Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

"Η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου πήρε αναβολή". Από το φανταστικό ημερολόγιο ενός αναγνώστη.



28 Οκτωβρίου 2020...

Είμαι ένας ξεχασμένος άνθρωπος, εθνικότητας ελληνικής. Κάποτε ήμασταν πολλοί, μα οι λάθος επιλογές, μας έκαναν αρχικά λίγους και αργότερα ανύπαρκτους.

Όλα ξεκίνησαν κάποιο πρωί στο απομακρυσμένο Καστελόριζο (ναι τότε το Καστελόριζο άνηκε σε κάποια χώρα που λεγόταν Ελλάδα). Τότε ήμουν 10 χρονών. Δεν καταλάβαινα και πολλά. Κάποιος μίλαγε για ένα ΔΝΤ, αργότερα κατάλαβα πως αυτός ήταν ο Πρωθυπουργός της χώρας. 
Ήμουν μικρός, δεν είχα ζήσει τι είχε συμβεί παλιότερα και δεν μπορώ να μιλήσω για εκείνα. Μπορώ να μιλήσω όμως για όλα αυτά που έχω ζήσει σαν παιδί και σαν ενήλικας. 
Στην αρχή δεν μπορούσα να καταλάβω πολλά, θυμάμαι μόνο τους γονείς μου που κουβέντιαζαν τι θα κάνουμε τώρα που μας κόβουν τους μισθούς. Θυμάμαι τον πατέρα μου να ανησυχεί και η μητέρα μου να τον καθησυχάζει λέγοντάς του: "Έχει ο Θεός".

Τον επόμενο χρόνο απέλυσαν τον πατέρα μου, γιατί είπαν πως 'φταίγαν οι δημόσιοι υπάλληλοι για την οικονομική κρίση. Εγώ παιδί ήμουν, την μόνη κρίση που ήξερα ήταν η νευρική κρίση που πάθαινε η δασκάλα μου όταν της ζητούσαμε να κάνουμε προσευχή πριν ξεκινήσει το μάθημα: "Αυτά είναι παλιομοδίτικα και ρατσιστικά πράγματα, νέα παιδιά να παραμυθιάζεστε", μας έλεγε. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Μα ο Θεός είναι καλός και αγαπάει όλους τους ανθρώπους γιατί η δασκάλα μου δεν τον πιστεύει; Αργότερα βέβαια, συνειδητοποίησα πως δεν ήταν η μόνη που είχε τέτοια άποψη κι ότι αργότερα θα γινόντουσαν πλειοψηφία κι εμείς θα διωκόμασταν μέσα στην ίδια μας την χώρα. 

Μεγαλώνοντας, άρχισα να νιώθω την απουσία της Ορθοδόξου πίστης από τα σχολεία και τη δημόσια ζωή αλλά δεν μπορώ να πω το ίδιο για τις άλλες θρησκείες. Ξαφνικά με φώναζαν ρατσιστή γιατί φορούσα έναν ξύλινο επιστήθιο Σταυρό, δώρο της αείμνηστης γιαγιάκας μου, η οποία φεύγοντας από αυτή τη ζωή έλεγε: "αλίμονο σε εσάς που μένετε πίσω. Εμείς ζήσαμε πόλεμο, ζήσαμε πείνα, ζήσαμε κατοχή αλλά ξέραμε τον εχθρό μας και τον πολεμήσαμε κι ο Θεός μας ελευθέρωσε. Εμείς αντισταθήκαμε και δημιουργήσαμε ένα έπος. Αλλά εσείς παιδάκι μου...".

Μάλλον θα εννοούσε το έπος του 1940 τότε που πολεμήσαμε τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, παρ' ότι λιγότεροι σε αριθμό και με εξοπλισμό της πλάκας. Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα πως εκείνοι που προσπάθησαν να μας καταλάβουν με τον πόλεμο, αργότερα ήρθαν ως οικονομικοί σωτήρες μας για να μας καταλάβουν δίχως πόλεμο και δίχως αντίσταση από εμάς.

Έτσι, που λέτε. Όποιος φορούσε Σταυρό και πίστευε στον Αληθινό Θεό ήταν ρατσιστής γιατί περιθωριοποιούσε τις υπόλοιπες θρησκείες και τις χαρακτήριζε ψεύτικες. Δηλαδή, ξαφνικά η αλήθεια έγινε ρατσισμός. Τώρα καταλαβαίνω πως έτσι φαίνεται η Αλήθεια στα αφτιά και στα μάτια του κάθε ψεύτη.

Τα χρόνια περνούσαν και η κατάσταση δεν άλλαζε. Οι γονείς μου, εγώ και η μικρή μου αδερφή (ο μεγάλος μου αδερφός αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στον Καναδά) αναγκαστήκαμε να φύγουμε από το σπίτι. Το είχαν κληρονομήσει οι γονείς μου από την γιαγιάκα μου, αλλά δύο χρόνια αφού έμεινε άνεργος ο πατέρας μου, απέλυσαν και την μητέρα μου γιατί έκλεισε η εταιρεία που δούλευε λόγω οικονομικής κρίσης (αυτή η κρίση είχε αρχίσει να μου τη δίνει πολύ στα νεύρα!!). Έτσι, δεν μπορούσαμε να πληρώσουμε κάποιο χαράτσι της ΔΕΗ και κάποιον ΕΝΦΙΑ. Έτσι κάποια μέρα ήρθαν κάτι κύριοι ντυμένοι με μαύρα κοστούμια στο σπίτι και μας είπαν πως έπρεπε να το αδειάσουμε. Τα παρακάλια των γονιών μου και τα κλάματα τα δικά μας δεν άγγιξαν καθόλου εκείνους τους ανθρώπους, φύγαμε λοιπόν για το χωριό μας στην Ήπειρο (ναι και η Ήπειρος τότε ήταν Ελληνική). Εκεί μας φιλοξένησε ένας θείος μας, αδελφός της γιαγιάς μου είπε αργότερα η μητέρα μου. 

Εκεί έβγαινα στους δρόμους και έβλεπα παντού γυναίκες με μαντήλια στα κεφάλια τους και τους άνδρες να προσεύχονται σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα. Αργότερα μου είπαν πως ήταν μουσουλμάνοι από τις χώρες τις Ασίας που είχαν εισέλθει στην Ελλάδα παράνομα. 

Κανείς δεν έδινε σημασία. Όποιος έλεγε ότι κινδυνεύουμε σαν έθνος από την ανεξέλεγκτη λαθρομετανάστευση τον χαρακτήριζαν ρατσιστή, αργότερα ψήφισαν και νόμο για να είναι σίγουροι πως δεν θα ξαναμιλήσει κανείς. 

Μίλησαν όμως τα γεγονότα. Πόλεμος ξεκίνησε στη Συρία και στο Ιράκ με έναν στρατό που αυτοαποκαλούνταν Ισλαμικός Στρατός να καταστρέφει και να σκοτώνει όποιον τολμούσε να αντισταθεί. Να αποκεφαλίζει, να κρεμάει και να βασανίζει όποιον δήλωνε χριστιανός. Χωριά καταστράφηκαν, οικογένειες ξεκληρίστηκαν, μα στην Ελλάδα κανείς δεν ανησυχούσε γιατί αυτά ήταν μακριά. Μα αργότερα ήρθαν πιο κόντα και πιο κοντά και πιο κοντά ώσπου...

Η κρίση συνεχιζόταν, η χώρα μας ήταν σε αδιέξοδο, είχαν αρχίσει να το παραδέχονται και αυτοί που μας έβαλαν στο ΔΝΤ. Η Ελλάδα έμοιαζε πλέον σαν ετοιμοθάνατο παιδί, αδύναμο κι ανίκανο να αντισταθεί στις άγριες διαθέσεις των αρπακτικών που το ακολουθούν περιμένοντας πότε θα ξεψυχήσει ώστε να ικανοποιήσουν την λυσσασμένη πείνα τους. 

Πως το πέτυχαν; αναρωτιόμουν. Μα τώρα που μεγάλωσα είναι όλα καθαρά στο μυαλό μου. Αποδόμησαν τις αξίες του έθνους μας, την πίστη μας, την οικογένεια, την ιστορία και την παράδοση μας. Πολιτικοί και εκκλησιαστικοί ηγέτες έγιναν μαριονέτες στα χέρια τους αφήνοντας στην τύχη του τον Ελληνικό λαό. Έναν Ελληνικό λαό που δεν χρειάστηκε πολύ για να χάσει τον δρόμο του. Ξέχασε ποιος ήταν και που πίστευε. Έβγαλε τον Χριστό από τη ζωή του και έβαλε το χρήμα, έβγαλε την πατρίδα από το μυαλό του και έβαλε το χρήμα. Τα πάντα για το χρήμα. 

Αχ βρε γιαγιάκα, δέκα σαν εσένα να ζούσαν δεν θα είχαν γίνει έτσι τα πράγματα. Δεν θα το είχε επιτρέψει ο Θεός. Τώρα το έπος του '40 που μου έλεγες δεν εορτάζεται από τους Έλληνες γιατί δεν υπάρχουν Έλληνες πια. Χάθηκαν οι Έλληνες, χάθηκαν και οι ελπίδες για ένα νέο έπος. Η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου εν έτει 2020 πήρε οριστική αναβολή. 

Από το φανταστικό ημερολόγιο ενός αναγνώστη