Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Τζιχάντ και εσχατολογία (ή αλλιώς: τι είναι, από που προέκυψε και ποιούς αφορά)

του Σπύρου Λίτσα

Διάχυτη είναι η άποψη στην ελληνική κοινή γνώμη ότι η άνοδος του τζιχαντιστικού Ισλάμ αποτελεί δεδομένο των τελευταίων ετών.

Το τζιχαντιστικό Ισλάμ βρίσκεται σε διαρκή και συνεχή ρήξη με οτιδήποτε μη οικείο προς τον ολιστικά συντηρητικό εσχατολογικό λόγο του και το σεκταριστικό εφαρμοστικό πλαίσιό του από τις αρχές του 18ου αιώνα, όταν το πουριτανικό ισλαμιστικό κίνημα των ουχάμπι εξάπλωσε διά την «πειθώ» του ξίφους την κυριαρχία του σε ένα μεγάλο μέρος της Μέσης Ανατολής, αμφισβητώντας ευθέως τον ήπιο σουνιτικό προσανατολισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η ανάδειξη των αντιπάλων για το τζιχαντιστικό Ισλάμ γίνεται μέσα από το φάσμα της ανάλυσης του απόλυτα καλού σε αντιδιαστολή με το απόλυτα κακό, όπου το πρώτο αποτελεί μια κλειστή ομάδα/συλλογικότητα που αποδέχεται τον «ορθό» λόγο του Θεού και αντιπαρατίθεται με μια εχθρική ολότητα που ξεκινά από το ίδιο το Ισλάμ -σουνιτικό ή σιιτικό- και καταλήγει σε οτιδήποτε μη αποδεκτό από τους ίδιους προς τις ιδέες και τις πεποιθήσεις τους.

Μια ανοιχτή αντιπαράθεση με καθετί που αποκλίνει του μονοδρόμου που έχουν οι ίδιοι χαράξει σε νοητική αλλά και πολιτικο-κοινωνική διάσταση.

Το τζιχαντιστικό Ισλάμ δεν έχει τις ρίζες του στην Αραβική Ανοιξη. Η δράση της Αλ Κάιντα, για παράδειγμα, ή της Μπόκο Χαράμ και των Ταλιμπάν τοποθετούνται χρονικά στα πρώιμα μεταψυχροπολεμικά χρόνια. Η Αραβική Ανοιξη επέτυχε να φέρει τους τζιχαντιστές μέσω της πολιτικής και οικονομικής ισχυροποίησης των πολιτικών σαλαφιστικών κομμάτων στην επιφάνεια και να αυξηθεί ο κύκλος των υποστηρικτών τους.

Αλλά, από την άλλη, αυτό ίσως να ήταν αναπόφευκτο, από τη στιγμή που οι τζιχαντιστές επιδιώκουν να αυξήσουν με κάθε τρόπο τον κύκλο της αντιπαράθεσής τους, ώστε να διατηρούνται στην πρωτοπορία της καταστροφής και της διασποράς του τρόμου και του θανάτου.


Διάφοροι θεωρητικοί των Διεθνών Σχέσεων υποστηρίζουν ότι οι λόγοι για την άνοδο του τζιχαντιστικού Ισλάμ είναι κυρίως κοινωνικοί. Η φτώχεια και η εξαθλίωση οδηγούν χιλιάδες νέους στο να καταταγούν στις ταξιαρχίες του ολέθρου, είτε αυτές είναι της ISIL ή της Χεζμπολάχ, της Χαμάς, της Μπόκο Χαράμ, της MUJAO κ.λπ.

Αυτού του είδους οι προσεγγίσεις, που επηρεάζονται από έναν ουτοπικό νοο-βεμπεριανό προσανατολισμό, δεν λαμβάνουν υπόψη τους ότι τα μέλη αυτών των τρομοκρατικών οργανώσεων δεν επιθυμούν μια κοινωνική αλλαγή στον πυρήνα της διεθνοπολιτικής εξέλιξης.

Η στόχευσή τους είναι ξεκάθαρα μιλιταριστική, σε θεωρητικό επίπεδο κατά Martin Wight έκδηλα επαναστατική, και αφορά την πραγμάτωση της μαξιμαλιστικής στόχευσης του παγκόσμιου Χαλιφάτου.


Η στράτευση νέων μουσουλμάνων στις οργανώσεις αυτές έχει να κάνει πρωτίστως και κυρίως με τον θρησκευτικό φανατισμό που έχει ενσταλάξει ο οικογενειακός ή κοινωνικός περίγυρος στις ψυχές αυτών των ανθρώπων ή δευτερευόντως η ανάγκη να αποκτήσουν μια συγκεκριμένη κοινωνικοπολιτική ταυτότητα.

Οι οικονομικές απολαβές από τη συμμετοχή σε αυτού του είδους τις οργανώσεις είναι ένα τριτεύον δεδομένο, που δεν συγκινεί όσο θα ανέμενε ένας δυτικός αναλυτής τους εμπλεκόμενους πουριτανικούς φορείς.

Οι δυσχερείς κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που διαπερνούν τα κράτη της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής έχουν να κάνουν ασφαλώς με τα απότοκα των αποικιακών συστημάτων αλλά και με τις διεφθαρμένες κυβερνήσεις που ακολούθησαν το τέλος της αποικιοκρατίας, καθώς επίσης και με την αδυναμία των κοινωνιών αυτών να δημιουργήσουν ένα συνεκτικό ιστό αλληλοσυνεννόησης και δημιουργικής υπερβατικότητας των ελλειμματικών αστικών υποδομών ή των περιορισμένων φυσικών πλουτοπαραγωγικών πηγών.


Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί το τεράστιο αυτό ζήτημα του τζιχαντιστικού Ισλάμ; Συνολικώς και οριστικώς αυτό είναι αδύνατο. Μόνο οι στοχευμένες χερσαίες επιχειρήσεις μπορεί να μειώσουν -αλλά όχι να εξαλείψουν- τον φονταμενταλιστικό εφιάλτη.

Αλλά η πολιτική διαχείριση της όλης κατάστασης χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Αντίπαλος της Δύσης αλλά και του Ισλάμ είναι οι φονταμενταλιστές και μόνο αυτοί.

Το σενάριο του Σάμιουελ Χάντιγκτον περί της σύγκρουσης των πολιτισμών πρέπει να παραμείνει ένα κακό σενάριο επιστημονικής φαντασιοπληξίας και όχι το αποτέλεσμα εσφαλμένων χειρισμών που θα οδηγήσουν σε μια ανεξέλεγκτη εντροπία μιλιταριστικής διάστασης.



Σπύρος Λίτσας

http://www.dimokratianews.gr/