείνουν να επικροτούν τους παραδοσιακούς σεξιστικούς ρόλους για τα δύο φύλα και είναι πιθανό να βιαιοπραγούν κατά των γυναικών.

Από την άλλη οι γυναίκες που υιοθετούν αυτούς τους μύθους έχει αποδειχθεί ότι είναι πολύ πιο πιθανό να είναι θύματα σεξουαλικού εξαναγκασμού.  Όμως η πιο ανησυχητική διάσταση όλων αυτών συνεπειών είναι ότι έμμεσα συντηρείται και ενισχύεται η σεξουαλική βία κατά των ατόμων (Franiuk, et. al., 2008).

Το ερώτημα που γεννιέται είναι αν αυτή η αρνητική κατάσταση για τα θύματα βιασμού μπορεί να αλλάξει, ώστε πέρα από τραυματικό γεγονός του βιασμού να μην θυματοποιούνται περισσότερο στην καθημερινότητά τους και στην διεκδίκηση του δικαιώματός τους για τιμωρία του ενόχου.  Οι στάσεις μπορεί να αλλάζουν δύσκολα, αλλά το γεγονός είναι ότι αλλάζουν.  Για την αλλαγή των λανθασμένων αυτών αντιλήψεων απαιτείται συστηματική ενημέρωση των αρμόδιων φορέων που εμπλέκονται στα εγκλήματα του βιασμού (π.χ. αστυνομία, δικαστικές αρχές, κοινωνικές υπηρεσίες), αλλά και του ευρύτερου κοινωνικού δικτύου, σε αυτή την περίπτωση τα ενημερωτικά σποτάκια που παίζονται συχνά και τακτικά μπορεί να επιφέρουν σημαντικές αλλαγές.

Η συνδρομή των ΜΜΕ είναι απαραίτητη, καθώς τα ίδια τα μέσα συντηρούν τους μύθους μέσα από τον τόπο που προβάλλονται στις ειδήσεις οι υποθέσεις βιασμών, και ο τρόπος που προσεγγίζεται ο βιασμός από τα τηλεοπτικά προγράμματα.

Βιβλιογραφία
Blackburn, R. (1998). The Psychology of Criminal Conduct: Theory, Research, and Practice. Chichester: Wiley.

Bond, S.B., and Mosher, D.L. 91986). Guided Imagery of Rape: Fantasy, Reality and the Willing Victim Myth. The Journal of Sex Research, 22(2): 162- 183.

Burt, M.R. (1980). Cultural Myths and Support for Rape. Journal of Personality and Social Psychology, 38: 217- 230.

Franiuk, R., Seefelt, J.L., Cepress, S.L., and Vandello, J.A. (2008). Prevalence and Effects of Rape Myths in Print Journalism. Violence Against Women, 14(3): 287- 309.

Gray, J.M. (2006). Rape Myth beliefs and Prejudiced Instructions: Effects on Decisions of Guilt in a Case of Date Rape. Legal and Criminological Psychology, 11: 75- 80.

Groth, A.N., and Birnbaum, H.J. (1979). Men who Rape: The Psychology of the Offender. New York: Plenum.

Jones, S. (2000). Understanding Violent Crime. Buckingham: Open University Press.

Mayhew, P., Elliott, D., and Dowds, L. (1989). The 1998 British Crime Survey, Home Office Research Study, No 111. London: HMSO.

Κατερίνα Γερολύμπου
Κλινική ? Δικαστική Ψυχολόγος
E-mail: kgerolympou@yahoo.com
Τηλ. Επικοινωνίας: 6978 777 313


http://e-psychology.gr/