Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Οι νεκροί και οι σακάτηδες της Κατάρας του Μπουρλότου...

ΨΑΡΕΜΑ ΜΕ ΜΠΟΥΡΛΟΤΟ


Παρουσιάζει ο Αιθεροβάμων
Το ψάρεμα με δυναμίτη, ήταν πράξη και συνήθεια ριζωμένη για πολλά χρόνια ιδιαίτερα στο νησιωτικό χώρο. Κυνηγητό με το νόμο, κρυφτούλι με το θάνατο, ιστορίες κομματιασμένων από το «καταραμένο το μπουρλότο». 

ΟΙ ΜΠΟΥΡΛΟΤΙΕΡΗΔΕΣ

 
‘Οταν τελειώσαμε µε τη στέρνα µας, ο πατέρας µου και ο µπάρµπας µου ο Γιάννης ανακάλυψαν ότι τους είχανε περισσέψει µερικοί δυναµίτες.
«Τι λες ορέ Γεράσιµε, ακούω τον µπάρµπα. Πάµε να σκοτώσουµε κάνα ψάρι;»
«Μα τι λες Γιάννη µου, κι αν ε µας πιάσουνε;»
«Μα για να µη µας ε πιάσουνε, θα πάρουµε κοντά και το Μίµη να φυλάει και θα ν του δώσουµε κι εκεινού το µερίδιό του».
«Καλά Γιάννη µου, πάµε και ο θεός βοηθός!»
Εγώ δεν µπορούσα να καταλάβω τι λέγανε. Στο περίπου κατάλαβα ότι θέλανε να σκοτώσουνε ψάρια, αλλά περίµενα να πάρουνε ντουφέκια και φουσέκια µαζί.

Η περιέργεια µε έτρωγε και το µόνο που ζήτησα επίµονα ήτανε να πάρουν κι εµένα µαζί.
Είµαστε όλοι σε επιφυλακή, παραµονεύοντας κρυµµένοι πίσω από κάτι σπάρτα και σκίνα. Η σιωπή ήτανε απόλυτη και µόνο το µακρυνό ντούκου ντούκου της βάρκας κάποιου ψαρά την έσπαγε. Κάποια στιγµή είδα το µπάρµπα Γιάννη να βγάζει σιωπηλά και ήρεµα από το σακούλι του ένα µασούρι δυναµίτη, να κόβει ένα κοµµάτι φυτίλι και να προσαρµόζει ένα καψούλι στο σύνολο. Σιωπηλά, τους είδα να κάνουν νοήµατα ο ένας στον άλλο και κάποια στιγµή εκείνος άναψε το φυτίλι και πέταξε το µασούρι προς τη θάλασσα.
Ακούστηκε µια δυνατή έκρηξη και η θάλασσα µανιασµένη όρµησε προς τον ουρανό. Ο Μίµης γυµνώθηκε, έµεινε τσίτσιδος και βούτηξε στην κρύα πρωινή θάλασσα. Με κάθε βουτιά έφερνε τρία µεγάλα µαύρα ψάρια, ένα σε κάθε χέρι κι ένα στα δόντια του: «Να γδυθεί κι ένας άλλος, λέει, δεν προλαβαίνω να τα µαζέψω ούλα και το ρέµα τα παίρνει στα βαθιά».
«Είναι σκοτωµένα και πολλά µικρά, αλλά να µαζέψουµε τα µεγάλα».

«Βιαστείτε, γιατί το σµπάρο ακούστηκε και πρέπει να φύγουµε πριν έρθουνε και µας επιάσουνε!»
Αµέσως γδύθηκαν και οι άλλοι δυο και άρχισαν να βουτάνε στη θάλασσα. Σε λίγη ώρα τα σακούλια είχανε γεµίσει µε ψάρια κι εµείς τα µοιραστήκαµε, τα φορτωθήκαµε και γρήγορα εξαφανιστήκαµε από κει γύρω.
Επίλογος: Αργότερα, ρώτησα επίµονα τους µπουρλοτιέρηδες, γιατί απαγορευότανε αυτό το τόσο εύκολο κι αποδοτικό ψάρεµα.
Είχα µεγάλη απορία αν άξιζε το τίµηµα να διακινδυνεύει κανείς τη ζωή του. Τους ρώτησα και για το µακαρίτη τον µπάρµπα Νιόνιο που τον εφέρανε τσουρούλια σε µία κουβέρτα. Κι αυτοί µου είπανε ότι ο καηµένος, παρόλο που ήτανε πολύ έµπειρος µπουρλοτιέρης, φαίνεται ότι σ’ εκείνο το µοιραίο και τελευταίο του µπουρλότο, κάποιο µεγάλο ψάρι κυνηγός θα εµφανίστηκε ακριβώς τη στιγµή που εκείνος είχε ανάψει το µπουρλότο του και του έδιωξε τα ψάρια. Ήτανε πολύ πιθανό ότι εκείνη την κρίσιµη στιγµή ο µπάρµπα Νιόνιος εσάστισε και καθυστέρησε να το πετάξει µε αποτέλεσµα να σκάσει στα χέρια του και να τον κάνει κοµµατάκια.
Όσο για το Μίµη τον κουλό από τη Βολίµα, εγώ ο ίδιος τον είχα δεί να προσπαθεί να φάει το φαγητό του αφού κάποιος του έδενε µε ένα λουρί το κουτάλι στο κοµµένο στον καρπό χέρι του.Μου εξήγησαν ότι αυτός την έπαθε γιατί δεν κατάλαβε ότι το µικρό φυτίλι κάηκε γρήγορα και ήταν τυχερός που δεν έγινε ολόκληρος κοµµάτια, όπως ο µπάρµπα- Νιόνιος.
Με κοιτούσανε ένοχα και µε κάποιους τρόπους προσπαθούσανε να µου εξηγήσουνε τ’ ανεξήγητα.”
……………………………………………………
(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΖΑΚΥΝΘΙΝΑ ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ. Ιστορίες τση Νόνας» του Ζακυνθινού Γιώργου Πυλαρινού που περιγράφει παραστατικά αυτόν τον παράνομο τρόπο ψαρέματος).


Το ψάρεμα με μπουρλότο ήταν αρκετά διαδεδομένο και στο Νησί μας, σε όλες τις ακτές ιδιαίτερα όμως στην δυτική Λευκάδα από Τσουκαλάδες μέχρι Καλαμίτσι και πιο πέρα. Οι ευρεσιτεχνίες για την κατασκευή του μπουρλότου ήταν πολλές. Το λίπασμα της νιτρικής αμμωνίας ήταν η πρώτη ύλη που χρησιμοποιούσαν !


Κάθονταν ώρες ολόκληρες και παραμόνευαν ακίνητοι πάνω στον Κόκκινο βράχο για να δουν το κοπάδι των ψαριών να έρχεται από το πέλαγος.
Κάτι που ήθελε ιδιαίτερη ικανότητα !
Όπως μεγαλύτερη αξία και ικανότητα είχε ο υπολογισμός του χρόνου που θα έσκαγε ο δυναμίτης μέσα στη θάλασσα. Ένα δύο δευτερόλεπτα καθυστέρηση και έρχονταν η καταστροφή καθώς το μπουρλότο έσκαγε στο χέρι !


Εκεί στα χωριά της Δυτικής Λευκάδας συχνά συναντούσες τυφλούς, σακατεμένους κουλοχέρηδες, ανάπηρους, που από μια αστοχία στον κακό υπολογισμό της έκρηξης του δυναμίτη κατάστρεφαν τη ζωή τους.
Αλλά και οι θάνατοι από μπουρλότο δεν ήταν λίγοι.
Ένα Καλαμιτσιώτικο μοιρολόϊ αναφέρεται σ’ αυτό το θέμα:
Δε στο πα γιέ μου να μη πας να ρίξεις το μπουρλότο
Γιατ’ είδα όνειρο κακό πως θα μενες στον τόπο;
Δε στο πα η μαυρόμοιρη, δε στο πα η κακομοίρα
Πως θε να γίνει ο τάφος σου μαύρη δική μου μοίρα;
Στεφάνι γαμπριάτικο, γαρούφαλο στο πέτο
Στην εκκλησιά ευκιόμουνα να το φορέσεις φέτο.
Γαμπρό θα σε συνέβγανα, γαμπρό σε συνεβγάνω
Και στο νεκρό κεφάλι σου στεφάνι εγώ σου βάνω.



Σήμερα που τα ψάρια έχουν λιγοστέψει σε μεγάλο βαθμό κοντεύει να εκλείψει και αυτή η πολύ επικίνδυνη συνήθεια που άφησε πίσω της αρκετές πονεμένες οικογένειες. Κάποιοι, ευτυχώς ελάχιστοι, ακόμη επιμένουν παίζοντας με τον θάνατο...


Αιθεροβάμων