Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Καβαλάρης Άγιος στη γραμμή του Αλβανικού μετώπου.


Καβαλάρης Άγιος στη γραμμή του μετώπου.

Από κάποια μονάδα είχε συλληφθεί κατά τον πόλεμο του ’40 Ιταλός αξιωματικός αιχμάλωτος. Οι φαντάροι, που τον συνέλαβαν, του αφαίρεσαν τον οπλισμό, τα κυάλια, και τα λοιπά, όπως προβλέπεται στην περίπτωση των αιχμαλώτων.

Όλα τα έδινε, χωρίς διαμαρτυρία. Και τις φωτογραφίες των παιδιών του και της γυναίκας του.
Μία μικρή όμως εικονίτσα του Αγίου Γεωργίου, δεν ήθελε να τη δώσει με κανένα τρόπο.
Τελικά του την πήρανε. Τότε ζήτησε να δει τον διοικητή. Μόλις τον συνάντησε, τον παρακάλεσε να του δώσουν την εικόνα του Αγίου Γεωργίου πίσω.

Αυτή είναι δική μας, Ορθοδόξη, τι την θέλεις εσύ ο παπικός; του είπε ο διοικητής.

Εγώ, απαντά ο Ιταλός λοχαγός, οδηγούσα το λόχο μου.

Στη μάχη όμως πάνω, δεν μπορούσα να σπάσω τις γραμμές των Ελλήνων, γιατί μπροστά τους και πάνω στον αέρα, έβλεπα να τρέχει σ’ όλη τη γραμμή του μετώπου ένας καβαλάρης μ’ άσπρο άλογο, που μας εμπόδιζε να προχωρήσουμε.
Στην οπισθοχώρησή μας όμως, βρήκα στο δρόμο ένα ερημοκκλήσι. Μπήκα μέσα να προσευχηθώ και βλέπω αυτό το εικονισματάκι. Ήταν ακριβώς ο Άγιος με το άσπρο άλογο που δεν μας άφηνε να προχωρήσουμε. Την πήρα και θα σας παρακαλέσω να μου την αφήσετε.

Του την άφησαν.

Η Παναγία, ο Γερμανός διοικητής και τα τάνκς.

Το 1943 σκοτώθηκε ένας Γερμανός στρατιώτης στην περιοχή της Λειβαδειάς. Για το φόνο αυτό θεωρήθηκαν υπαίτιοι οι κάτοικοι του Ορχομενού. Ο διοικητής της περιφέρειας αποφάσισε να κινηθεί με τάνκς εναντίον τους, να τους συλλάβει ομήρους και να κάψει το χωριό.

Το βράδυ της 9ης Σεπτεμβρίου όμως, είδε στον ύπνο του μία γυναίκα με μαύρα, να τον παρακαλεί να μην κάνει κακό στο χωριό, γιατί οι κάτοικοι είναι αθώοι. Ο Γερμανός διοικητής δεν έδωσε σημασία στα λόγια της γυναίκας, και την επόμενη μέρα ξεκίνησε με τα τάνκς του. Πλησίασε στο χωριό και στρατοπέδευσε κοντά στην εκκλησία της Παναγίας της Σκριμπούς.

Περίμενε την κατάλληλη ώρα να επιτεθεί. Τη στιγμή όμως που θα έδινε τη διαταγή, παρουσιάστηκε ξανά μπροστά του η χθεσινή γυναίκα και τον πρόσταξε να μην επιτεθεί. Αυτός παράκουσε και διέταξε να αρχίσει ο βομβαρδισμός.

Και τότε, συνέβηκε κάτι το πολύ παράξενο: το έδαφος υποχώρησε και τα τάνκς, το ένα μετά το άλλο, καταστράφηκαν!
Ύστερα από τη θαυμαστή αυτή επέμβαση, ο διοικητής πλησίασε στην παραπάνω εκκλησία, μπήκε μέσα και προχωρώντας, σταμάτησε στο βάθος, μπροστά στην εικόνα της Παναγίας.

Στη μορφή Της αναγνώρισε τη γυναίκα, που δύο φορές προσπάθησε να τον αποτρέψει από την επίθεση. Έβγαλε τότε τα γαλόνια του και 150 μάρκα που είχε μαζί του και τα άφησε μπροστά στην εικόνα Της. Ταυτοχρόνως παρακάλεσε τον ιερέα της εκκλησίας, που έτυχε να βρίσκεται εκεί, να κάμει ολονύχτια δέηση.

Έδωσε τέλος την υπόσχεση, όσον καιρό θα ήταν διοικητής, να μην πειράξει καθόλου τους κατοίκους. Μετά τη λήξη, μάλιστα, του πολέμου έστειλε από τη Γερμανία ένα λάβαρο με την εικόνα της Παναγίας και κάθε χρόνο έρχεται στις 10 Σεπτεμβρίου μαζί με άλλους Γερμανούς προσκυνητές στη χάρη Της.

Αφιέρωσε ακόμα μία μεγάλη εικόνα, που δείχνει τα ακινητοποιημένα τάνκς και στο πάνω μέρος την Παναγία.

Η επιγραφή υπενθυμίζει το γεγονός: «Θεομήτωρ Μαριάμ, Ορχομενίων άμαχος πρόμαχος» = «Μαριάμ, η Μητέρα του Θεού, ο ακαταμάχητος προστάτης των κατοίκων του Ορχομενού».