Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Ρωσία και η Απειλή του Πανσλαβισμού, π. Γ.Δ.Μεταλληνού





(κεφ.2 από το βιβλίο «Πολιτική κι Θεολογία», του ιδίου, σ. 227, εκδ. Τέρτιος, 1990, Ιδεολογία και Πράξη του ριζοσπάστη πολιτικού Γεωργίου Τυπάλδου-Ιακωβάτου)


....σύντομη σύνδεση με τα προηγούμενα....(σ.226)

«...Ως βασικό μέσο άμυνας του Γένους απέναντι στους Ξένους και τα όργανά τους θεωρούσε ο Ιακωβάτος τη φανερή διαφοροποίηση του Γένους από τη Δύση και τον πολιτισμό της. Αυτή η τάση του φαίνεται ιδιαίτερα στην περίπτωση του ημερολογίου. Τόσο στη Θ’ Βουλή, όσο και στα 1864/65 στο Ελληνικό Κοινοβούλιο θα αγωνισθεί για την καθιέρωση του «παλαιού» (ή ανατολικού – ρωμαίϊκου) έτους. Στην συνείδησή του η χρήση διαφορετικού ημερολογίου (και εορτολογίου) συνιστούσε μόνιμη υπενθύμιση της διαφοράς ανάμεσα στο Ρωμαίϊκο και τη Φραγκιά....Ανατολικό Ημερολόγιο και Ανατολική Θρησκεία ήταν για τον Ιακωβάτο ευδιάκριτα διαφοροποιητικά στοιχεία από τη δυτική «Ξενοκρατία».

Συμπερασματικά, οι Ξένοι και οι Ξενόδουλοι με τη δράση τους στην Ελλάδα συνιστούσαν για τον Ιακωβάτο ανασταλτικούς παράγοντες στην ομαλή πορεία του Γένους/Έθνους προς την πραγμάτωση των στόχων του. Οι αναστολές δε αυτές ενισχύονταν από τον εξωτερικό επηρεασμό της Χώρας εκ μέρους της Ρωσίας...»

2. Η απειλή του Πανσλαβισμού:

Η παρουσία της Ρωσίας στα ελληνικά πράγματα ήταν, ήδη από την εποχή της Ελληνικής Επαναστάσεως, ιδιαίτερα αισθητή. Μετά την Επανάσταση η «ομόδοξος» Ρωσία συνδέθηκε με τα αλυτρωτικά οράματα του Ελληνικού Κράτους στα πρόσωπα των οπαδών της ρωσικής πολιτικής, που ήταν συνάμα και οπαδοί του Ρωσικού Κόμματος. Εξ’ άλλου, οι παραδοσιακοί Έλληνες  και κυρίως οι λαϊκές τάξεις, στενότερα δεμένοι με τη ζωή της Εκκλησίας και την Ορθοδοξία, θα προσβλέπουν συνεχώς στην «ομόδοξη» Ρωσία, διότι στις επεμβάσεις της στην ελληνική πολιτική σκηνή διέκριναν και τη δυνατότητα ανασχέσεως του επιδιωκομένου από την ηγεσία των άλλων κομμάτων εκδυτικισμού της κρατικής μηχανής και αποσυνδέσεως της Χώρας από την ανατολική παράδοση για χάρη του εξευρωπαϊσμού της. Η επιτυχία όμως μιας τέτοιας προσπάθειας ανησυχούσε όχι μόνο την «ανατολική παράταξη», αλλά και την ίδια τη Ρωσία, αφού θα περιορίζονταν ή και θα χάνονταν σε μια τέτοια περίπτωση οι δυνατότητές της να ασκεί μέσω του Κλήρου και του «φιλορωσικού» κόμματος τις επιρροές της στην πορεία του Ελληνικού Κράτους. Μορφές, όπως ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων και ο Κοσμάς Φλαμιάτος, αλλά και η πλειονοψηφία του Κλήρου, ως φιλορθόδοξοι και «αντιδυτικοί», θα είναι μόνιμα προσανατολισμένοι στη Ρωσία, για την προάσπιση κυρίως των συμφερόντων της Εκκλησίας.
Όχι όμως μόνο οι οπαδοί των φιλοδυτικών κομμάτων, αλλά και από τους «ανατολικούς» και παραδοσιακούς πολλοί, επηρεάζονταν αρνητικά έναντι της τσαρικής Ρωσίας και της ελληνικής πολιτικής της, διαπιστώνοντας τους επεκτατικούς στόχους της, τους οποίους προωθούσε η κίνηση του Πανσλαβισμού. Η ιδέα του σλαβικού κινδύνου δε γεννήθηκε, βέβαια, στην Ελλάδα, αλλά είχε γίνει αντιληπτή στη Δ. Ευρώπη, ήδη στο β’ μισό του 18ου αιώνα. Η πολιτική δε των δυτικών Δυνάμεων φρόντιζε να επισημαίνει ιδιαίτερα αυτόν τον κίνδυνο. Οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις ήθελαν την Ελλάδα ως «προπύργιο ενάντια στη ρωσική επιρροή» και μεταπρατικό τους χώρο. Η Μ. Βρετανία, μάλιστα, διατεινόταν, ότι μόνο αυτή μπορούσε να πραγματοποιήσει τα ελληνικά όνειρα, ζητώντας από την Ελλάδα ως αντάλλαγμα τη μόνιμη συνεργασία της με την Τουρκία, ώστε να υπάρχει σταθερός φραγμός στη ρωσική επέκταση προς τη Μεσόγειο. Αυτή την πολιτική εξυπηρετούσαν άμεσα ή έμμεσα και διάφορες προπαγάνδες, όπως εκείνη του Φαλμεράϋερ. Διαμορφώθηκε, έτσι, σε πολλούς η συνείδηση, ότι Ελληνισμός και Πανσλαβισμός ήταν φυσικοί αντίπαλοι, απέναντι δε στον Πανσλαβισμό και τα σχέδιά του έπρεπε να αντιτάσσεται ο Πανελληνισμός.
Ο Γ. Ιακωβάτος είναι γνωστός αντίπαλος της Ρωσίας και του Πανσλαβισμού. Ήδη ο Βλάσης Γαβριηλίδης, από τους πρώτους εγκωμιαστές του Ιακωβάτου, επισήμανε αυτή την όψη της πολιτικής του: «...Οξυδερκέστερος όλων των Ελλήνων πολιτευομένων ο Ιακωβάτος, συνορών τον πόλεμον, ον θα ανελάμβανεν η Ρωσσία κατά της αποστολής της Ελλάδος δια της εθνολογικής κινήσεως, εζήτει να υπονομεύση την πανσλαβιστικήν αυτήν ενέργειαν δια της δια μέσου της Ελλάδος ενισχύσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου».
Έχοντας πείρα της αγγλικής πολιτικής, όπως αυτή λειτούργησε στα Επτάνησα, αλλά και της Ρωσικής προπαγάνδας, όπως αναπτυσσόταν μέσω της ρωσόφιλης παρατάξεως, όχι μόνο στα Επτάνησα, αλλά και στο ελληνικό κράτος, κατέληξε στην παραπάνω επιλογή του, μετά από ρεαλιστική εκτίμηση όλων των όψεων της διεθνούς πολιτικής της εποχής του. Προοδευτικά οργανώθηκε η αντιρωσική στάση του και αυτή την πορεία θα ψηλαφήσουμε στη συνέχεια. Προκαταβολικά όμως πρέπει να επισημανθεί, ότι και ο αντιρωσισμός του Ιακωβάτου σχετίζεται με την όλη ρωμαίϊκη ιδεολογία του και δεν επηρεαζόταν από κομματικές ή άλλες παραταξιακές προϋποθέσεις. Αποδεικνύεται μάλιστα, ότι η «ρωσσοφοβία», για την οποία τον κατηγορούσαν, δεν ήταν απροϋπόθετη ή αθεμελίωτη.
Οι θεολογικές – πνευματικές καταβολές του Ιακωβάτου του έδιναν τη δυνατότητα να διακρίνει κατ’ αρχήν μια πολύ ειδική όψη του ρωσικού κινδύνου για την Ελλάδα, η οποία έμενε δυσδιάκριτη ή αθέατη από πολλούς άλλους πολιτικούς – και όχι μόνο αυτούς. Ο Ιακωβάτος διέβλεπε τον κίνδυνο της Χώρας από τη Ρωσική επιρροή πρώτα στο καθαρά εκκλησιολογικό και πνευματικό επίπεδο. Από κάποιες θέσεις του φαίνεται να έχει συνειδητοποιήσει τη διαφοροποίηση της Ρωσικής Εκκλησίας από την ορθοδοξοπατερική παράδοση στους προηγούμενους αιώνες. Έτσι, δεχόταν, ότι η ρωσική εκκλησιαστική πραγματικότητα δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως πρότυπο της Ελληνικής Εκκλησίας. Ενώ ο Κοραής και οι ευρωπαϊστές οπαδοί του προέβαλλαν ως ανάγκη για τον «εκσυγχρονισμό» της Ελλαδικής Εκκλησίας τη μίμηση του ρωσικού εκκλησιαστικού προτύπου (που είχε προκύψει από τις δυτικότροπες μεταρρυθμίσεις του Μ. Πέτρου), ο Ιακωβάτος πίστευε, ότι ακριβώς η ρωσική μίμηση συνιστούσε απειλή για την εκκλησιαστική παράδοση της Ελλάδος.
Ο Ιακωβάτος, σε ένα αντιρωσικό του δημοσίευμα, επισημαίνει την αφετηρία της αλλοτριώσεως της ρωσικής εκκλησιαστικής παραδόσεως στη Σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας (1438/39). «Οι πατριάρχαι σας και οι Ισίδωροί σας απέσεισαν από των ώμων την Ορθοδοξίαν, αι άτιμοι αυτών χείρες παρέδωκαν την παρακαταθήκην, προδόντες συνείδησιν και πατρίδα. Μόνος δε στύλος έμεινεν ο Μάρκος της Εφέσου και μόναι τίμιαι χείρες αι χείρες του Μάρκου...». Για τον Ιακωβάτο ο Ισίδωρος (αγνοείται η ελληνική καταγωγή του) εξέφραζε τους Ρώσους, μόνο δε ο Μάρκος Εφέσου ήταν γνήσιος Ρωμηός.  Με την επισήμανσή του όμως αυτή επιβεβαιώνεται συγχρόνως και η υπεροχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη διαφύλαξη της ορθοδόξου παραδόσεως, στο πρόσωπο του αγίου Μάρκου του Ευγενικού.
Στο κείμενο της ανακρίσεώς του από τις Αρχές στα 1867 αποκαλεί τη Ρωσική Εκκλησία «αυτολεγομένην Ορθόδοξον» (φ.7), επισημαίνει δε όψεις της αλλοτριώσεώς της: «Η Ορθόδοξος Ρωσσία στέλλει οστινσόρια ως τάματα εις τους εν Ρώμη Ιησουΐτας και λειτουργεί εν τοις προτεσταντικοίς ναοίς της Ν.Υόρκης της Αμερικής, δι’ ορθοδόξων ιερέων και επισκόπων». Κατηγορεί επίσης ανοικτά τη Ρωσία για την εισαγωγή της πολιτειοκρατίας στην Επτάνησο: «Την αρχήν της δημεύσεως της ιδιοκτησίας της πτωχής Εκκλησίας ημών εισήγαγον εις την Επτάνησον πρώτοι οι Ρώσσοι το 1800 περίπου (σημ. Γ.Μ: άρα προηγήθηκαν των Βαυαρών!), ως και παν ό,τι κακόν κατ’ αυτής και του Ελληνισμού» (φ.8).
Στα 1879, στην κορύφωση του αντιρωσικού και αντιπανσλαβιστικού αγώνα του, θα ονομάσει τον Τσάρο Αλέξανδρο «αφωρισμένον», και στα 1880 τους Ρώσους «αφωρισμένους από την Σύνοδον». Τη ρωσική «αυλήν» επίσης αποκαλεί «αφωρισμένην από τη Μ. Εκκλησίαν», διότι είναι «άθρησκος, αντίχριστος και άτιμος» και «παίζει με χριστιανισμόν και ορθοδοξίαν».
Είναι φανερό, βέβαια, ότι ο Ιακωβάτος εκτοξεύει όλους αυτούς τους αφορισμούς του όχι στο ρωσικό λαό, αλλά στην ηγεσία του. Μια φράση του δε, βοηθεί να εντοπίσουμε την αναφορά του αναθεματισμού της «ρωσικής αυλής». Γράφει στη συνέχεια: «...είναι δε αναθεματισμένη, όπως είναι αναθεματισμένοι και οι Βούλγαροι». Εννοεί, συνεπώς τη συνοδική καταδίκη του εθνοφυλετισμού ή εθνικισμού στην Κωνσταντινούπολη το 1872 με την αφορμή του «βουλγαρικού σχίσματος» (1870 – 1945). Είναι δε γνωστό, ότι το «βουλγαρικό ζήτημα» υπήρξε μία από τις χαρακτηριστικότερες και οδυνηρότερες για τον Οικουμενικό Θρόνο και την Ορθοδοξία ενσαρκώσεις του Πανσλαβισμού. Πρώτη, λοιπόν, αλλοίωση ο ρωσικός φυλετισμός.
Ο Ιακωβάτος διακρίνει, περαιτέρω, αλλοίωση της Ρωσικής Εκκλησίας λόγω της κρατούσης εκεί πολιτειοκρατίας. Στη Ρωσία «Εκκλησία και Αστυνομία είναι έν», συνεπώς είναι όργανο της Πολιτείας. Ο πολύ καλά δε ενημερωμένος Ιακωβάτος, πρέπει να γνώριζε, ότι και ο Κοραής στις κρίσεις του για το προσωρινό πολίτευμα της Ελλάδας κατέληξε «εις την πλήρη υποταγήν της Εκκλησίας εις την Πολιτείαν, και δη και εις τον Λειτουργόν, δηλαδή τον Υπουργόν της Δημοσίου Παιδείας, εις την αρμοδιότητα του οποίου συνυπήγοντο υπ’ αυτού μετά της Θρησκείας και η Αστυνομία και η Δικαιοσύνη». Η ρωσική απολυταρχία προκαλούσε έντονα τη δημοκρατική συνείδηση του Ιακωβάτου. «Ας συνταγματισθή η Ρωσσία – θα πει στη Βουλή – και τότε, όστις ομιλήση εναντίον του Τσάρου, ας φυλακίζεται». Τη μίμηση αυτής της ρωσικής εκκλησιαστικής πραγματικότητας απέκρουε ο Ιακωβάτος. Γι’ αυτό κάνει λόγο για «σουλιμιωτικήν κατάστασιν της Ελλαδικής Εκκλησίας κατά το λαππονικόν πρωτότυπον». Διαπίστωνε δηλαδή τη μίμηση σε προχωρημένο ήδη στάδιο.
Ζώντας τον προβληματισμό της εποχής του, δεν ήταν δύσκολο να αντιληφθεί ο Ιακωβάτος την άσκηση της ρωσικής επιρροής στην Ελλάδα μέσω της Εκκλησίας. Έτσι, καταγγέλλει την επιδίωξη της Ρωσίας να υποτάξει την Ελλαδική Εκκλησία, μεταβάλλοντάς την σε «μοσχοβιτικήν παγόδαν», τους αρχιερείς σε «αστυνομικούς υπαλλήλους» και τους Ιερείς «εις βόνζους κατασκόπους», εργαζομένους δηλαδή για τα συμφέροντά της. Καθολικός, άλλωστε, στόχος της ρωσικής πολιτικής ήταν η ανάδειξη της Μόσχας «ως κέντρου πολιτικού και εκκλησιαστικού». Διαβλέπει δηλαδή, αμετάβλητη την περί «τρίτης Ρώμης» θεωρία, στα πλαίσια της οποίας εκδιπλωνόταν η ρωσική πολιτική και στο 19ο αιώνα.
Αναζητεί όμως τις συνέπειες της πολιτικής αυτής και τις εντοπίζει – αναπόδεικτα, όπως συνήθιζε – σε σημαντικά ελλαδικά εκκλησιαστικά γεγονότα, τα οποία θεωρεί αποτελέσματα ρωσικών επεμβάσεων. Το ζήτημα των «σιμωνιακών», λ.χ. (1879) θεωρεί δάκτυλο της Ρωσίας, για να αποδειχθεί, ότι «μόνη η Ρωσσία κρατεί την Ορθοδοξίαν». Το σκάνδαλο αυτό, που το πρόβαλε ιδιαίτερα η αντίδραση του Απ. Μακράκη, κατά τον Ιακωβάτο «το εγέννησε και προήγαγεν» η πολιτική εκείνη, «η οποία είχε σκοπόν να ωφεληθή», δηλαδή η Ρωσική (σημ.Αγορεύσεις, σ.229: « Αν δεν διαλύσω το ελληνικόν έθνος, αν δεν εξευτελίσω την εκκλησίαν του ελληνικού γένους, αν δεν κάμω υπομισθίους μου και πατριάρχην και επισκόπους, αν δεν δυσφημίσω την Σύνοδον της Ελλάδος, αν δεν καταδικάσω επισκόπους, δεν εδραιούται η ιδέα εις τον λαόν, ότι εις την Μόσχαν λατρεύεται ΜΟΝΟΝ ο Θεός, ότι η Ρωσία ΜΟΝΗ κρατεί την Ορθοδοξίαν»).
Έργο της Ρωσίας θεωρούσε και το ελλαδικό αυτοκέφαλο (1850), δηλαδή υπηρετικό των ρωσικών σχεδίων. Και είμαστε σε θέση σήμερα να γνωρίζουμε την ανάμειξη του ρώσου Πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη Τιτώφ κατά την κανονική ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Ελλαδικής Εκκλησίας. Στην περίφημη παραίτησή του (25.09.1867) ο Ιακωβάτος καταγγέλλει ως στόχο της Ρωσίας – σχετιζόμενο άμεσα με το αυτοκέφαλο – να καταστεί «η Ελλάς ρωσσική γκουμπέρνιγια και αι Αθήναι νέα Γνέζνα, και νέον Κισνόβιον Νέας Βεσσαραβίας». Οι παραβολές είναι προσεκτικά επιλεγμένες. Είναι γνωστό, ότι η κατάληψη από τους Ρώσους της Βεσσαραβίας (συνθήκη Βουκουρεστίου 1812) συνιστούσε απόδειξη του γεγονότος, ότι «κάθε φοράν που οι Ρώσσοι κατέκτων εδάφη, τα οποία ανήκον εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, τα απορροφούσαν οι ίδιοι, αφού τα έκαμνον μέρος της Ρωσικής Εκκλησίας, ή τα έκαμναν ανεξάρτητα από το Οικουμενικόν Πατριαρχείον». Άλλα παραδείγματα «σκανδαλώδη τοιούτου αφομοιωτικού εκκλησιαστικού ιμπεριαλισμού» ήταν η Ουκρανία και η Κριμαία. Γι’ αυτό είχε τη δυνατότητα – έστω και αναπόδεικτα – να εντάσσει σ’ αυτές τις περιπτώσεις και την ελλαδική αυτοκεφαλία (1850), όπως καρπό της πολιτικής της Ρωσίας θεωρούσε και την εκκλησιαστική αφομοίωση της Επτανήσου (1866). Μνέσα δε σε ποιά προοπτική έβλεπε τη ρωσική ανάμειξη στο αυτοκέφαλο του 1850, φαίνεται στην ανάκριση του 1867 (φ.9), όπου κάνει ένα σημαντικό υπαινιγμό: Μήπως «η αγία Ρωσσία διά μεν της δεξιάς χειρός συνέταττεν εν Κων/λει τον ανθελληνικόν τόμον του 1850 (σημ. Γ.Μ: «ανθελληνικόν» λόγω του χωρισμού από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το «κέντρο» της Ρωμηοσύνης), δια δε της αριστεράς συνέρραπτεν εν Αθήναις τον αντορθόδοξον αντίτομον (=του Φαρμακίδη) επί ανεμοζάλη;» (= για να δημιουργήσει σύγχυση).
Το συμπέρασμα του Ιακωβάτου για την εκκλησιαστική πολιτική της Ρωσίας ήταν, ότι χρησιμοποιούσε το «ομόδοξον», για την παραπλάνηση του ελληνικού λαού, ενώ η ρωσική αυλή περιφρονούσε «και Χριστόν και ηθικήν». Και εδώ τολμούσε ο κεφαλονίτης πολιτικός να κρημνίσει άλλο ένα είδωλο, που συγκέντρωνε τις ελπίδες πολλών ελλήνων, και μάλιστα του λαού. Αλλά σ’ αυτό ακριβώς το σημείο εντόπιζε συγκεκριμένα τη ρωσική απάτη: Το «πνεύμα του Βορρά» - σημειώνει – ενεργεί «πότε δια των αναμνήσεων, πότε δια της θρησκείας, πότε δια των αποπλανήσεων». Ο επηρεασμός, μάλιστα, των λαϊκών στρωμάτων διευκολυνόταν από δη διάδοση της χρησμολογίας, που είχε ανανεωθεί το 19ο αιώνα.
Όπως ειπώθηκε όμως, η εκκλησιαστική πολιτική της Ρωσίας στην Ελλάδα αποτελούσε για τον Ιακωβάτο μέρος της γενικότερης ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, που εκφραζόταν ως Πανσλαβισμός. Ο μεγαλοϊδεατισμός του Ιακωβάτου έβλεπε στα πανσλαβιστικά σχέδια την ισχυρότερη απειλή του. Ο Ιακωβάτος διέκρινε, ΄πως άλλωστε και ο Φαρμακίδης, δύο συγγενή μεταξύ τους ρεύματα, το σλαβισμό και τον πανσλαβισμό. Κατά τον ορισμό, που δίνει ο Φαρμακίδης στα χειρόγραφά του, «πανσλαβισμός» είναι η ένωση «εις μέγα σλαβικόν έθνος των υπό τα άλλα έθνη τελούντων σλαβικών εθνών». «Σλαβισμός» δε η ένωση «των εν τη Οθωμανική επικρατεία σλαβικών εθνών» (σημ.: Αγορεύσεις, σ.222: Ο Θ. Φαρμακίδης διακρίνει «σλαβική» και «πανσλαβιστική» ιδέα και καθορίζει χρονικά τη διαμόρφωσή της στο τέλος του ρωσοτουρκικού πολέμου (1829) και την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (1830)).
Στα πλαίσια της διπλής αυτής (οικουμενικής και στενότερης) στοχοθεσίας, συνειδητοποίησε ο Ιακωβάτος το ρωσικό/σλαβικό κίνδυνο. Επρόκειτο καθαρά για αντιποίηση της ρωμαίϊκης ιδέας. Εντάσσοντας δε τις απόψεις του για τον κίνδυνο του Πανσλαβισμού σε περιστασιακές βουλευτικές αγορεύσεις, δεν είχε τη δυνατότητα να αναπτύξει συστηματικά την ιδεολογία του, αλλά μόνο αποσπασματικά και μέσα σε κλίμα πάντα έντονης αντιπαράθεσης ή και σύγκρουσης. Έτσι κατανοούνται και οι οποιεσδήποτε υπερβολές του σε όσα «αγωνιστικώς» (κατά την πατερική θεολογία) έλεγε. Από τις σποραδικές, συνεπώς, θέσεις του θα προσπαθήσουμε να αναπαραγάγουμε την αντιπανσλαβιστική του θεωρία.
Η Ρωσική πολιτική, λόγω των πανσλαβιστικών τάσεών της, αποτελούσε για τον Ιακωβάτο μόνιμη παγκόσμια απειλή. «Όπου πατήσουν οι Ρώσοι, όλα τα καταστρέφουν». Μόνιμο ήταν κατ’ αυτόν το μίσος της Ρωσίας εναντίον του Ελληνισμού. Η Ρωσία του 19ου αιώνα υπέσκαπτε τα θεμέλια του Ελληνικού Κράτους, χρησιμοποιώντας το για την εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων, που συνοψίζονταν στην κάθοδο στην Κωνσταντινούπολη, για να «καταβροχθίση την Ελλάδα» και «τα λοιπά εθνάρια», προφανώς τα βαλκανικά. Μ’ αυτά ο Ιακωβάτος δείχνει πλήρη γνώση της σύγχρονής του διεθνούς πολιτικής. Η Ρωσία σχεδίαζε πράγματι να γίνει υπερδύναμη, στην κορυφή μνιας τεράστιας ομοσπονδίας σλαβικών χωρών, με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Στη συνομοσπονδία μπορούσαν να μετάσχουν και οι Έλληνες με δέλεαρ τη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τα Νησιά.
Έτσι εξηγείται η διαφορετικά ακατανόητη και ασυμβίβαστη με το μεγαλοϊδεατισμό του θέση του Ιακωβάτου (1879) εναντίον της διεξαγωγής επιχειρήσεων στη Θεσσαλία και την Ήπειρο. Η σχετική επιχειρηματολογία των αγορεύσεών του – σκανδαλιστική εκ πρώτης όψεως – απλώς προϋποθέτει τη σλαβική πλεκτάνη. Για τη διευκόλυνση δε των επιδιώξεών της αυτών η Ρωσία χρησιμοποιούσε – κατά τον Ιακωβάτο – ακόμη και την ιστορική επιστήμη, αλλοιώνοντας την ελληνική ιστορία μέσω των πρακτόρων της.
Μέρος του πανσλαβιστικού σχεδίου ήταν, κατά τον Ιακωβάτο, η μόνιμη πολεμική κινητοποίηση της Ελλάδας και μάλιστα εναντίον της Τουρκίας. Η Ελλάδα βρισκόταν, έτσι, σε διαρκή πολεμικό συναγερμό «εναντίον όλου του κόσμου», χωρίς όμως να καθίσταται δυνατή η εξασφάλιση συμμάχων, αναγκαίων για κάθε αλυτρωτική της βλέψη. Σημαντικό όμως ήταν, ότι ο πολεμικός βρασμός, σύμφωνα με την «επιτηδείαν εκείνην πολιτικήν», στρεφόταν και εναντίον της ίδιας της Ρωσίας και του πανσλαβισμού. Στόχος όμως ήταν η συντήρηση του πολεμικού μένους για την απομόνωση της Ελλάδας, ώστε να διευκολυνθεί η τελική επικράτηση της Ρωσίας. Και είναι γεγονός, ότι από τον Κριμαϊκό πόλεμο και την ελληνική εκστρατεία της Θεσσαλίας, που είχε προκληθεί από τον Τσάρο, η Ελλάδα βρισκόταν σε συνεχή πυρετό πολέμου για την πραγμάτωση της Μ. Ιδέας.
Η Ρωσία, συνεχίζει ο Ιακωβάτος, χάρη της δικής της πολιτικής, χρησιμοποιεί, παράλληλα με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία, απειλώντας «δια των Βουλγάρων να καταβή μέχρι Μακεδονίας». Αυτά ελέχθησαν το 1880, είχε δε προηγηθεί η Μεγάλη Βουλγαρία της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, επίτευγμα της Ρωσίας. Αν επιτύχει, συνεπώς, η ρωσική στοχοθεσία – συμπληρώνει ο Ιακωβάτος – κινδυνεύει η Ελλάδα να γίνει όχι απλώς μια «γκουμπέρνιγια», αλλά «δήμος» της (μεγάλης) Βουλγαρίας. Και το ευνόητο συμπέρασμά του: Όλα τα κακά της Ελλάδας προέρχονται από αυτό το «καταχθόνιον βόρειον πνεύμα», που κατευθύνει την ελλαδική εξωτερική πολιτική. Χαρακτηριστική περίπτωση ελληνικής συμφοράς, οφειλομένης στην πολιτική της Ρωσίας, ήταν για τον Ιακωβάτο ο πόλεμος της Κρήτης (1866 – 69). Γι’ αυτό προσπαθούσε, με όλες του τις δυνάμεις, να εμποδίσει τη Βουλή να «γείνη όργανον» και μάλιστα «τυφλόν» της Ρωσικής διπλωματίας.
Ο Ιακωβάτος θεωρούσε εστία αναπτύξεως της ρωσικής πολιτικής στην Ελλάδα τα ανάκτορα. Βέβαια, κατ’ αρχήν αυτό ηχεί περίεργα, αφού είναι γνωστό, ότι ο Γεώργιος Α΄ πήρε το στέμμα της Ελλάδος με την προϋπόθεση, ότι η Ελλάδα θα έμενε μακριά από κάθε επιθετική διάθεση εναντίον της Τουρκίας σύμφωνα με την πάγια αγγλική πολιτική. Ο Ιακωβάτος όμως δε δίστασε να συσχετίσει τα ανάκτορα με τη ρωσική πολιτική, παρόλες τις συνέπειες, που εγκυμονούσε μια τέτοια θέση. Η ασκουμένη πάνω στο Γεώργιο ρωσική επιρροή οφειλόταν, κατά τον Ιακωβάτο, στο γάμο του με τη ρωσίδα Όλγα (ο Γεώργιος έγινε «γαμβρός» της Ρωσίας). Από τότε ο Βασιλιάς νοσούσε «την ρωσικήν νόσον» και κατάντησε «κράλης». Είναι ευνόητος ο αντίκτυπος στη Βουλή τέτοιων διακηρύξεων, αλλά και γενικότερα.
Η πολεμική του Ιακωβάτου εναντίον του Πανσλαβισμού βοηθεί περαιτέρω στην κατανόηση της στάσεώς του απέναντι σε υπεροχικά πρόσωπα της ελληνικής κοινωνίας, όπως λ.χ. ο Ι. Καποδίστριας και ο Κ. Οικονόμος. Στα 1850 έπλεκε το εγκώμιό του. Στα 1879 όμως, μέσα από το πρίσμα της σχέσεως του Κυβερνήτη με τη Ρωσία, θα είναι «Σκλαβούνος», «Γκουμπερνάτωρ» και «πράκτορας» της Ρωσίας, «επάρατος και αιμοβόρος». Ο Κ. Οικονόμος, παρόλο που στις περισσότερες εκκλησιολογικές και κανονικές θέσεις δε διέφερε από τον Ιακωβάτο, στα 1879 θα είναι «ο εν επαράτω τη λήξει», θα ονομασθεί δε «Ρώσος υπήκοος και αγύρτης». Πρέπει όμως να γνώριζε ο Ιακωβάτος, ότι ο Οικονόμος υποστήριζε τη λύση του ανατολικού ζητήματος, με τη δημιουργία μιας αυτοκρατορίας με επικεφαλής ορθόδοξο ρώσο μονάρχη και γι’ αυτό αιτιολογείται η όψιμη αγανάκτησή του.
Η αντίδραση του Ιακωβάτου επεκτάθηκε και σ’ όλους εκείνους από τους συγχρόνους του, που, κατά τη γνώμη του, άμεσα ή έμμεσα, σχετίζονταν με τη Ρωσία ή είχαν εμπλακεί στα σχέδιά της. Όχι άδικα κατηγορήθηκε για υπερβολές στις κρίσεις του, γιατί σ’ αυτή την ομάδα κατέταξε όλους τους πολιτικούς αντιπάλους του. Θα μπορούσε όμως να αντιπαρατηρηθεί, ότι γι’ αυτό ακριβώς ήταν αντίπαλοί του, γιατί ανήκαν σ’ αυτή την ομάδα των «ρωσοφρονούντων». Δεν είναι αναγκαίος όμως ο έλεγχος όλων των επιμέρους περιπτώσεων. Περισσότερο ενδιαφέρον έχει η χρησιμοποιούμενη σ’ αυτό το χώρο ορολογία. Στα κείμενά του οι επηρεαζόμενοι από τη Ρωσία αποκαλούνται «μονομανιακοί και άθρησκοι μουζίκοι». Ο όρος «μουζίκος» (χωρικός) θα γίνει terminus technicus των σχετικών κειμένων του. Μιλεί ακόμη για «Ρωσσάρχοντες» και για «Βολταιριανούς βρωμόμοσχους», που ισοδυναμεί με το «άθεοι ρωσόφιλοι». Προβαίνει όμως και σε ονομαστικές επισημάνσεις: «Θέλουσι δώσει λόγον εις τον Θεόν και εις την ιστορίαν οι Κοζάκοι, οι Σκαλτσούναι, οι Μουστοξύδαι, τινές των εν Αθήναις Μεταξάδων και τα τούτων φονικά εργαλεία». Η εφημερίδα ΑΙΩΝ αποκαλείται από τον Ιακωβάτο «μουζικοκέφαλος» και «απαταιών», ως τύπος των Μουζίκων. Σε τέτοιες κρίσεις όμως αναδύεται κάποτε η ρωμαίϊκη ιδεολογία, απόδειξη της συνειδησιακής συνέχειας του Ιακωβάτου. Κρίνοντας, έτσι, σε σημείωμά του το φ. 3610 του «Αιώνα» της 3.8.1881 σχολιάζει: «Ο Αιών κηρύττεται λάτρις των αρχαίων και βρίζει τον βυζαντινισμόν». Και είναι γνωστό, ότι ο αρχικά «ναππαίϊκος» Αιών έγινε μετά κουμουνδουρικός, για να σβήσει τελικά στα 1884. Γι’ αυτό θα καταγγείλλει μέσα στη Βουλή τον Α. Κουμουνδούρο για τη «σλαβομανία» του.
Κατά τον Ιακωβάτο ούτε αυτό το Άγιον Όρος είχε μείνει άθικτο από τη σλαβική προπαγάνδα, όπως και άλλα ελληνικά μοναστήρια. Γι’ αυτό στα 1882 υπάρχει στη «Διαμαρτύρησίν» του η φράση: «του λεγομένου αγίου Όρους». Μια ακόμη συνάντηση του Ιακωβάτου με το Φαρμακίδη, αλλά από άλλες αφετηρίες. Γιατί και ο Θ. Φαρμακίδης θεωρούσε το Άγιον Όρος «ορμητήριον της Εταιρίας του πανσλαβισμού», χαρακτηρίζοντάς το: «το κατ’ αντίφρασιν άγιον λεγόμενον όρος». Καθολική ήταν, συνεπώς, η διάβρωση, που ο πανσλαβισμός είχε επιτύχει στην Ελλάδα.
Ένα πρόβλημα όωμς, που χρειάζεται απάντηση, είναι πότε εμφανίζεται ο αντισλαβισμός του Ιακωβάτου, ποιά πορεία είχε μέχρι την τελική διαμόρφωσή του. Στα πρώτα γραπτά του Ιακωβάτου δεν απαντούν σχετικές νύξεις. Μόνο μια φράση της «Ιστορίας» θα μπορούσε να θεωρηθεί, ότι δείχνει κάποια έμμεση αντιρωσική τοποθέτηση. Το «ξανθό γένος», που θα ελευθερώσει την πόλη, δεν είναι «ο Μόσκοβος» της χρησμολογικής γραμματείας, αλλά «το ξανθό γένος του Όθωνα», δηλαδή οι Έλληνες. Μάλλον όμως από το κείμενο αυτό του νεαρού Ιακωβάτου απηχείται η γνωστή ήδη από τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό άποψη, ότι το Γένος όφειλε να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις και όχι στην ξένη βοήθεια.
Μια έμμεση – αλλά οπωσδήποτε θετική – μαρτυρία βρίσκουμε σε ένα σημείωμά του, που γράφτηκε ως σχολιασμός σε κείμενο του Ανδρέα Μουστοξύδη, αναφερόμενο στη δίωξη Επτανησίων για τη δήθεν συμμετοχή τους στη «Φιλορθόδοξο Εταιρεία», ανάμεσα στους οποίους και ο Κωνσταντίνος Ιακωβάτος. Σε σχετικό σχόλιο του Μουστοξύδη σημειώνει ο Ιακωβάτος: «Ο Παπάς δεν είχε σέβας ούτε σχεδόν με τους Καποδ(ίστριες) και πολύ μάλλον με τον Γεώργιον, διό αδύνατον ήτο να είναι φιλορθόδοξος». Το σημείωμα οπωσδήποτε γράφηκε μετά τον Ιανουάριο του 1840, όταν ο Κωνσταντίνος ήταν ήδη εξόριστος. Με το παραπάνω σχόλιό του ο Ιακωβάτος αμφισβητεί απλώς την ανάμειξη του Κωνσταντίνου στη «Φιλορθόδοξο Εταιρεία» και – έμμεσα – τη σχέση του με τη ρωσική πολιτική. Αντίθετα, αργότερα – όπως θα δούμε παρακάτω – θα αποδοθεί από το Γεώργιο και το Χαραλάμπη ο διωγμός του Κωνσταντίνου στη ρωσική πολιτική. Ίσως, λοιπόν, εδώ έχουμε την αρχή της αποστασιοποιήσεως του Γεωργίου από τη Ρωσική πολιτική, αλλά όχι όμως και διαμορφωμένη την αντισλαβική του ιδεολογία. Μάλιστα στις 13.9.1848 γράφει στον Κωνσταντίνο στη Χάλκη: «ο υιός του φίλου μας Γεωργίου Τυπάλδου Κοζάκη απεβίωσεν εν Αθήναις». Αν όχι τίποτε άλλο, η αναφορά αυτή δείχνει, ότι δε σκιάζει ακόμη τίποτε τις σχέσεις του Ιακωβάτου με τους Κοζάκηδες, που θα τους κατηγορεί αργότερα ως όργανα της Ρωσίας.
Στα απόγραφά του – πάντως – βλέπουμε να παρακολουθεί ανάμεσα στ’ άλλα και τις εξελίξεις της ρωσικής πολιτικής. Στα 1850 λ.χ. αποδελτιώνει άρθρα για τη Ρωσία και το σλαβισμό, όπως άρθρο της Revue dew deux Mondes, της 1.5.1850, με τίτλο: La Russie et le Slavisme... Άρα γύρω στα 1850 δείχνει ενδιαφέρον για τα ρωσικά πράγματα, φαίνεται δε ότι είχε αρχίσει να επηρεάζει ο προβληματισμός αυτός ευρύτερα το ριζοσπαστικό χώρο. Ο Κριμαϊκός πόλεμος πρέπει να έπαιξε σημαντικό ρόλο στην τοποθέτηση του Ιακωβάτου έναντι της Ρωσίας, δεδομένου μάλιστα ότι τότε φάνηκαν καθαρά και τα ρωσικά σχέδια για την Πόλη και τον Ελληνισμό, έγινε δε αισθητή η ύπαρξη και σημασία του Πανσλαβισμού.  Ακόμη, πρέπει να επηρέασε τον Ιακωβάτο το ταξείδι του στη Ρωσία το 1856, που του έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τη ρωσική απολυταρχία. Η αποτυχία του αγώνα του για άρση του ελλαδικού αυτοκεφάλου (1864), η εκκλησιαστική αφομοίωση της Επτανήσου (1866) και ο γάμος του Γεωργίου Α΄ με τη ρωσίδα πριγκίπισσα Όλγα (1867), ήταν ισχυρές προκλήσεις, ώστε να διαμορφωθεί η αντισλαβική ιδεολογία του και να λάβει το συγκεκριμένο περιεχόμενο, που είδαμε παραπάνω. Από το 1870 μάλιστα το βουλγαρικό ζήτημα πρέπει να ενίσχυσε την αντισλαβική διάθεσή του, αφού το σχίσμα των Βουλγάρων συνέτεινε στην αποδυνάμωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και απέδειξε την αδυναμία των βαλκανικών λαών να συμπράξουν για την ανάσταση της Ρωμηοσύνης. Μεταξύ 1870 και 1875, άλλωστε, ο Πανελληνισμός λειτουργούσε ως ανασχετικό μέσο στα σχέδια του Πανσλαβισμού για τη Βαλκανική.
Εναντίον της Ρωσίας, της πολιτικής της και των Ελλήνων οπαδών της συνέταξε ο Ιακωβάτος, στα πλαίσια του πολιτικού του αγώνα, διάφορα κείμενα, τα οποία κυκλοφορήθηκαν ανώνυμα. Το πρώτο από αυτά με τον τίτλο «Ο Ντζαλίμης και ο Μόσχος ή κατά του ανθελληνισμού, εν Κεφαλληνία 1867 (σσ. 44)» υπερασπιζόταν το μητροπολίτη Κεφαλληνίας Σπυρίδωνα, εναντίον ενός άρθρου, που είχε δημοσιευθεί στην εφημερίδα Αναμόρφωσις των Αθηνών, στις 26.8.1866, για τη στάση του εναντίον της εκκλησιαστικής αφομοιώσεως της Επτανήσου. Το δεύτερο έχει τον τίτλο: «Οι Έλληνες και οι Μουζίκοι. Τραγούδι του Λαού. Ερραψώδησαν οι Ομηρίδαι Γασπαράτος, Λιοσάτος και Γιακουμακάτος», βουλευτική εκλογή των Ιακωβάτων τον Ιανουάριον του 1868, Εν Κεφαλληνία 1869 (σσ. 38) και είναι σε ποιητική μορφή. Το έργο φέρει το γραφικό υπότιτλο «Πρώτη προς Μουζίκους», απευθύνεται δε σε επώνυμους πολιτικούς του αντιπάλους, που κατατάσσονται στους πράκτορες της πολιτικής της Ρωσίας. Τα κείμενα αυτά προκάλεσαν πολλές αντιδράσεις, λόγω της σφοδρότητας και καυστικότητάς τους, δείγμα της εξάψεως των πνευμάτων. Την τελευταία επιβεβαιώνουν και οι απαντήσεις στα κείμενα αυτά από αντιπάλους του Ιακωβάτου, ώστε η υπόθεση να λάβει τη μορφή ενός «πολέμου φυλλαδίων». Για το δεύτερο κείμενο καταγγέλθηκε ο Ιακωβάτος και στη Βουλή, στην οποία έγινε μακρά σχετική συζήτηση και ακούστηκε μια από τις πιο προσωπικές αγορεύσεις του Ιακωβάτου.
Με τον αντισλαβικό αγώνα του Ιακωβάτου σχετίζονται περαιτέρω και μια σειρά αντιγράφων ανακρίσεων του Γεωργίου και του Χαραλάμπη ενώπιον των δικαστικών αρχών της Κεφαλληνίας από το 1867 μέχρι το 1876. Αιτία των ανακρίσεων ήταν η συμπεριφορά των δύο αδελφών απέναντι στο Νομάρχη Κεφαλληνίας Νεράντζη στις 8 Ιουλίου 1867, μετά την αναγνώριση του Τόμου της εκκλησιαστικής αφομοιώσεως της Επτανήσου από τον Κεφαλληνίας Σπυρίδωνα. Ο Γ. Ιακωβάτος κατηγόρησε την Εκκλησία της Ελλάδος ως «αιρετική». Δε θα επεκταθούμε στην περιγραφή της υποθέσεως, γιατί μια πρώτη γεύση παίρνει κανείς διαβάζοντας τον Ηλ. Τσιτσέλη, πρόκειται δε συν Θεώ να επανέλθουμε σ’ αυτή με νέα στοιχεία. Θα περιορισθούμε όμως σε μερικές θέσεις των αδελφών Ιακωβάτων στα κείμενα αυτά, που φωτίζουν το βασικό μας θέμα.
Στην ανάκριση του Χαραλάμπους στα 1873 σημειώνεται: «Οσάκις επλησίαζον βουλευτικαί και δημοτικαί εκλογαί, πάντοτε ηνοίγετο μια τοιαύτη ανακριτική σκηνή εναντίον ημών(...)και πάντοτε αφίεται η ανάκρισις εκκρεμής ήδη από εξ ετών και επέκεινα, καίτοι ούσα παραγεγραμμένη». Ως αιτία των διωγμών των θεωρεί το γεγονός, ότι «ωδήγησαν και οδηγούν τα ιδέας του ελληνικού έθνους κατά των ελληνοκτόνων ρωσσικών ιδεών και συστημάτων». Ως προς την προέλευσή τους δε σημειώνει, ότι προέρχονται «εκ της αφανούς ενεργείας του εν Αθήναις κεντρικού διευθυντηρίου των μισελλήνων πανσλαβιστών και του ενταύθα τοπικού ρωσσικού διευθυντηρίου, του καταδιώκοντος παν ότι φιλόπατρι και ελληνικόν». Σημαντικό όμως είναι, ότι στην πολιτική της Ρωσίας αποδίδουν τους διωγμούς και του αδελφού τους Κωνσταντίνου επί αρμοστή Douglas (εξορία 1840 – 41): «Ο διωγμός ούτος ενεργείται καθ’ ημών (...) υπό των πρακτόρων, φανερών τε και αφανών, της μισέλληνος, μισοχρίστου και απίστου πολιτικής της Ρωσσίας. Τοιούτος ήτο και ο κατά του αδελφού ημών Μητροπολίτου Κωνσταντίνου αδιάλειπτος ρωσσικός διωγμός, όστις από ραδιουργίας εις ραδιουργίαν τον εφυλάκιζεν εις διαποντίους δεκαοκταμήνους εξορίας επί σκοπέλων της Επτανήσου και παρέδιδεν αυτόν επί θανάτω εις τους Τούρκους, οίτινες όμως απεδείχθησαν χριστιανικώτεροι, φιλανθρωπότεροι και μάλλον πολιτισμένοι ή οι ορθόδοξοι Ρώσσοι».
Είναι, βέβαια,  περίεργος ο συσχετισμός του διωγμού του Τυπάλδου με τη ρωσική πολιτική, διότι είναι γνωστό, ότι ο αρμοστής Douglas, γι’ αυτό ακριβώς εδίωξε τον Κ. Τυπάλδο μαζί με άλλους, γιατί τους θεωρούσε όργανα της Ρωσίας και οπαδούς του Ρωσικού Κόμματος. Να υποθέσουμε, ότι οι Ιακωβάτοι απλώς, στο αντιρωσικό τους πάθος απέδιδαν στη Ρωσία και όσα είχαν υποφέρει επί αγγλικής προστασίας; Δεν είναι εύκολη αυτή τη στιγμή η οριστική απάντηση. Άλλωστε, και οι ίδιοι αντιλαμβάνονταν την αδυναμία αυτής της θέσεως και γι’ αυτό φρόντιζαν να την κάνουν πιο πιστευτή, όπως ο Χαραλάμπης στην ανάκρισή του: «....οι επί προστασίας παντοειδείς και άτιμοι διωγμοί κατά του οίκου ημών, υποκινηθέντες και ενεργηθέντες επιβούλως και δολίως υπό των πρακτόρων, φανερών τε και αφανών, της μισέλληνος, μισοχρίστου και απίστου πολιτικής της Ρωσσίας, συνεργαζομένης μετά της αγγλικής πολιτικής»!
Σκοπός της έρευνάς μας στο σημείο αυτό δεν είναι ο έλεγχος της αξιοπιστίας των καταγγελιών των Ιακωβάτων, ούτε είμαστε αυτή τη στιγμή σε θέση, με βάση αρχειακό και μάλιστα διπλωματικό υλικό, να απαντήσουμε με απόλυτη βεβαιότητα στο ερώτημα, αν επρόκειτο για αθεμελίωτη «ρωσσοφοβία» του Ιακωβάτου, όπως δέχεται ο Ηλ. Τσιτσέλης, ή για σκόπιμο ξενοκίνητο διωγμό, όπως διατείνονται οι ίδιοι οι Ιακωβάτοι. Μένουν μόνο οι ενδείξεις για οργανωμένη εναντίον τους αντιπολίτευση, της οποίας όμως οι εξαρτήσεις δεν μπορούν να προσδιοριστούν με βεβαιότητα. Αυτό που προέχει εδώ, είναι η καθολική αντίθεση και αντίσταση των Ιακωβάτων στον πανσλαβισμό, τον οποίο θεωρούσαν ως αίτιο τόσο της προσωπικής τους κακοδαιμονίας, όσο και των περιπετειών της Ελλάδας.
Σε πρόσφατο δημοσίευμά μας για τον Θ. Φαρμακίδη και τις αναφορές του στον Πανσλαβισμό διαπιστώσαμε την σύμπτωσή του με τον Γ. Ιακωβάτο «στην κατανόηση του πανσλαβιστικού κινήματος και στην εκτίμηση των στόχων του έναντι του Ελληνισμού». Λόγω όμως των διαφορετικών προϋποθέσεών τους οι δύο  «πολιτικοί θεολόγοι», κατέληξαν σε διαφορετικούς δρόμους. Ο Φαρμακίδης – φοβούμενος τη Ρωσία – απομακρύνθηκε τελείως από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ ο Ιακωβάτος έμεινε πιστός στον Οικουμενικό Θρόνο, τον οποίο, ως πνευματικό κέντρο και φάρο του Ελληνισμού, θεωρούσε ως το μεγαλύτερο εμπόδιο στην εκδίπλωση των πανσλαβιστικών σχεδίων. Η Ρωμαίϊκη – Ελληνορθόδοξη Ιδέα του Ιακωβάτου αποστασιοποιούσε ριζικά το Έθνος από τα σλαβικά σχέδια, ενώ ο Φαρμακίδης αντιτασσόταν στον πανσλαβισμό, γιατί έμενε δεμένος με την ευρωπαϊκή ιδέα και την πολιτική της Αγγλίας. Και ο Ιακωβάτος, βέβαια, πολεμώντας τον πανσλαβισμό, συνέπιπτε κατ’ ανάγκη με θέσεις της αγγλικής πολιτικής, χωρίς όμως να ταυτισθεί ποτέ μαζί της, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Αντί επιλόγου – μια μικρή σύνδεση με τα επόμενα του ιδιαιτέρως ενδιαφέροντος βιβλίου:

Στα 1812 ο άγγλος περιηγητής H. Holland πληροφορήθηκε από τον Ι. Βηλαρά στα Γιάννενα, ότι υπήρχαν τρία ιδεολογικά ρεύματα στην Ελλάδα: έμποροι, νησιώτες και μωραΐτες συμπαθούσαν τους Άγγλους...ρουμελιώτες και λόγιοι τους Γάλλους...ενώ τα λαϊκά στρώματα και ο κλήρος τη Ρωσία. Αυτό σημαίνει, ότι ακόμη πριν από την Επανάσταση ο Ελληνισμός βρέθηκε αντιμέτωπος με τον ανταγωνισμό των Μ. Δυνάμεων στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όλο το 19ο αιώνα οι Έλληνες πολιτικοί θα βρίσκονται συνεχώς αναγκασμένοι να επιλέγουν ανάμεσα στη Ρωσική και Αγγλική πολιτική για την πραγμάτωση των στόχων του Έθνους.
Ένας από εκείνους τους πολιτικούς, που βρέθηκε μπρος σ’ αυτό το δίλημμα, ήταν και ο Ιακωβάτος.
Και παραπάνω αναλύθηκε η τοποθέτησή του απέναντι στη Ρωσία.
Μένει τώρα να δούμε πως διαμορφώθηκε η στάση του έναντι της Αγγλίας, επιχειρώντας πρώτα μια σύντομη θεώρηση της πορείας της αγγλικής επιρροής στην Ελλάδα του 19ου αιώνα.

....η συνέχεια στο βιβλίο....