Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

Μιλήσιοι Έλληνες μισθοφόροι ίδρυσαν στο Νείλο αποικία και την ονόμασαν: “Ναύκρατις”, Νικήτρια του Στόλου...


  Ναύκρατις, Κυρήνη και Σίλφιον



...Θυμάσαι, Μάρκε, που έφερες από του ανθυπάτου το μέγαρον τον Κυρηναίο περίφημο ζωγράφο, και με τι καλλιτεχνικήν εκείνος πανουργία μόλις είδε τον φίλο σου κ' ήθελε να σας πείσει...

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, 'Λάνη τάφος' (1918)




Από τις τρεις Ελληνικές πόλεις στην Αίγυπτο, η Ναύκρατις παρέμενε μια τυπική Ελληνική πόλη-κράτος, παρά το γεγονός ότι, μετά την ίδρυση της Αλεξάνδρειας, η σημασία της μειώθηκε κάπως.

Στο διάστημα που μεσολάβησε από τον θάνατο του Αλέξανδρου μέχρι την άνοδο στο θρόνο του Πτολεμαίου Α', η Ναύκρατις εξέδωσε δικό της νόμισμα.

Ο αριθμός των μορφωμένων Ελλήνων που κατοικούσαν στην πόλη, τόσο στην εποχή των Πτολεμαίων όσο και στους Ρωμαϊκούς χρόνους, αποδεικνύει ότι η Ναύκρατις συνέχισε την πολιτιστική της παράδοση.

Ο Πτολεμαίος Β' ο Φιλάδελφος πρόσεξε ιδιαίτερα την Ναύκρατι.

Στους Πάπυρους Bell211 μαθαίνουμε ότι “έχτισε ένα μεγάλο κτίριο μήκους 90 μέτρων και πλάτους 18 για να καλύψει το κενό που άφησε η πεσμένη είσοδος του μεγάλου Τεμένους. Ενίσχυσε τα δωμάτια στο Τέμενος και έβαλε νέες βάσεις” Το οικοδόμημα για το οποίο μιλάει η επιγραφή είναι το λεγόμενο Ελλήνιον212. Τελευταίες ανασκαφές στην περιοχή αποκαλύπτουν ότι ένα από τα κτίρια του Ελληνίου ήταν ναός κάποιου Αιγύπτιου θεού, γεγονός που δείχνει ότι ακόμα και μια τόσο ελληνική πόλη όπως η Ναύκρατις, περιελάμβανε στοιχεία του Αιγυπτιακού πολιτισμού, και μάλιστα δίπλα-δίπλα με το σπουδαιότερο ελληνικό της ιερό.



Η πόλη άκμασε και κατά τη διάρκεια της Δυναστείας των Πτολεμαίων, όπως δείχνουν οι πολλοί αμφορείς από τη Ναύκρατι της εποχής των Πτολεμαίων, που βρέθηκαν στη Ρόδο και αλλού. Στους Πάπυρους του Ζήνωνα213, η Ναύκρατις φαίνεται να είναι το κυριότερο λιμάνι στη διαδρομή από την Μέμφιδα στην Αλεξάνδρεια, και η μεγαλύτερη πόλη από το Πηλούσιο προς την Αλεξάνδρεια. Διοικητικά, ανήκε στο νομό της Σαΐδος.



Η Ναύκρατις αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού στη βόρεια Αφρική και μαζί με την Κυρήνη, ήταν η σημαντικότερη αποικία των Ελλήνων στις νότιες ακτές της Μεσογείου. Ειδικά για την Αίγυπτο, που μας ενδιαφέρει εδώ, η ίδρυση της Ναυκράτιδος αποτελεί την πρώτη απόπειρα διείσδυσης των Ελλήνων στη χώρα του Νείλου, αλλά και την πρώτη υποχώρηση των Αιγυπτίων απέναντι στους “ανθρώπους της πράσινης θάλασσας” ή τους “ανθρώπους των πανεριών” όπως αποκαλούσαν τους Έλληνες.

Αξίζει λοιπόν τον κόπο να ανατρέξουμε για λίγο στην ιστορία της ίδρυσης της Ναυκράτιδας, παρόλο που χρονικά απέχει μερικούς αιώνες από την Ελληνιστική εποχή η οποία μας ενδιαφέρει. Γιατί οι Έλληνες έμειναν στην Αφρική πάνω από χίλια διακόσια χρόνια, ενώ οι συμπατριώτες τους αλλού είχαν από καιρό αποσυρθεί, όχι γιατί τους άρεσαν οι λωτοί, τα νηπενθή ή το σίλφιο. Ούτε γιατί ήταν καλοί έμποροι ή γιατί καλλιεργούσαν τη γη καλλίτερα από τους ντόπιους. Ούτε γιατί είχαν μεγαλύτερη θέληση να μείνουν ή διέθεταν καλλίτερο πολίτευμα.

Οι Έλληνες που έμειναν στην Αφρική, στην Ναύκρατι, στην Κυρήνη, στην Αίγυπτο, δεν ζούσαν με τη ρουτίνα της καθημερινότητας, ούτε καν με την καθημερινότητα της κλασσικής Ελλάδας.
Ζούσαν σκληρά και επικίνδυνα. Ο αποικισμός του 7ου π. Χ. αιώνα και η εξάπλωση της δημοκρατίας των Ελληνικών πόλεων στη βόρεια Αφρική ήταν μια διείσδυση με τα όπλα στο χέρι.

Οι Έλληνες – τότε και πάντα και παντού – ζούσαν με τα όπλα στο χέρι, όχι για να κυριεύσουν ή να κυριαρχήσουν, αλλά για να αμυνθούν.
Και να προετοιμάσουν τον ερχομό του Αλέξανδρου.


Από καταβολής κόσμου, από την εποχή τουλάχιστον που οι Έλληνες μετακινήθηκαν ανάμεσα στα νησιά του Αιγαίου Πελάγους, πήγαιναν να δουν το Δέλτα του Νείλου. Το μεγάλο, πράσινο αρχιπέλαγος που αγκαλιάζουν οι επτά βραχίονες του ποταμού, μοιάζει τόσο πολύ με τη σύναξη των νησιών του Αιγαίου ώστε δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από την περιέργεια των ανθρώπων του πελάγους. Ούτε και από την απληστία τους.



Από τις αρχές κιόλας της 2ης χιλιετηρίδας π. Χ., στα Αιγυπτιακά έγγραφα αναφέρονται οι “Ελουνεμπούτ”, αυτοί οι “Έλληνες των πανεριών” που ζουν πάνω στα νερά και έρχονται στην Αίγυπτο να ζητήσουν από τους περιβολάρηδες του Νείλου ψωμί, μπίρα και κρεμμύδια. Τα έγγραφα μιλούν για τους “Κεφτιού” που ο ούριος άνεμος σπρώχνει νότια, και σε τέσσερις-πέντε μέρες, από τα νότια παράλια της Κρήτης φτάνουν στην Αίγυπτο.

Στα κείμενά τους, οι Αιγύπτιοι αναφέρουν ακόμα τους “Μενού”, από την Κιλικία, χωρίς αμφιβολία. Για διακόσια χρόνια, στους 15ο και 14ο αιώνες π. Χ., τα ιερογλυφικά στην Αίγυπτο μιλούν για όλους αυτούς, τους αποκαλούν συλλήβδην “λαούς που κατοικούν στη μέση της Πράσινης Θάλασσας”, δηλαδή τους Έλληνες, και λένε ότι ήταν φόρου υποτελείς στον μεγάλο βασιλιά των δυο χωρών του Πε-ραό, δηλαδή τον Φαραώ: “Σέρνονται στα γόνατα ως Αυτόν και αναπνέουν με τα ρουθούνια της Μεγαλειότητάς του”.

Η ανάσα ζωής που παίρνουν από τον Φαραώ οι Έλληνες είναι απλούστατα τρόφιμα σε αντάλλαγμα με το χρυσό, το ασήμι, τους πολύτιμους λίθους, την ξυλεία, τα κρασιά και τα χοντρά μάλλινα υφάσματα που φέρνουν με τα πλοία τους. Οι κάτοικοι της χώρας του Νείλου τους δέχονται. Για ένα διάστημα φτάνουν και μέχρι την πρωτεύουσα του θεού Άτον, σε απόσταση 310 χλμ. από τις ακτές. Οι Φαραώ στρατολογούν ανάμεσά τους μισθοφόρους.



Τους χλευάζουν, αλλά και τους φοβούνται συνάμα. Γιατί είναι έξυπνοι και θαρραλέοι. Στα τέλη του 13ου αιώνα γίνονται τόσο πολυπληθείς και πιεστικοί, με τους αδελφούς και τους συμμάχους τους από τα παράλια της Κιλικίας, της Συρίας και της Φοινίκης, που οι Αιγύπτιοι αναγκάζονται, πολλές φορές, να τους εκδιώξουν, να τους εξολοθρεύσουν, να τους απαγορεύσουν την είσοδο, ακόμα και το πλεύρισμα στη στεριά, αυτούς του “λαούς της θάλασσας”.



Έτσι, για πρώτη φορά, γίνεται φανερό ότι όλη η δυστυχία της Αιγύπτου αποτελείται από κρίσεις φιλοξενίας και ξενοφοβίας. Πρόκειται για τις αιώνιες έριδες του Ηρακλή με τον άσπλαχνο Βούσιρι. Τον 8ο αιώνα, ο Όμηρος (ή ο όποιος συγγραφέας της Οδύσσειας), αφηγείται πώς ο Μενέλαος και η Ελένη, ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του πλούτισαν αφάνταστα κάνοντας εμπόριο με τους Αιγύπτιους, αφού πρώτα λεηλάτησαν τη γη και πήραν τις γυναίκες τους.

Και Ο Πρωτέας – ο Προύντι των Αιγυπτίων – ο φύλακας του Δέλτα, ελέγχει τα πάντα. Και οι Αιγύπτιοι κατέστειλαν όλες τις απόπειρες επιδρομών και λεηλασίας. Όλες οι κακοτυχίες των Ελλήνων στην Αίγυπτο προέρχονται από το γεγονός ότι μερικές φορές καταχράστηκαν τη φιλοξενία της.



Λέει λοιπόν ο Όμηρος:

...
δεν έπαθε, μόν' άβλαβοι καθόμασταν, κι εκείνα
τα πήγαινε ίσια ο άνεμος μαζί με τους ποδότες,
Σε μέρες πέντε φτάσαμε στου ποταμού του Αιγύπτου
το καλό ρέμα· και άραξα τα δίπλωρα καράβια.
Πρόσταξα τότες τους καλούς συντρόφους μου να μείνουν
αυτού, πλάϊ στα καράβια τους, για να τα διαφεντεύουν,
κι έστειλα βίγλες να τηρούν απ' τις κορφές τριγύρω·
μα εκείνοι ξεπαρθήκανε κι όπου ήθελαν τραβήξαν·
των Αιγυπτίων κουρσέψανε τα ολόμορφα χωράφια,
και παίρναν γυναικόπαιδα, χαλνούσανε τους άντρες.
Κι ήρθε ως τη χώρα το βουητό, κι ακούν αυτοί και τρέχουν
σαν έφεξε· και γέμισε πεζούρα και καβάλα
όλος ο κάμπος, κι άστραφτε ο χαλκός· κι ο βροντοχάρης
ο Δίας στους συντρόφους μου ρίχνει κακή φευγάλα,
κι ένας δεν κόταε να σταθή κι οχτρό του ν' αντικρύση,
γιατί παντούθε αφανισμός κακός τους είχε ζώσει.
Τότες πολλούς μου σκότωσαν τα κοφτερά σπαθιά τους,
κι άλλους τους πιάσαν ζωντανούς και στη σκλαβιά τους ρίξαν.
Ως τόσο αυτό το στοχασμό μου φέρνει ο Δίας στο νου μου,
αν και μακάρι ο θάνατος να μ' εύρισκε εκεί πέρα,214



Και λέει παρακάτω ο ποιητής:

...Κι ο Αντίνος τότες φώναξε· «Μα ποιός θεός μας φέρνει
αυτό το μέγα βάσανο, των τραπεζών τη λώβα;
Μακριά από το τραπέζι μου, στη μέση που είσαι, στάσου,
σε πιο πικρή να μη βρεθής άλλη Αίγυπτο και Κύπρο,
αδιάντροπος κι απόκοτος σαν πού 'σαι διακονιάρης.
Με την αράδα σ' όλους πάς, και ξένοιαστα όλοι δίνουν,
τι κρατημό δεν έχουνε και λύπη, μόνε ρίχτουν
από τα ξένα, αφού πολλά καθένας έχει ομπρός του.»215



Όλα αυτά όμως δεν σταμάτησαν τον Μενέλαο να πλουτίσει

295
τα πέντε όμως μαυρόπλωρα καράβια που σωθήκαν,
300
τα τράβηξε στην Αίγυπτο της τρικυμιάς η φόρα.
Πολύ εκεί βιός συνάζοντας και μάλαμα ο Μενέλαος,
με τα καράβια γύριζε σε αλλόγλωσσους ανθρώπους216·



Στα παράλια, στην Αίγυπτο, η στεριά κερδίζει κάθε χρόνο έδαφος από τη θάλασσα. Ο Νείλος, που της φέρνει τα χώματα από τα 6.700 χλμ. της διαδρομής του, αλλάζει αδιάκοπα τη δομή του Δέλτα του, πληθαίνει τα στόμια, φτιάχνει νέους βάλτους και νησιά, όπως και οι Αιγύπτιοι φτιάχνουν συνέχεια νέα κανάλια.



Σ' ένα νησί που πρωτοεμφανίστηκε στην αριστερή όχθη του Κανωπικού στομίου, που την εποχή εκείνη ήταν το πιο δυτικό του Νείλου, σ' απόσταση 60 χλμ. νοτιοανατολικά της σημερινής Αλεξάνδρειας, αρκετά βαθιά στην ξηρά, και επομένως προφυλαγμένο από τις θύελλες, οι Μιλήσιοι έμποροι πήραν από τον Φαραώ Ψαμμήτιχο Α', γύρω στα 650 π. Χ., την άδεια να σταθμεύουν μόνιμα εκεί.

Έβλεπαν το Νείλο να φουσκώνει, από το θερινό ηλιοστάσιο και έπειτα, και από κίτρινος που ήταν να γίνεται πράσινος και μετά κόκκινος και να πλημμυρίζει τα κανάλια και τα χωράφια, να αποτραβιέται, να ξεφουσκώνει και να περιορίζεται στην κοίτη του. Και η κάθε φάση του ποταμού, η φουσκονεριά και η φυρονεριά, κρατούσαν ακριβώς εκατό μέρες. Και ως τον επόμενο Μάρτη, το μόνο που θα μείνει είναι μερικοί βάλτοι με πάπυρους.



Για τους θαλασσινούς όμως οι αρχές του Νοέμβρη είναι η απαρχή της περιόδου με τις κακοκαιρίες. Η Μεσόγειος δεν προσφέρεται πια για ταξίδια. Οι άνθρωποι από την Ιωνία, από τα νησιά και από την Ελλάδα δεν ξανοίγονται πια στη θάλασσα. Μένουν στην γη του Νείλου. Χτίζουν, όπως κι' άνθρωποι του Δέλτα, σπίτια από πλίνθους.

Φτιάχνουν έναν οικισμό και τον ονομάζουν “Ναύκρατι”, Νικήτρια του Στόλου, από το όνομα κάποιου πλοίου τους, και το χειμώνα θα εξακολουθήσουν να πουλάνε λιανικά όσα προϊόντα τους έχουν περισσέψει. Στον εισπράκτορα του Φαραώ πληρώνουν φόρο 10% από τα εμπορεύματά τους ή από τα χρήματα που εισπράττουν. Οι φόροι πάνε κατευθείαν στο παλάτι, στη Σαΐδα, εικοσιπέντε χλμ. ανατολικά.



Κάνουν κι' αυτοί ότι βλέπουν να κάνουν οι ντόπιοι: υψώνουν αναχώματα, σκάβουν κανάλια και φτιάχνουν δεξαμενές για να προστατεύσουν τα πλοία τους. Οι Αιγύπτιοι έχουν σχεδόν παραχωρήσει το μέρος αυτό στους ανθρώπους της θάλασσας και αυτοί το έχουν μετατρέψει σε εμπορείο.

Θα το ονομάσουν Πι-Εμ-Ροοζ, που στη γλώσσα τους σημαίνει 'Το Σπίτι του Λιμανιού', και το γράφουν ΝΒΚΡΤ217, και θα συγκεντρωθούν κοντά στην πόλη, κοντά στους ναούς των θεών τους, του Άμμωνα και του Θωτ, σε μια συνοικία στα νότια της πόλης, γιατί χρειάζονται τα προϊόντα που φέρνουν οι ξένοι και θέλουν να πουλήσουν τα δικά τους σε καλή τιμή.

Το όνομα Ναύκρατις σώζεται ακόμα: είναι το όνομα του χωριού
Νεκρός που βρίσκεται σε απόσταση τριών χλμ. ανατολικά από τα ερείπια.



Σήμερα, ακόμα και η κοίτη του ποταμού μετακινήθηκε και κυλάει μακριά, προς τα δυτικά. Οι αρχαιολόγοι, μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, δεν είχαν σκάψει δυτικότερα, κοντά στο χωριό Νεμπιρέχ.

Πίστευαν ότι η αρχαία Ναύκρατι θα ήταν ακόμα στις όχθες του Νείλου, πάνω σε ένα μικρό ύψωμα που είχε μάκρος 450 μέτρα και φάρδος 200. Στην πραγματικότητα ή πόλη εκτεινόταν σε πολύ μεγαλύτερη έκταση, διπλάσια και βάλε.
Ο βασιλιάς Άμασις - που ήθελε τους Έλληνες μισθοφόρους στο στρατό του, στην πρωτεύουσά του, γιατί πολεμούσαν καλύτερα από τους δικούς του -  έκανε, το 560 π. Χ., τη Ναύκρατι το μοναδικό Αιγυπτιακό λιμάνι ανοιχτό στο Ελληνικό εμπόριο.
Ένα μονοπώλιο που διευκόλυνε και το τελωνείο, να εισπράττει τους φόρους πιο εύκολα, και το συνδύασε με έναν νέο φόρο: 10% πάνω σε όλα τα προϊόντα από άργιλο ή οπτή γη.



Η ιστορική αυθεντία την περίοδο εκείνη, ο Ηρόδοτος, μας λέει (2.178):


“Ο Άμασις ήταν φιλέλληνας, και ανάμεσα στα προνόμια που τους παραχώρησε ήταν και η πόλη Ναύκρατις στην οποία μπορούσαν να κατοικούν. Σε όσους απλά ήθελαν να κάνουν εμπόριο στις ακτές και δεν ήθελαν να έχουν μόνιμη κατοικία στη χώρα, παραχώρησε εκτάσεις πάνω στις οποίες μπορούσαν να χτίσουν τους βωμούς και τα τεμένη των θεών τους.

Από αυτά τα τεμένη, το πιο μεγαλειώδες, που είναι και το πιο πολυσύχναστο είναι το ονομαζόμενο Ελλήνιο. Χτίστηκε από κοινού από τους Ίωνες, τους Δωριείς και τους Αιολείς με τη συμβολή των εξής πόλεων: από την Ιωνία η Χίος, η Τέος, η Φωκαία και οι Κλαζομενές. Η Ρόδος, η Κνίδος, η Αλικαρνασσός και η Φάσηλις για τους Δωριείς. Και για τους Αιολείς η Μυτιλήνη.

Σε αυτές τις πόλεις ανήκει το τέμενος και αυτές έχουν το δικαίωμα να διορίζουν διοικητές του. Όλες οι άλλες πόλεις που διεκδικούν μέρος του τεμένους, διεκδικούν κάτι που δεν τους ανήκει. Οι εξής τρεις πόλεις όμως έφτιαξαν δικά τους ιερά: η Αίγινα στον Δία, η Σάμος στην Ήρα και η Μίλητος στον Απόλλωνα.”218



Και για να μην αμφιβάλλει κανείς για την αυτονομία αυτής της πρωτότυπης αποικίας, όπου συνυπάρχουν όλες οι ελληνικές διάλεκτοι, και που είχε τους δικούς της θεούς, τους άρχοντές της, τους δικούς της νόμους, ο Ηρόδοτος λέει ότι: “τουτέων μὲν ἐστὶ τοῦτο τὸ τέμενος, καὶ προστάτας τοῦ ἐμπορίου αὗται αἱ πόλιες εἰσὶ αἱ παρέχουσαι", δηλαδή “ Σε αυτές τις πόλεις ανήκει το τέμενος και αυτές έχουν το δικαίωμα να διορίζουν διοικητές του”, με άλλα λόγια μόνο οι πόλεις αυτές μπορούν να διορίζουν εκπροσώπους, υπερασπιστές των συμφερόντων τους και διαιτητές. Όσο για τη διακυβέρνηση της Ναυκράτιδας, την είχαν εμπιστευθεί σ' ένα συμβούλιο από πρόκριτους, κάτι ανάλογο με τους “τιμούχους” της Μασσαλίας και της Τέως.




Από το 560 και μετά, χιλιάδες Έλληνες άρχισαν να μαζεύονται στη Ναύκρατι κι' ανάμεσά τους ο Πυθαγόρας από τη Σάμο.
Το νησί διατηρούσε τις καλύτερες σχέσεις με τον βασιλιά της Αιγύπτου. Όταν, γύρω στα μέσα του πρώτου χρόνου της εξηκοστής δεύτερης Ολυμπιάδας, την άνοιξη δηλαδή του 532 π. Χ., ο Πυθαγόρας, ο γιος του Μνήσαρχου, άφησε μαζί με την Πυθαΐδα, τη μητέρα του, τη γυναίκα του τη Θεανώ και το γέρο υπηρέτη τους τον Ζάλμοξη, τη λασπωμένη αμμουδιά του λιμανιού της Σάμου, έκανε ότι τόσοι Έλληνες, εδώ και τόσες γενιές, και ότι τόσοι άλλοι θα κάνουν μετά απ' αυτούς: μετανάστευσε.



Μόλις είχε κλείσει τα σαράντα. Ο δακτυλιογλύφης (χρυσοχόος) πατέρας του, του άφησε πεθαίνοντας μια πολύ μικρή, κινητή χωρίς αμφιβολία, περιουσία, που θα μπορούσε εύκολα να εκποιήσει αλλά που είχε αρχίσει να εξαντλείται. Ήταν πολύ καλός μαθητής, αλλά είχε μάθει όσα μπορούσε να μάθει από τον δάσκαλό του τον Ερμοδάμαντα – μουσική, ποίηση, χορό και την ηθική των ελευθέρων ανθρώπων. Κάποιος συγγενής της μητέρας του τον σύστησε στον μεγάλο άνδρα της Σύρου, τον Φερεκύδη το Σοφό. Ο δάσκαλος, που τον πέρναγε μόνο δώδεκα χρόνια, είχε γράψει την “Κοσμογονία” του και συνέχιζε τις έρευνές του πάνω στη δημιουργία του σύμπαντος και τις αρχές που το διέπουν.



Ο νεαρός Πυθαγόρας έμεινε έξι χρόνια κοντά στον Φερεκύδη, ταξίδεψε μαζί του από νησί σε νησί, μελετώντας σε βάθος τα ιερά του θεού Απόλλωνα. Πήγε στις μεγάλες εμπορικές πόλεις της Μικράς Ασίας, όπου ήταν ακόμα ζωντανή η μνήμη άλλων σοφών, όπως του Θαλή του Μιλήσιου, που είχε προβλέψει για τους Ίωνες την έκλειψη του ηλίου στις 28 Μαΐου 585, ο Αναξίμανδρος, που απέδιδε την καταγωγή του κόσμου στο άπειρο και στους αριθμούς, και που ήταν ο συντάκτης του πρώτου γεωγραφικού χάρτη, ο Πιττακός, ο ειρηνοποιός της Μυτιλήνης, πολέμιος της πολυτέλειας και του “ακόρεστου κέρδους”, ο Βίας ο Πριηνεύς που συμβούλευε τους ανθρώπους να κοιτούν μέσα τους και να διορθώνουν το εαυτό τους.



Το 548 ο δάσκαλος, ο φίλος, ο σύντροφος, πέθανε στη φτώχεια, μετά από ένα τελευταίο προσκύνημα στη Δήλο. Ο Πυθαγόρας τον έθαψε στη Σάμο και συνέχισε τα ταξίδια του, χωρίς να μπορεί να εγκατασταθεί κάπου μόνιμα. Από τί να ζούσε άραγε; Οι βιογράφοι του τον αποκαλούν “φυσικό φιλόσοφο”. Φαίνεται ότι είχε γίνει εμπορικός αντιπρόσωπος, πουλούσε τα κοσμήματά του. Την εποχή εκείνη έφτασε και στην Αίγυπτο, στην Ναύκρατι για την ακρίβεια, “προσέφερε” λένε “σμιλεμένα κύπελλα στους ιερείς στην Ναύκρατι”, σε ποιους ιερείς άραγε; μάλλον στους Αιγυπτίους που έρχονταν στην Ναύκρατι να αγοράσουν ακριβά Ελληνικά κοσμήματα. Του πρόσφεραν, σ' αντάλλαγμα, φιλοξενία και ταυτόχρονα μάθαινε πολλά: τα μέτρα και τα σταθμά, να κάνει λογαριασμούς πάνω στον άβακα, να μετράει τη γη. Φαίνεται ότι οι ιερείς ήξεραν ότι στα ορθογώνια τρίγωνα το τετράγωνο της υποτείνουσας ισούται με το άθροισμα των τετραγώνων των δυο κάθετων πλευρών. Αλλά... δεν ήξεραν γιατί ήταν έτσι. Σε μια χώρα όπου ο γεωμέτρης είναι χωρομέτρης των βασιλικών ή των ιερών κτημάτων, και όπου όλα είναι μυστικά και συμβολικά, όπου ο θεός των σοφών, ο Θωτ, εκτός από λογιστής, είναι και ισόπλευρο τρίγωνο, κάθε έρευνα, κάθε γνώση είναι μυστική και δεν αμφισβητείται τίποτα.



Ο Πυθαγόρας έμαθε τη γλώσσα και μερικά μυστικά για τη “φύση των θεών”. Φαίνεται ότι το μετέπειτα Πυθαγόρειο θεώρημα ήταν ένα από αυτά τα μυστικά. Ο Πυθαγόρας, ντυμένος στα άσπρα λινά ρούχα σαν ιερέας, ψάχνει για αποδείξεις. Μελετάει και βρίσκει γιατί το τετράγωνο της υποτείνουσας ισούται με το άθροισμα των τετραγώνων των δυο καθέτων πλευρών. Το προαιώνιο χαρακτηριστικό των Ελλήνων: ψάχνουν παντού για νόμους, για αποδείξεις, για λογικές εξηγήσεις. Δεν τους αρκούν τα “μυστικά των θεών”. Είναι οι ιδρυτές της επιστήμης.



Ο Πυθαγόρας, μάλλον στα πλαίσια της δουλειάς του σαν εμπορικός αντιπρόσωπος του πατέρα του, πήγε μέχρι τη Βαβυλώνα. Το 539 π. Χ., ο Κύρος, που η σχετικά φιλελεύθερη πολιτική του επέτρεψε την επιστροφή των Εβραίων στην Ιερουσαλήμ, και τώρα επιτρέπει  στους Έλληνες εμπόρους, γιατρούς και καλλιτέχνες να μείνουν στην αυλή του, παίρνει από τον Βαλτάσαρ τη Βαβυλώνα. Ο Πυθαγόρας είναι στην αυλή του βασιλιά των Περσών, προσπαθώντας να πουλήσει τα κοσμήματα του πατέρα του. Τον ενδιαφέρει όμως η αστρονομία των Χαλδαίων. Θέλει να μάθει πώς οι ιερείς τους υπολογίζουν τις τροχιές των άστρων και προβλέπουν τις εκλείψεις σελήνης και ηλίου. Θέλει να συμπληρώσει τους πίνακες του Θαλή που είχε δει στη Μίλητο. Ταυτόχρονα έμαθε από τους Σημίτες ιερείς τα κλάσματα. Οι Έλληνες δεν τα ήξεραν, όπως δεν ήξεραν και την έννοια του μηδενός. Έμαθε να προβλέπει τη διάρκεια των χρονικών περιόδων σύμφωνα με τις φάσεις της σελήνης ή με το πέρασμα της Αφροδίτης από ένα ορισμένο σημείο του ουρανού. Συνέκρινε το εξαδικό σύστημα που χρησιμοποιούσαν στην Ανατολή με το δεκαδικό των Ελλήνων.



Γύρω στα 536 τον ξαναβρίσκουμε στην Κρήτη, κοντά σε έναν πολύ παράξενο άνθρωπο που είναι ταυτόχρονα ημίθεος, εξαγνιστής, ποιητής και θεολόγος, τον Επιμενίδη από τη Φαιστό. Μαζί ανεβαίνουν στην Ίδη, στο σπήλαιο που πίστευαν ότι γεννήθηκε ο Δίας. Εξαγνίζουν τον Πυθαγόρα με νερό κι' αλάτι και με την “πέτρα του κεραυνού”. Πρόκειται για κάτι παρόμοιο με την “πέτρα της Μαγνησίας”. Ο Επιμενίδης επιμένει ότι είναι ο “έλκων δάκτυλος” της Ρέας. Ο Πυθαγόρας ξέρει ότι πρόκειται απλά για μαγνητικό σίδηρο. Μένει στο σπήλαιο για είκοσι επτά μέρες και μυείται σε όλα τα μυστικά μιας μυστικής εταιρίας που είχε ιδρύσει ο Επιμενίδης. Μέσα στο σπήλαιο βλέπει το θρόνο του Δία από τον οποίο υπαγόρευε στον βασιλιά Μίνωα τους δικαιότερους νόμους του κόσμου, κάθε εκατό μήνες. Ακούει να εγκωμιάζουν τραγουδιστά τα πλεονεκτήματα του δεκαδικού συστήματος, που διέπει τον Κύκλο Του Μεγάλου Έτους, το ημερολόγιο, τις εκατό Κρητικές πολιτείες, τους δέκα Δακτύλους, τους θεούς αυτούς της Κρήτης που συναθροίζονται από τα δέκα δάκτυλά των χεριών μας. Από το φυσικό παρατηρητήριο που αποτελεί η τεράστια σπηλιά, εξετάζει τον έναστρο ουρανό, την αρμονία της ουράνιας σφαίρας, τους αστερισμούς δηλαδή που έπαιζε ο θεός όταν ήταν παιδί, την Άρκτο, τον Οφιούχο, τον Μίτο της Αριάδνης. Πριν αναχωρήσει για τη Σπάρτη για να μελετήσει τους νόμους της και τα αυστηρά της ήθη, παντρεύτηκε μια Κρητικιά, τη Θεανώ.



Επιστρέφει στη Σάμο. Ο Πολυκράτης με τα ξαδέρφια του, και μετά μόνος του, ασκεί στο νησί από το 538 την τυραννία, ένα είδος οικονομικής και πολιτικής δικτατορίας. Με ένα μικρό πειρατικό στόλο, φέρνει στο νησί σημαντικά πλούτη. Χτίζει σημαντικά μνημεία, ναούς, φρούρια, αποβάθρες, ακόμα και σήραγγες. Οι κάτοικοι τον δοξάζουν με μεγάλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Μέχρι να τον σταυρώσουν το 522.



Η παλιά τάξη των ευγενών δεν έχει πια θέση εδώ, ούτε άλλωστε και η ηθική. Ο Πυθαγόρας, που έχει αποκτήσει τώρα ένα σωρό γνώσεις, ανοίγει ένα είδος γραφείου μελετών. Συμβουλεύει όποιον τον πληρώνει πώς να αποκτήσει χρήματα και δόξα. Ο Ιάμβιχος μας λέει ότι αφιερώνει μαζί με τους φίλους του και λίγους μαθητές του “το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας και της νύχτας στην έρευνα των πιο χρησίμων για τις επιστήμες, την αριθμητική και τη γεωμετρία γεγονότων”. Για να ξενυχτάνε, μάλλον τα άστρα παρακολουθούν.



Στα τριάντα οκτώ του χρόνια, ελπίζει να τον χρησιμοποιήσουν στα μεγάλα έργα που γίνονται στο νησί, στη διαμόρφωση του λιμανιού, στην αξιοποίηση της γης του Πολυκράτη. Όλοι πάνε να τον ακούσουν. Αλλά δεν τον χρησιμοποιούν. Ο αρχιτέκτονας Ευπαλίδης, το αφτί του τύραννου Πολυκράτη, του αναθέτει τελικά να μελετήσει την πορεία της σήραγγας. Ήταν όμως αργά. Οι υπολογισμοί της είχαν λάθη από τους προηγούμενους, τα λεφτά είχαν τελειώσει, οι πολίτες βαρέθηκαν και ο Πυθαγόρας “κουράστηκε από τη βλακεία των συμπολιτών του”. Αργότερα, οι μαθητές του θα πουν ότι έφυγε γιατί έβλεπε να χειροτερεύει η τυραννία του Πολυκράτη. Οι Πυθαγόρειοι του 5ου αιώνα μίσησαν, γενικά, τους τυράννους. Η πραγματικότητα ίσως είναι πιο απλή και την έζησαν κι' άλλες πολλές χιλιάδες άποικοι της εποχής του. Ένας άξιος και φιλόδοξος άνθρωπος, όπως ο Πυθαγόρας, φεύγει γιατί δεν έχει πια δουλειά ούτε μέλλον στη χώρα του.



Το 532 π. Χ. όποιος Έλληνας θέλει να εξελιχθεί και να δημιουργήσει, είναι υποχρεωμένος να εκπατριστεί. Και δεν φεύγουν οι πιο φτωχοί. Φεύγουν οι καλύτεροι, οι πιο δραστήριοι, οι πιο ριψοκίνδυνοι. Αυτοί εγκαταλείπουν τα φτωχά χώματα της Ελλάδας, τότε όπως πάντοτε. Η Σάμος, εκείνη την εποχή της ακμής της, είχε πολλές αποικίες: την Πέρινθο, τη Βισάνθη και το Ηραίον Τείχος στην Προποντίδα, καθώς και ένα σημαντικό εμπορείο στη Ναύκρατι της Αιγύπτου. Και στέλνει το γλυκό κρασί της παντού: σ' όλες τις ανασκαφές στην ανατολική Σικελία, στον Κόλπο του Τάραντα και της Καμπανίας βρίσκονται δοχεία της, σαν τα σημερινά μπουκάλια με το Σαμιώτικο κρασί.



Ο τύραννος Πολυκράτης, με το τεράστιο ποσόν των δυο ταλάντων, έφερε στη Σάμο, στη δούλεψή του, από τον Κρότωνα τον περίφημο Δημοκίδη. Τον εγκατέστησε στη Σάμο, πριν καταλήξει στην Περσία γιατρός του βασιλιά. Κατά τη γνώμη μου, αν ο Πυθαγόρας προτίμησε την πατρίδα του Δημοκίδη από τις αποικίες της Σάμου, ήταν γιατί ο τελευταίος είχε κάνει διάσημη την πατρίδα του, το ηθικό περιβάλλον της, την δημιουργική ελευθερία της.



Ο Πυθαγόρας έκανε ότι έκαναν όλοι οι σύγχρονοί του: μέσα στην αβεβαιότητά του πήγε να συμβουλευτεί το μαντείο των Δελφών. Ήταν το μεγάλο αυτό μαντείο, ο ομφαλός της γης, λένε, ένα είδος γραφείου πληροφοριών για τα εδάφη που επρόκειτο να εποικήσουν. Ένα είδος γραφείου ευρέσεως εργασίας για μακρινές χώρες. Μπορεί να ήταν και αυτά, αλλά κατά τη γνώμη μου ήταν πάνω απ΄ όλα το υπουργείο εξωτερικών των ελληνικών πόλεων. Κατηύθυνε όσους ήθελαν να αποικήσουν εκεί που ήταν το συμφέρον της Ελλάδας, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, εκεί που συνέφερε περισσότερο την πιο ισχυρή πόλη της Ελλάδας – ή αυτή που πλήρωνε καλύτερα. Η Πυθία, που έρχονταν να την συμβουλευτούν μια φορά το χρόνο, την άνοιξη, ήταν μια αγράμματη χωριάτισσα που, καθισμένη πάνω στο καπάκι μιας τρίποδης χύτρας, απαντούσε στις ερωτήσεις που της έκαναν με ότι της ερχόταν στο μυαλό. Ποτέ μ' ένα ναι ή ένα όχι. Οι ιερείς, προφήτες του θεού Απόλλωνα, μετέφεραν απλά σε στίχους αυτή τη θεία έμπνευση.



Όσοι πήγαιναν στους Δελφούς να συμβουλευτούν την Πυθία, οι μελλοντικοί δηλαδή ιδρυτές αποικιών, έβρισκαν εκεί ταξιδιώτες από όλους τους ορίζοντες της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας. Μέσα σ' αυτό το συνονθύλευμα, ο καθένας μάθαινε από τους άλλους αυτά που νόμιζε πως ήθελαν να του πουν οι θεοί. Και οι επίσημοι ερμηνευτές των χρησμών δεν παρέλειπαν να μαζεύουν πληροφορίες από παντού, ιδίως από όσους έρχονταν να προσφέρουν κάτι στο ιερό. Ο Πυθαγόρας ερμήνευσε θετικά τις διφορούμενες και ηθικοπλαστικές φράσεις της Θεμιστόκλειας: “Το φίδι Πύθωνας σκότωσε κοντά στον τρίποδα το γιο του Σιληνού”. Ο Πυθαγόρας επιβιβάστηκε πάλι σε ένα Κορινθιακό πλοίο στην Ιτέα, που πήγαινε στην Κέρκυρα, κι από εκεί πήγε στον Κρότωνα. Είχε περάσει τη μισή ζωή του στην Ανατολή. Θα περνούσε την άλλη μισή στη Δύση, κοντά στους άλλους Έλληνες αποίκους.



Ας γυρίσουμε όμως πάλι στην Ναύκρατι. Βλέποντας το απελπιστικά μικρό εμβαδόν των σπιτιών στη Ναύκρατι – γύρω στα είκοσι τετραγωνικά μέτρα τις πιο πολλές φορές – τα στενά, φιδίσια δρομάκια, το μεγάλο αριθμό χώρων για τους θεούς, συμπεραίνουμε ότι οι άνθρωποι πρέπει να ζούσαν φοβερά στριμωγμένοι, σε ένα είδος τενεκεδούπολης. Οι νεοφερμένοι στεγάζονταν σε κάποιο σπίτι συγγενή τους, ακόμα και μακρινού ή απλά πατριώτη, όπως γινόταν μέχρι πριν λίγες δεκαετίες στην Αθήνα με τους επισκέπτες από την επαρχία, και ακόμα γίνεται στην Αφρική, έξι, επτά, δέκα άτομα έτρωγαν, μετακινούνταν και κοιμόντουσαν μαζί. Κανείς δεν μπορούσε να αρνηθεί τη φιλοξενία219. Δεν υπήρχαν αποχωρητήρια, τα σκουπίδια σωριάζονταν στα κοτέτσια όπου έκλειναν όταν βράδιαζε τις χήνες, ή κατά μήκος των τοίχων. Οι πιο πλούσιοι κοιμόντουσαν κάτω από μια κουνουπιέρα. Κανείς πάντως δεν γλίτωνε από την ελονοσία, καθώς η υγιεινή ήταν υποτυπώδης. Οι Έλληνες στην Αίγυπτο πέθαιναν πολύ νέοι, από τις τρεις πιο διαδεδομένες αρρώστιες, τη βιλαργίωση, την αμοιβαδική δυσεντερία και το τράχωμα. Κι αφού οι περισσότεροι είχαν έρθει να εμπορευθούν, τα σωριασμένα εμπορεύματα περιόριζαν ακόμα πιο πολύ τον διαθέσιμο χώρο της κατοικίας. Τη λέρωναν, την έκαναν να βρωμάει και τραβούσαν τα έντομα και τα ποντίκια. Δεν υπήρχαν προθήκες, εκθέσεις εμπορευμάτων, βιτρίνες. Όλες οι συναλλαγές γίνονταν στο εσωτερικό, των πλοίων ή των σπιτιών.



Τα παιδιά, όταν δεν τα εμπιστεύονταν σε ένα δάσκαλο για να τα μάθει γραφή και ανάγνωση πάνω σε μια αλειμμένη με κερί πινακίδα και να μετρούν σε ένα αριθμητήριο, δούλευαν σκληρά με τον πατέρα τους ή με κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας. Κούρευαν τα μικρά αγόρια γουλί, όπως τα παιδιά των Αιγυπτίων, γιατί φοβόντουσαν τα ζωύφια, και όπως αυτά, κουβαλούσαν δέματα, αντλούσαν νερό, έκαναν θελήματα, μεσολαβούσαν, έτρεχαν και έψαχναν, για να βρουν κάτι να φάνε, όχι για να παίξουν. Ποτέ δεν θα πουν αρκετά πόσο αντικείμενο εκμετάλλευσης ήταν το παιδί στην αρχαιότητα. Το αγόρι, ο παις, σήμαινε στην ουσία υπηρέτης. Κατά κανόνα, μέχρι και το Μεσαίωνα, ο πιο μεγάλος προσπαθεί να βάλει τον μικρότερο να δουλέψει και να κρατήσει αυτός το μισθό. Ίσως ο αγώνας αυτός για επιβίωση να ήταν η αιτία που τα παιδιά των Ελλήνων στην Ναύκρατι γίνονταν τόσο ικανά, τόσο σκληρά, τόσο άτεγκτα. Σίγουρα, αυτός είναι ο λόγος που επτά στους δέκα τάφους που βρίσκουμε στην Αίγυπτο ανήκουν σε παιδιά και νεαρά άτομα. Και όπως είδαμε παραπάνω, ο Κλεομένης, που ήταν γεννημένος στην Ναύκρατι, όταν έγινε κυβερνήτης της Αιγύπτου, γύρω στα 325, σε περίοδο λιμού και σιτοδείας, πούλησε τριάντα δύο δραχμές ένα στατήρα καλαμπόκι που είχε αγοράσει δέκα από τον παραγωγό.





Και τώρα δυο λόγια για την Κυρήνη. Δεν ήταν στην Αίγυπτο, αλλά στην εποχή των Πτολεμαίων ήταν και δεν ήταν κτίση της. Σύμφωνα με τα λεγόμενα των κατοίκων της Θήρας, νά πως ιδρύθηκε η Κυρήνη, γύρω στα 631 π. Χ. Αυτή ήταν τουλάχιστον η ιστορία που άκουσε και κατέγραψε ο Ηρόδοτος, την εποχή που έμενε στη Σάμο, διακόσια περίπου χρόνια μετά τα γεγονότα (Ηρόδοτος, 4. 150-158). Ο βασιλιάς της Θήρας, ο Γρίννος, συμβουλευόταν κάποια μέρα (γύρω στα 647) το μαντείο των Δελφών, άγνωστο για ποιο λόγο. Η Πυθία του ζήτησε να ιδρύσει μια πόλη στη Λιβύη. Αυτός δήλωσε ότι ήταν ακατάλληλος, με το πρόσχημα ότι ήταν πολύ γέρος και χοντρός για να ξεκινήσει ένα τέτοιο εγχείρημα, και ζήτησε από το θεό Απόλλωνα να υποδείξει κάποιον άλλον από τους παριστάμενους, κάποιον νεώτερο, “άμα τε έλεγε ταύτα και εδείκνυε εις τον Βάττον”. Στους Δελφούς δεν αποφασίστηκε τίποτα, γιατί ο θεός δεν μιλούσε. Ούτε και στη Θήρα. Απέφευγαν ιδιαίτερα τη Μεγάλη Σύρτη, δηλαδή τον κόλπο της Τριπολίτιδας, μια τεράστια ζώνη από ξέρες, από βάλτους με γλυφό νερό και σειρές από αμμόλοφους, που παγιδεύονταν τα πλοία και δεν μπορούσαν να τα ξεκολλήσουν. Εξάλλου, τα αφεντικά στην Αίγυπτο έλεγχαν όχι μόνο το Δέλτα, αλλά και 500 χλμ. δυτικότερα, μέχρι την όαση της Σίβα. Οι Έλληνες ψαράδες του Αιγαίου όμως, από τη Ρόδο, την Κάρπαθο ή την Κρήτη, πήγαιναν να ψαρέψουν σφουγγάρια και πορφύρες στις παρυφές της οροσειράς Μπάρκα που μοιάζει με στενόμακρο καράβι από ασβεστόλιθο, φουνταρισμένο μπροστά στην Αφρικανική ήπειρο, όπως και οι σημερινοί απόγονοί τους. Έφταναν εκεί μετά από ένα τριήμερο ή τετραήμερο καλοκαιρινό ταξίδι, όταν φύσαγε ο καλοκαιρινός άνεμος, και γύριζαν πίσω τον Νοέμβρη, όταν από την  Λιβύη φύσαγε ο Νοτιάς, ο λίβας, ή ο νοτιοδυτικός άνεμος, ο γαρμπής. Η φύση, οι θεοί και οι άνθρωποι προόριζαν την Κυρηναϊκή για τους Έλληνες.



Στο μεταξύ, οι Θηραίοι και ο βασιλιάς τους, ο Γρίννος, δεν έπαιρναν την απόφαση που τους είχε υποδείξει ο Απόλλωνας, να αποικήσουν δηλαδή στη Λιβύη, και τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Για επτά χρόνια, η ξηρασία μάστιζε το νησί. Όλα τα δέντρα ξεράθηκαν. Η πείνα ανάγκασε τους Θηραίους να ψάξουν στην Κρήτη έναν ναυτικό που θα μπορούσε να τους οδηγήσει στη Λιβύη. Οι απεσταλμένοι της Θήρας βρήκαν κοντά στην πόλη Ίτανο220, στην Κρήτη, έναν ψαρά κοχυλιών πορφύρας, που πήγαινε τακτικά στα παράλια της Αφρικής. Μαζί του μπάρκαραν μερικοί Θηραίοι για να εξετάσουν τις δυνατότητες που πρόσφερε ο κόλπος της Μπόρμπας. Εκεί, κοντά στη σημερινή Αίν-Ελ-Γκαζάλα, βρήκαν νερό, χουρμάδες, ψάρια, κυνήγι. Άφησαν μερικούς να ξεχειμωνιάσουν σε ένα νησάκι στον κόλπο της Μπόρμπας (τη σημερινή Μπούρντα) και γύρισαν στη Θήρα για να δώσουν αναφορά.



Οι Θηραίοι αποφάσισαν να στείλουν εκατόν ογδόντα με διακόσιους άνδρες. Μένουν δυο χρόνια στο νησί του κόλπου της Μπόρμπας, αλλά τίποτα δεν πάει καλά. Στέλνουν και πάλι για χρησμό στο μαντείο των Δελφών. Ο θεός φαίνεται να τους κοροϊδεύει. Θέλει οπωσδήποτε να τους στείλει στη Λιβύη, και μάλιστα γρήγορα: “αι τυ εμεύ Λιβύην ψηλότροφον οίδας άμεινον”. Αυτοί καταλαβαίνουν ότι πρέπει να περάσουν από το νησί στην Αφρικανική ήπειρο. Εγκαθίστανται σ' ένα μέρος που ονομάζουν Άζιρι (κοντά στις εκβολές του ξεροπόταμου Ελ-Σαλίγκ, 28 χλμ. Ανατολικά της Ντέρνα) και μένουν εκεί έξι χρόνια. Έχουν καλές σχέσεις με τον βασιλιά της γειτονικής περιοχής, τον Ερασέμ (ή Ερσέμ), στις παρυφές του λιβυκού οροπεδίου, ως την ημέρα που ο τελευταίος αυτός αποφασίζει να τους ξεφορτωθεί, τους στέλνει 140 χλμ. δυτικά από τη χώρα του,  στην πηγή Ασφοδέλων, κοντά στα λιβυκά Κύρα. Εκεί έμελλε να αναπτυχθεί η Κυράνα ή Κυρήνη. Είναι η σημερινή Αιν-ελ-Σαρχάτ, 175 χλμ. Ανατολικά της Βεγγάζης.



Από τους ύμνους του Πινδάρου προς τιμήν του Αρκεσίλαου Δ' της Κυρήνης221, νικητή στο τέρθιππο στους Πυθικούς αγώνες του 462, μαθαίνουμε το όνομα του ιδρυτή της Κυρήνης: Αριστοτέλης. Και η Πυθία είχε προβλέψει ότι “θα ίδρυε πάνω σ' ένα άσπρο λόφο μια ονομαστή για τα άρματά της πόλη”. Αυτός, μόλις άκουσε το χρησμό, ψέλλισε κάτι, και γι' αυτό ονομάστηκε Βάττος, Ο Ψελλός. Αργότερα πάντως, οι άποικοι στην Κυρήνη λένε ότι το όνομα προέρχεται από μια λέξη των ντόπιων που σημαίνει βασιλιάς. Οι σημερινοί ιστορικοί δεν μπορούν να αποφασίσουν.



Από τους μυθικούς χρόνους της αρχαιότητας, η Αφρική φημιζόταν σε όλη την Ελλάδα για τα φάρμακα, τα θαυματουργά προϊόντα και τα μαγικά της βότανα. Στην Αίγυπτο είχαν βρει τρόπους να διαιωνίζουν το ανθρώπινο σώμα, ταριχεύοντάς το. Ο Όμηρος, στα τέλη του 7ου αιώνα παινεύει τα υπνωτικά και ναρκωτικά αυτά βότανα: το νηπενθές222, “καταπραϋντικό του πόνου και του πάθους, λησμονιά όλων των κακών”, τον λωτό223 από την Τριπολίτιδα, για τον οποίο ο Όμηρος λέει (Οδύσσεια, ι 93-98)



τῶν δ᾽ ὅς τις λωτοῖο φάγοι μελιηδέα καρπόν,

οὐκέτ᾽ ἀπαγγεῖλαι πάλιν ἤθελεν οὐδὲ νέεσθαι,

ἀλλ᾽ αὐτοῦ βούλοντο μετ᾽ ἀνδράσι Λωτοφάγοισι

λωτὸν ἐρεπτόμενοι μενέμεν νόστου τε λαθέσθαι.

τοὺς μὲν ἐγὼν ἐπὶ νῆας ἄγον κλαίοντας ἀνάγκῃ,

νηυσὶ δ᾽ ἐνὶ γλαφυρῇσιν ὑπὸ ζυγὰ δῆσα ἐρύσσας.



Και ο Αργύρης Εφταλιώτης μεταφράζει:

Κι όποιος στο στόμα του έβαζε λωτού καρπό μελάτο,
δεν ήθελε πια μήνυμα να στείλη ή να γυρίση,
παρά να μείνουν θέλανε στη γης τώ Λωτοφάγων,
λωτό να τρώνε, γυρισμό πατρίδας λησμονώντας.
Κλαίγανε σαν τους έφερα με το στανιό στα πλοία,
και στα ζυγά αποκάτωθε τους έσυρα δεμένους.



Στην ελληνική γλώσσα είχαν από καιρό εισχωρήσει οι ονομασίες αιγυπτιακών αρτυμάτων και τροφίμων, όπως η μουστάρδα (σινάπι), η πικραλίδα και το ραπάνι, και φαρμακευτικών προϊόντων όπως το ρετσινόλαδο. Για τους Αρχαίους, τα όρια ανάμεσα στη μαγεία και στην ιατρική ήταν συγκεχυμένα και συμπεριλάμβαναν όλα τα φάρμακα, τα γιατρικά, τα βότανα και τα μπαχαρικά: ο Ερμής, που ήταν Αιγύπτιος στην καταγωγή (ταυτόσημος του Θωτ) και έμοιαζε πολύ με Αιγύπτιο, γνωρίζει το αντίδοτο ενάντια στα μαγικά ποτά της μάγισσας Κίρκης, που κάνουν τους αποίκους να ξεχνούν τις πατρίδες τους, ένα βότανο με μαύρη ρίζα και άνθος κάτασπρο σαν το γάλα, που είναι σχεδόν αδύνατο να ξεριζωθεί.  Πρόκειται για τον μανδραγόρα, ένα στρυχνοειδές με μαγευτικό άρωμα και θανατηφόρο αφέψημα. Ατέλειωτος ο κατάλογος των ονομάτων των καρπών και των βοτάνων που η Ελλάδα χρωστάει στη βόρεια Αφρική: από τον πάπυρο μέχρι τον φοίνικα και τη χουρμαδιά.



Ανάμεσά τους, ένα περίφημο βοτάνι, που οι νιόφερτοι άποικοι έβλεπαν τους ντόπιους να μασουλάνε για το αρωματικό ρετσίνι του. Δε φύτρωνε, λέγανε, παρά μόνο από τον κόλπο της Μπόρμπας ως την είσοδο της Μεγάλης Σύρτης και στους βάλτους του Δέλτα, στο Κανωπικό στόμιο: στην πραγματικότητα, στα τριακόσια εξήντα χιλιόμετρα που χωρίζουν το Τομπρούκ από τη Βεγγάζη και στα είκοσι χιλιόμετρα δεξιά και αριστερά της Κανώπου. Οι ντόπιοι το ονόμαζαν με τρία σύμφωνα: σ, ρ, π, αλλά έτσι ονόμαζαν και το κοινό καλάμι. Οι Έλληνες το ονόμασαν σίρπη, σέλπι, σίλφιον224. Πολύ σύντομα άρχισαν να το θεωρούν το θαύμα των θαυμάτων της βόρειας Αφρικής. Ο καλύτερος βοτανολόγος της αρχαιότητας, ο Θεόφραστος225, μαθητής του Αριστοτέλη, στο έργο του “Ιστορίαι Περί Φυτών” (6.3.1-6) λέει:



“Το δε σίλφιον έχει ρίζα μεν πολλήν και παχείαν τον δε καυλόν ηλίκον νάρθηξ σχεδόν δε και τω πάχει παραπλήσιον το δε φύλον ο καλούσι μάσπετον όμοιω τω σελίνω σπέρμα δ' έχει πλατύ οίον φυλλώδες το λεγόμενον φύλλον επετειόκαυλον δ' εστίν ώσπερ ο νάρθηξ άμα μεν ουν το ήρο το μάσπετον τούτον αφίησιν, ο καθαιρεί τα πρόβατα και παχύνει σφόδρα και τα κρέα θαυμαστά ποιεί τη ηδονή. Μετά δε ταύτα καυλόν εσθίεσθαι πάντα τρόπον εφθόν οπτόν, καθαιρειν δε και τούτον φασί τα σώματα τετταράκοντα ημέραις, οπόν δε διττόν έχει...”



Ποταμοί γραπτού λόγου έχουν χυθεί στις προσπάθειες αναγνώρισης αυτού του φυτού, που οι αρχαίες εικόνες και τα αρχαία κείμενα μας πληροφορούν πως ήταν λίγο πιο ψηλό από μια γαζέλα, πως τα άνθη του είχαν σχήμα πετάλου, οι ιδιότητές του ήταν κυρίως στομαχικές και... προκαλούσε αέρια. Μερικοί βοτανολόγοι λένε ότι πρόκειται για κάποια ποικιλία του φυτού νάρθηκας, που η ποικιλία του ehapsia garganica φυτρώνει ακόμα στις στέπες της Κυρηναϊκής και που προκαλεί εμετό. Αλλά το σχήμα του δεν μοιάζει καθόλου με την περιγραφή των αρχαίων. Άλλοι πάλι λένε ότι ίσως πρόκειται για ποικιλία του φυτού asa foetida που φυτρώνει σε αφθονία στη Μέση Ανατολή. Αλλά δεν έχει καμιά από τις ιδιότητες που είχε το σίλφιο. Ούτε φαίνεται να είναι η ferula Tingitana του Μαρόκου. Ίσως πάλι να είναι ένα άλλο σκιαδηφόρο φυτό της βόρειας Αφρικής, που οι Άραβες ονομάζουν καριβίγια και οι Έλληνες κάρο. Στην Ευρώπη χρησιμοποιούν τους σπόρους του για να πασπαλίζουν τα τυριά, τα ψωμιά και τα κρέατα, όπως έκαναν οι αρχαίοι Έλληνες με το σίλφιο στην εποχή του Αριστοφάνη. Πάντως, άλλη ομοιότητα μεταξύ των δυο δεν φαίνεται να υπάρχει.



Έρμαιο των δοντιών των προβάτων και των εμπόρων, το σίλφιο έχει εξαφανιστεί από την Κυρηναϊκή, από τις αρχές της χριστιανικής εποχής. Στη βυζαντινή εποχή δεν αποτελούσε παρά ανάμνηση της πλούσιας χλωρίδας της Αφρικής στην αρχαιότητα. Το θαυμαστό αυτό βοτάνι, που οι σπόροι του, τα φύλλα του, το κοτσάνι του, ο χυμός του και ο βολβός του χρησιμοποιήθηκαν τόσο αποτελεσματικά από τους αρχαίους, ανήκει στα είδη που αφάνισε ο πολιτισμός.



Στη συλλογή των ιατρικών συγγραμμάτων που αποδίδονται στον Ιπποκράτη και τη σχολή του (6ος και 5ος αιώνας π.Χ.) φαίνεται καθαρά πως δεν θεωρούσαν το σίλφιο μόνο σαν μπαχαρικό, αλλά το χρησιμοποιούσαν σαν φάρμακο για πολλές παθήσεις. Ήταν ταυτόχρονα τροφή, καρύκευμα και φάρμακο. Το συνδύαζαν με το ευφόρβιο226 για καθαρτικό, με το τριφύλλι για τον πυρετό, με ζουμί από βρασμένο λάχανο για εμμηναγωγό, με το χυμό σύκου για τις παθήσεις της μήτρας. Το χρησιμοποιούσαν σαν κατάπλασμα στην περίπτωση πτώσης του πρωκτού. Έκανε το ύστερο να βγαίνει γρηγορότερα. Ζεστό καταπολεμούσε τον πονόλαιμο. Ήταν ορεκτικό, αλλά και στυπτικό συνάμα. Ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος, στις σημειώσεις του, λέει τα εξής για το σίλφιο (Φυσική Ιστορία, ΧΧΙΙ 49.101-102):



“Περιλαμβάνεται στα εξαιρετικά δώρα της φύσης και χρησιμοποιείται στα περισσότερα μίγματα. Μόνο του, θεραπεύει με τη θερμότητά του τα κρυολογήματα. Σαν ποτό καταπραΰνει τις νευρικές κρίσεις. Το δίνουν στις γυναίκες μέσα σε κρασί και τους το βάζουν με ένα σώμα από μαλλί σαν έμβολο για να προκαλέσουν την εμμηνόρροια. Ανακατεμένο με κερί βοηθάει να φύγουν οι κάλοι από το πόδι και τους ξεκολλούν μετά με το σκαρπέλο. Είναι διουρητικό μαζί με ζουμί από ρεβίθια... Για τις κράμπες και τις συσπάσεις το δίνουν σαν καραμέλα αλειμμένη με κερί.”



Τέτοιες απίθανες ιδιότητες γεμίζουν σελίδες ολόκληρες. Θα νόμιζε κανείς ότι πρόκειται για κάποιον τσαρλατάνο που διαφημίζει τα προϊόντα του. Πάντως, στην Ελληνιστική εποχή, το σίλφιο και ο χυμός του είχε γίνει πάνδημο φάρμακο και πανάκεια. Στη Ρώμη το φύλαγαν στο δημόσιο θησαυροφυλάκιο και το βάρος του υπολογιζόταν σε ασήμι. Οι Έλληνες της Αφρικής, πάντως, έβγαζαν μεγάλα κέρδη με το σίλφιο.



Στις αρχές του 6ου αιώνα, η ζώνη που φύτρωνε το σίλφιο ανήκε στους Λίβυες βοσκούς. Ο Βάττος ο Β' ο Ευδαίμων, μετά τη νίκη του επί των ενωμένων Αιγυπτίων και Λίβυων στην Ίρασα, γύρω στα 570 – χάρη στους πολυάριθμους μετανάστες από την Ελλάδα που του έστελνε το Μαντείο των Δελφών – υποχρέωσε τους ντόπιους να του πληρώνουν φόρο υποτέλειας: έπρεπε να του δίνουν κάθε χρόνο μια συγκεκριμένη ποσότητα σιλφίου. Οι Κυρηναίοι του παραχώρησαν το δικαίωμα να το αποθηκεύει και να το εξάγει. Σε ένα κύπελλο, ένας Λακεδαίμωνας γελοιογράφος απεικόνισε το γιο του Βάττου, τον Αρκεσίλα Β' τον Χαλεπό, να παραβρίσκεται στο ζύγισμα και στην αποθήκευση του σιλφίου στα υπόγεια του βασιλικού ανακτόρου.



Οι Λίβυες μάζευαν το σίλφιο από την πίσω πλαγιά του βουνού και το παρέδιδαν στους Έλληνες εμπόρους, αφού πρώτα διαπραγματεύονταν την τιμή. Οι τελευταίοι αναλάμβαναν να το πουλήσουν με την καλύτερη τιμή, στα λιμάνια του Αιγαίου διαλαλώντας παντού τα προσόντα αυτού του θαυματουργού φυτού.



Την πρώτη αναφορά στο σίλφιο από την Ελλάδα την οφείλουμε στον Σόλωνα, τον Αθηναίο σοφό και νομοθέτη των αρχών του 6ου αιώνα, ο οποίος μας πληροφορεί ότι “κάποιοι γυρίζουν με ένα γουδί, άλλοι με σίλφιο και άλλοι με ξύδι”:



“πίνουσι και τρώγουσιν, οι μεν ίτρια,

οι δε άρτον αυτών, οι δε συμμεμιγμένους

γούρους φακοίσι, κείθε δ' ούτε πεμμάτων

άπεστιν ουδ' εν, άσσ' εν ανθρώποισι γη

φέρει μέλαινα, πάντα δ' αφθόνως πάρα.

Σπεύδουσι δ' οι μεν ίγδιν, οι δε σίλφιον, οι δ' όξος...227



Μέσα σε δυο γενιές το σίλφιο είχε γίνει τόσο πολύ της μόδας, που μέσα σε λίγα χρόνια η Κυρήνη, από φτωχή αποικία με χωματόσπιτα, εξελίχθηκε σε πλούσια πόλη με πέτρινα σπίτια και μνημεία. Οι Κυρηναίοι πλακόστρωσαν τα 14 χλμ. κατηφοριάς από την αγορά τους μέχρι την Απολλώνια, το λιμάνι τους, ανήγειραν ένα θαυμάσιο μνημείο στον Βάττο, τον δημιουργό της ευημερίας τους, και γύρω στα 520 π.Χ. έκοψαν ένα νόμισμα που στη μια του όψη απεικονιζόταν ο Ζευς Άμμωνας και στην άλλη το ανθισμένο κλωνάρι του σιλφίου.



Σημειώσεις Έκτου Κεφαλαίου
211  Ο H. I. Bell ήταν  υπάλληλος της Βρετανικής Πρεσβείας στην Αίγυπτο στις αρχές του 20ου αιώνα. Οι λεγόμενοι Πάπυροι Bell, που σήμερα φυλάσσονται στο Βρετανικό Μουσείο, βρέθηκαν στην κατοχή του Bell μετά από ιδιωτικές ανασκαφές που έκανε στην περιοχή του Δέλτα. Πρόκειται για περίπου 200 έγγραφα σημαντικής ιστορικής αξίας, από τον δεύτερο π. Χ. αιώνα.


212 Το Ελλήνιον ήταν ένα ιερό στην Ναύκρατι που χτίστηκε με δωρεές από τις παρακάτω πόλεις: Ρόδος, Κνίδος, Αλικαρνασσός, Φάσελις, Χίος, Τέως, Φώκαια, Κλαζομεναί και Μυτιλήνη, των οποίων οι κάτοικοι ήταν οι πρώτοι έποικοι στην Ναύκρατι. Το ιερό χτίστηκε την εποχή του Φαραώ Άμασι Β' (Αχμόσης στα Αιγυπτιακά, 570-526 π. Χ.) της Εικοστής Έκτης Δυναστείας. Κατά τον Ηρόδοτο (2.16) ο Άμασις “φιλέλλην γενόμενος” επέτρεψε στους Έλληνες να ιδρύσουν την Ναύκρατι, στο Κανωπικό στόμιο του Νείλου, 25 χλμ. Από την Σαΐδα.


213 Για τους Πάπυρους του Ζήνωνα βλέπε την υποσημείωση 6 στο Κεφάλαιο 4


214 Ομήρου Οδύσσεια, ξ 254-272, μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη. Στα Ομηρικά έπη ο ποταμός και η χώρα που διαρρέει λέγονται Αίγυπτος.


215 Ομήρου Οδύσσεια, ρ 443-454, μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη


216 Ομήρου Οδύσσεια, α 295-302, μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη


217 Τα ιερογλυφικά δεν γράφουν τα φωνήεντα, έτσι η προφορά τους δεν είναι πάντοτε σίγουρη. Εδώ όμως πρόκειται για τα σύμφωνα της λέξης Ναύκρατι, που στα αυτιά των Αιγυπτίων ηχούσε ΝαΒΚΡαΤι..


218 φιλέλλην δὲ γενόμενος ὁ Ἄμασις ἄλλα τε ἐς Ἑλλήνων μετεξετέρους ἀπεδέξατο, καὶ δὴ καὶ τοῖσι ἀπικνευμένοισι ἐς Αἴγυπτον ἔδωκε Ναύκρατιν πόλιν ἐνοικῆσαι· τοῖσι δὲ μὴ βουλομένοισι αὐτῶν οἰκέειν, αὐτοῦ δὲ ναυτιλλομένοισι ἔδωκε χώρους ἐνιδρύσασθαι βωμοὺς καὶ τεμένεα θεοῖσι. [2] τὸ μέν νυν μέγιστον αὐτῶν τέμενος, καὶ ὀνομαστότατον ἐὸν καὶ χρησιμώτατον, καλεύμενον δὲ Ἑλλήνιον, αἵδε αἱ πόλιες εἰσὶ αἱ ἱδρυμέναι κοινῇ, Ἱώνων μὲν Χίος καὶ Τέως καὶ Φώκαια καὶ Κλαζομεναί, Δωριέων δὲ ῾Ρόδος καὶ Κνίδος καὶ Ἁλικαρνησσὸς καὶ Φάσηλις, Αἰολέων δὲ ἡ Μυτιληναίων μούνη. [3] τουτέων μὲν ἐστὶ τοῦτο τὸ τέμενος, καὶ προστάτας τοῦ ἐμπορίου αὗται αἱ πόλιες εἰσὶ αἱ παρέχουσαι· ὅσαι δὲ ἄλλαι πόλιες μεταποιεῦνται, οὐδέν σφι μετεὸν μεταποιεῦνται. χωρὶς δὲ Αἰγινῆται ἐπὶ ἑωυτῶν ἱδρύσαντο τέμενος Διός, καὶ ἄλλο Σάμιοι Ἥρης καὶ Μιλήσιοι Ἀπόλλωνος.(Ηρόδοτος, Ευτέρπη 178, μετάφραση Σ.Σ.Στανίτσα)


219 Πριν λίγα χρόνια, ένας φίλος μου καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ναϊρόμπι, στην Κένυα, με κάλεσε στο σπίτι του για δείπνο. Ήταν ένα μικρό σπίτι δυο δωματίων σε ένα προάστιο της πόλης, που του είχε παραχωρήσει το Πανεπιστήμιο. Ο φίλος μου είχε τέσσερα παιδιά. Την ημέρα που πήγα, έμεναν μαζί του οκτώ ακόμα άτομα, από το χωριό του, που είχαν έρθει στην πόλη να βρουν δουλειά. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βράδια της ζωής μου. Στη Ναϊρόμπι, επτά στους δέκα άνδρες είναι άνεργοι.


220 Η Ίτανος ήταν μεγάλη και ισχυρή αρχαία πόλη της Ανατολικής Κρήτης, ένα χλμ. Βόρεια του Βάι. Ιδρύθηκε κατά τους προϊστορικούς χρόνους.


221 Ο Αρκεσίλαος  Δ' της Κυρήνης έζησε τον 5ο π.Χ. και ήταν ο όγδοος (και τελευταίος) Έλληνας  βασιλιάς της Κυρήνης  που βασίλευσε κάτω από την Περσική κυριαρχία.  Ήταν γιος του έβδομου Έλληνα βασιλιά της Κυρήνης, Βάττου Δ' από άγνωστη μητέρα, πάντως η γιαγιά του από τη μεριά της μητέρας του ήταν μια Λίβυα γυναίκα ονόματι Αλαζίρ, η οποία υπήρξε κυβερνήτης της Μπάρκας. Ο Ηρόδοτος (4.9) αναφέρει ότι ο Αρκεσίλαος Γ' και η Αλαζίρ ήταν συγγενείς. Ο Αρκεσίλαος ανέβηκε στο θρόνο μετά το θάνατο του πατέρα του, το 565 π.Χ. Είχε γίνει διάσημος γιατί είχε κερδίσει τον αγώνα του τέρθιππου στα Πύθεια στους Δελφούς


222 Το νηπενθές (από το νη [όχι] και πένθος) είναι μυθικό βότανο, κατά πάσα πιθανότητα της οικογένειας των μονοτυπικών που περιλαμβάνει κάπου 120 είδη και είναι σαρκοφάγο.


223 Ο μυθικός λωτός  είναι πιθανότατα το φυτό nymphaea lotus, ή Αιγυπτιακό νούφαρο. Απαντάτε σήμερα στην Αϊγυπτο και την Ανατολική Αφρική.


224 Στις γλώσσες των φυλών Μπαντού της Ανατολικής Αφρικής, τα σύμφωνα ρ και λ συγχέονται, ακόμα και σήμερα. Οι Κικούγιου στην Κένυα δεν ξεχωρίζουν τις λέξεις grass και glass ή  pilot και pirot. Το ίδιο φαίνεται να συνέβαινε στην αρχαιότητα σε όλη τη Βόρεια Αφρική. Έτσι το όνομα σρπ μπορεί να προφερόταν και σλπ ή σλφ.


225 Ο Θεόφραστος (372-287 ή 285 π.Χ.) ήταν φιλόσοφος της αρχαιότητας, συνεχιστής του έργου του Αριστοτέλη και διάδοχός του στη διεύθυνση της Περιπατητικής Σχολής. Γεννήθηκε στην Ερεσό της Λέσβου, γιος του πλούσιου έμπορου Μέλαντα, ο οποίος αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Το πραγματικό του όνομα ήταν Τύρταμος. Υπήρξε, αρχικά, μαθητής του Πλάτωνα. Μετά το θάνατό του Πλάτωνα, το 347, ακολούθησε τον Αριστοτέλη, ο οποίος διακρίνοντας τη φιλομάθεια και την ευφυΐα του τον επονόμασε αρχικά Εύφραστο και αργότερα Θεόφραστο. Μετά τη φυγή του Αριστοτέλη στη Χαλκίδα (το 323 π.Χ., ύστερα από κατηγορία για ασέβεια) ο Θεόφραστος (με υπόδειξη του ίδιου του Αριστοτέλη) ορίστηκε διευθυντής της σχολής, θέση που διατήρησε για είκοσι-πέντε χρόνια. Στη διάρκεια της διεύθυνσής του, οι μαθητές της σχολής ξεπέρασαν τους δυο χιλιάδες, μεταξύ των οποίων οι βασιλιάδες της Μακεδονίας Κάσσανδρος και Φίλιππος, καθώς και ο Πτολεμαίος Α' της Αιγύπτου.


226 Ευφόρβιο (από τη λέξη Ευφορβία=εξαγνισμός, προστασία) το ονομαζόμενο σήμερα Γαλατσίδα ή Φλόμος

227 Το εδάφιο είναι από το Ονομαστικόν (10.103) του Πολυδεύκη, σε ιαμβική ποίηση και αποδίδεται στον Σόλωνα. 

http://stanitsasptolemaicegypt.blogspot.gr/