Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

ΕΡΕΥΝΑ: Ιστορίες για τις κρίσεις χρέους


       Μια έρευνα του paratiritis.gr για την ιστορία των κρίσεων μέσα στα χρόνια. Οι πολιτικές, οι «σωτήρες» και οι επιπτώσεις απο τις ΗΠΑ του 19ου αιώνα στην Λατινική Αμερική και την Ελλάδα.

Χρέος : Μία ιστορία πολιτικής χειραγώγησης και ασύδοτης κερδοσκοπίας απο λίγους και ακραίας πτώχειας για τους πολλούς

Του Γ. Τριποταμιανού απο τον paratiritis.gr

Αν κάποιος θελήσει να μελετήσει τις κρίσεις χρέους τους τελευταίους δύο αιώνες, θα ανακαλύψει συγκλονιστικές ομοιότητες.

Οι πρωταγωνιστές οι ίδιοι : πολιτικοί, τραπεζίτες, ομολογιούχοι, αξιολογητές και ξένοι σωτήρες.. .

Η μεθοδολογία επαναλαμβάνεται : ευνοϊκό οικονομικό περιβάλλον για υπερδανεισμό, ένα μικρό διάστημα εικονικής ευημερίας, αύξηση του κόστους δανεισμού, δημοσιονομική κρίση και αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους, βολικές κυβερνήσεις που ζητούν την αρωγή του ΔΝΤ (μέχρι την εμπλοκή της ΕΕ) ...


Οι επιπτώσεις των συνταγών αντιμετώπισής της, εμφανίζουν μία ανατριχιαστική ταύτιση καθώς :

Οι λίγοι επωφελούνται και αποκομίζουν μυθώδοι κέρδη από : Την αναδιανομή πλούτου, την εκχώρηση δημόσιας περιουσίας, την αδίστακτη κερδοσκοπία απο πολυεθνικές, αλλά και από τοπικές πολιτικές και οικονομικές ολιγαρχίες, τον πλουτισμό της ντόπιας ηγετικής, αλλά και της γραφειοκρατικής κάστας, που στηρίζουν τα «προγράμματα μεταρρυθμίσεων που θα βγάλουν την χώρα από την κρίση», τα υπερκέρδη που αποκομίζει μία δράκα συμβούλων που «πουλάνε» τεχνογνωσία για την εφαρμογή των «μεταρρυθμίσεων» και οι οποίοι τις περισσότερες φορές είναι παρακλάδια τραπεζών(ντόπιων και ξένων), πολυεθνικών αλλά και «γνωστοί» των ...ηγετών...

Οι πολλοί οδηγούνται στην οικονομική, κοινωνική και ανθρωπιστική απαξίωση, που προκαλείται απο την ανεργία, την εξαφάνιση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, τη δραστική μείωση των κοινωνικών δαπανών, τη μείωση των μισθών και των συντάξεων, την αύξηση της εγκληματικότητας, την εξαφάνιση των στοιχειωδών κοινωνικών υποδομών...

Τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι ηγεσίες προκειμένου να επιβάλλουν τις «μεταρρυθμίσεις» και να αντιμετωπίσουν όσους αντιτίθενται σε αυτές, είναι ταυτόσημα. Για παράδειγμα, ο Πρόεδρος της Αργεντινής Δε λα Ρούα, «κατήγγειλε» τους εξαθλιωμένους αργεντίνους που είχαν βγεί στους δρόμους, ότι είχαν οργανωθεί από «εχθρούς της Δημοκρατίας ». Κάτι αντίστοιχο δηλώνει ο Ραχοϊ, αλλά και οι δικοί μας ...

Οι «σωτήρες» παντού οι ίδιοι: Οι κυβερνήσεις των χωρών από τις οποίες προέρχονταν οι ομολογιούχοι κατά τον 19ο αιώνα και τα «μακρυά χέρια» τους (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα αλλά και συλλογικοί φορείς συνασπισμών χωρών, όπως προσφάτως η ΕΕ και η ΕΚΤ) στις πιο πρόσφατες κρίσεις χρέους...

Οι πολιτικές πανομοιότυπες: Εσωτερική υποτίμηση, Πώληση δημόσιου πλούτου, Συρρίκνωση κοινωνικών και –γενικότερα-δημοσίων δαπανών...

Αν σε όλα αυτά προστεθούν τα κερδοσκοπικά παιγνίδια, το πολιτικό και το διπλωματικό παρασκήνιο αλλά και το παγκόσμιο γεωπολιτικό παιγνίδι, τότε έχετε μία πλήρη εικόνα όλων των περιπτώσεων χρεωκοπίας που έχουν καταγραφεί στην παγκόσμια οικονομική ιστορία από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα.

Λες και όλες λειτουργούσαν με βάση ένα εγχειρίδιο στο οποίο αριθμημένα εικονίδια απεικόνιζαν με λεπτομερή σκίτσα κάθε φάση του δράματος. Στην κρίση χρέους του ευρωπαϊκού Νότου όμως, το εγχειρίδιο εμπλουτίστηκε με καινούργια σκίτσα, καθώς οι συντάκτες-σκιτσογράφοι το προσάρμοσαν στα νέα δεδομένα που αντιμετώπιζαν τα λάθη, τις αβλεψίες και τις παραλείψεις που έγιναν στις προηγούμενες κρίσεις και είχαν ως αποτέλεσμα οι λαοί να απελευθερωθούν απο το βρόγχο που τους είχαν περάσει στο λαιμό οι δανειστές.

Στην κρίση χρέους του ευρωπαϊκού Νότου (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, Κύπρος), το νομικό οπλοστάσιο των χρεωμένων κρατών είχε προηγουμένως αποδυναμωθεί, καθώς σε μεγάλο βαθμό είχε υποκατασταθεί απο την κοινοτική νομοθεσία. Το ίδιο ίσχυσε και με το εύρος των εξουσιών, αλλά και των επιλογών των εθνικών κυβερνήσεων, καθώς συνθήκες με τους άλλους εταίρους μέλη της ΕΕ καθόριζαν, αλλά και περιέγραφαν το πλαίσιο εντός του οποίου μπορούσαν να κινηθούν. Μάαστριχτ, Δουβλίνο, Λισσαβόνα ...αλλά και συνθήκες κορυφής, όριζαν στην πραγματικότητα τα όρια της ανεξαρτησίας των κυβερνήσεων των χωρών μελών. Για παράδειγμα, η αρχή των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, τα όρια στα δημοσιονομικά ελλείμματα και στο χρέος, σε συνδυασμό με εκχώρηση του δικαιώματος άσκησης συναλλαγματικής πολιτικής, καθιστούσαν τα περιθώρια ελιγμών σχεδόν ανύπαρκτα, ενώ ταυτόχρονα παρείχαν στους διαχειριστές της κρίσης τα επιχειρήματα για να χαρακτηρίσουν όσους αμφισβητούσαν τις επιλογές τους : «εχθρούς της Δημοκρατίας» και «υμνητές του χάους». Υπό την έννοια αυτή, η κρίση χρέους του ευρωπαϊκού Νότου αποτελεί μία αναβαθμισμένη εκδοχή της μέχρι τότε πρακτικής, αφού πριν να ξεσπάσει είχαν διασφαλιστεί οι απαραίτητες πολιτικές προϋποθέσεις, ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι κίνδυνοι ανατροπής του σχεδιασμού. Ίσως είναι η πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία των κρίσεων, που η πολιτική χειραγώγηση- μέ τη χρήση δημοκρατικών μεθόδων - προηγήθηκε της οικονομικής «κατάκτησης», η οποία με τη σειρά της έχει προφανή στόχο τη στενή πολιτική εξάρτηση των κρατών-θυμάτων της κρίσης απο τους ισχυρούς.

΄Ετσι η κρίση χρέους στην ΕΕ φαίνεται ότι είναι το επιστέγασμα μίας εμπειρίας χρεωκοπιών δύο αιώνων, καθώς σε αυτήν ενσωματώνονται όλες οι ασφαλιστικές δικλείδες που εξασφαλίζουν την επιτυχία του σχεδίου των δανειστών, αλλά και οι τεράστιοι κίνδυνοι για τους εμπνευστές του, σε περίπτωση ανατροπής του σχεδιασμού τους. Αυτό μας επιτρέπει να σκεφτούμε ότι «ζούμε πραγματικά μεγάλες στιγμές», καθώς ανεξάρτητα απο το αποτέλεσμα ο χαμένος τα ...χάνει όλα-ή σχεδόν όλα.

Τον 19ο αιώνα

Στις αρχές του 19ου αιώνα κάποιες πολιτείες των ΗΠΑ, αθέτησαν τους όρους των δανείων που είχαν πάρει για την κατασκευή καναλιών. Στη συνέχεια είχαμε κρίσεις χρέους των χωρών της Λατινικής Αμερικής, με πιο σημαντική, την κρίση της Αργεντινής το 1890. Η χώρα δήλωσε αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους της.Τρία χρόνια αργότερα, στο κλαμπ των χρεωκοπημένων βρέθηκε και η Ελλάδα. Το 1893 η Ελλάδα που δανείζονταν προκειμένου να χρηματοδοτήσει τις επενδύσεις σε υποδομές χρεωκόπησε, καθώς βρέθηκε σε αδυναμία να εξυπηρετήσει το χρέος της.

Toν 20ο αιώνα

Οι χρεωκοπίες του 20ου αιώνα ξεκίνησαν το 1917, με την άρνηση των μπολσεβίκων να εξυπηρετήσουν το χρέος που είχε συναφθεί κατά την περίοδο των τσάρων. Οι σοβαρότερες κρίσεις χρέους καταγράφηκαν στη δεκαετία του 1930, καθώς πολλές αναπτυσσόμενες οικονομίες (μεταξύ των οποίων και αρκετά από τα ευρωπαϊκά κράτη που προέκυψαν μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο), αντιμετώπισαν προβλήματα πρόσβασης στις διεθνείς χρηματαγορές, καθώς οι αναπτυγμένες οικονομίες της εποχής αρνήθηκαν την χρηματοδότηση τους. Οι χρεωκοπίες του 1930 είχαν σαν αποτέλεσμα ο διεθνής ιδιωτικός δανεισμός προς τις αναπτυσσόμενες οικονομίες να ανασταλεί, μέχρι της αρχές της δεκαετίας του 1970.

Τα πλεονάσματα που είχαν οι ανεπτυγμένες χώρες αλλά και οι χώρες του ΟΠΕΚ, άρχισαν να διοχετεύονται μέσω του διεθνούς τραπεζικού συστήματος, στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Όμως μαζί με την επαναφορά της ροής των δανείων, επέστρεψαν και οι χρεωκοπίες και οι κρίσεις χρέους. Η πρώτη μεγάλη κρίση χρέους ήταν η κρίση χρέους της Λατινικής Αμερικής, στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Ήδη, από τη δεκαετία του ΄70 το εξωτερικό χρέος των χωρών της Λατινικής Αμερικής άρχισε να συσσωρεύεται. Η χρηματοδότησή του δεν αντιμετώπιζε ιδιαίτερα προβλήματα, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν οι ΗΠΑ ανέβασαν τα επιτόκια, ανατιμήθηκε το δολάριο και η παγκόσμια οικονομία μπήκε σε συνθήκες ύφεσης. Αυτό πυροδότησε τις διαδικασίες για την επερχόμενη κρίση χρέους. Η κρίση ξεκίνησε το 1982 από το Μεξικό και μεταδόθηκε στην Αργεντινή, τη Βραζιλία και τη Χιλή. Η κρίση διήρκεσε μία δεκαετία και η κατάσταση ομαλοποιήθηκε το 1992, όταν οι αμερικάνικες τράπεζες συμφώνησαν σε ένα πρόγραμμα ελάφρυνσης του εξωτερικού χρέους. Αρχικά συμφώνησαν με το Μεξικό (1990) και στη συνέχεια με τις Φιλιππίνες, την Κόστα Ρίκα, τη Βενεζουέλα και την Ουρουγουάη (1991). Τέλος, το 1992 έκλεισαν συμφωνίες ελάφρυνσης του χρέους, με την Αργεντινή και τη Βραζιλία. Αυτή όμως ήταν η αρχή μίας μεγάλης περιπέτειας των χωρών της Λατινικής Αμερικής, καθώς οι διεθνείς τράπεζες, έχοντας μία τεράστια ρευστότητα, προχώρησαν σε μείωση των επιτοκίων και σε αναζήτηση νέων αγορών. Έτσι άρχισαν να δανείζουν πάλι, με αποτέλεσμα λίγο αργότερα να σημειωθεί νέα κρίση χρέους. Πρώτο θύμα ήταν πάλι το Μεξικό. Το 1994 οδηγήθηκε σε νέα κρίση χρέους και χρειάστηκε ένα δάνειο 50 δις. δολαρίων από τις ΗΠΑ και το ΔΝΤ για να την αντιμετωπίσει.

Από τον 20ο στον 21ο αιώνα: Η κρίση της Αργεντινής

Επτά χρόνια αργότερα, η κρίση κτύπησε την Αργεντινή. Το Δεκέμβριο 2001, ξέσπασε μία νέα κρίση χρέους στη χώρα. Όμως, η κρίση χρέους της Αργεντινής, στην πραγματικότητα ξεκίνησε πολύ πίσω. Πάει στην εποχή της δικτατορίας του Βιντέλα.

Ο στρατηγός-Πρόεδρος Χόρχε Βιντέλα, ο υπουργός Οικονομίας Μαρτίνες Δε Λα Οζ, ένα στέλεχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην υπηρεσία του καθεστώτος, ο Ντάντε Σιμόνε, καθώς και ο πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας, Ντομίνγκο Καβάγιο, κατέχουν τις κύριες θέσεις και εφαρμόζουν κατά γράμμα το νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο, το οποίο είχαν δρομολογήσει οι στρατηγοί..

Ο Καβάγιο, ήταν αρχιτέκτονας μιας « οικονομικής επανάστασης » με βάση τις «συμβουλές» της Ουάσικτον. Οι μεταρρυθμίσεις που προωθεί συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο ριζοσπαστικών της αμερικανικής ηπείρου: διάλυση του δημόσιου τομέα με απολύσεις εκατοντάδων χιλιάδων υπαλλήλων, ιδιωτικοποιήσεις, φιλελευθεροποίηση της οικονομίας και των εξωτερικών ανταλλαγών, αύξηση των επιτοκίων.

Ο Καβάγιο επινοεί το σύστημα μετατρεψιμότητας, μια σταθερή ισοτιμία ανάμεσα στο δολάριο και το πέσο -η οποία θα γίνει μέγγενη για τις εξαγωγές. Δηλαδή το 1991, εφαρμόστηκε μία συναλλαγματική πολιτική η οποία βασίζονταν σε ένα σκληρό πέσο του οποίου η ισοτιμία ήταν 1:1 με το δολάριο. Η διεθνής ύφεση του 2001, αλλά και τα προβλήματα τα οποία είχαν συσσωρευθεί με την εμμονική συναλλαγματική πολιτική, η οποία δεν επέτρεπε τη χρήση μίας ευέλικτης προσαρμογής ώστε να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα της αργεντίνικης οικονομίας στο διεθνές εμπόριο, οδήγησε σε κρίση χρέους. Η χώρα οδεύει προς τον τέταρτο χρόνο ύφεσης, δεκάδες χιλιάδες επιχειρήσεις έχουν κηρύξει πτώχευση και εκείνες που διατηρούν με δυσκολία τη δραστηριότητά τους, υποφέρουν από σημαντική τεχνολογική καθυστέρηση.

Ο κεντροαριστερός πρόεδρος Φερνάντο Δε Λα Ρούα, εκλέγεται στις 24 Οκτωβρίου 1999 και καλεί τον Καβάγιο στις 20 Μαρτίου 2001, ως σωτήρα. Είναι ο ίδιος Ντομίνγκο Καβάγιο από τον οποίο η κυβέρνηση του περονιστή Κάρλος Μένεμ ζητάει, το 1991, να αντιμετωπίσει τον υπερπληθωρισμό. Και ο ίδιος, που ήταν το δεξί χέρι του Βιντέλα.

Αυτός εξασφαλίζει από το Κοινοβούλιο ειδικές εξουσίες και καταφέρνει να ψηφιστεί, στις 30 Ιουλίου, ο «νόμος του μηδενικού ελλείμματος ». Ανάμεσα σε άλλα μέτρα, οι μισθοί των υπαλλήλων και ορισμένες συντάξεις μειώνονται κατά 13% τον Ιούλιο. Το σχέδιο του προϋπολογισμού του 2002 προβλέπει μείωση των δαπανών κατά 18,6% -9,2 δισεκατομμύρια δολάρια- σε σχέση με τον προϋπολογισμό του 2001. Η χώρα είναι «ο καλύτερος μαθητής του ΔΝΤ» και το 90% των τραπεζών της και το 40% της βιομηχανίας της είναι στα χέρια διεθνών κεφαλαίων. Από την αρχή της δεκαετίας του ’70, το εξωτερικό χρέος πέρασε από τα 7,6 στα 132 δισεκατομμύρια δολάρια (ορισμένες εκτιμήσεις το υπολογίζουν σε 155 δισεκατομμύρια δολάρια), για να μη μιλήσουμε για τα 40 δισεκατομμύρια δολάρια που εισπράχτηκαν από το κράτος λόγω των ιδιωτικοποιήσεων και τα οποία εξανεμίστηκαν.

Η περιουσία των πολιτικών και συνδικαλιστικών ηγετών, καθώς και της εργοδοσίας που έχει τοποθετηθεί στο εξωτερικό, έφτασε τα 120 δισεκατομμύρια δολάρια. Η κυβέρνηση, πιεσμένη από τις διεθνείς χρηματοοικονομικές προθεσμίες, καθώς η χώρα έπρεπε να καταβάλει 750 εκατομμύρια δολάρια πριν από το τέλος του 2001 και πάνω από 2 δισεκατομμύρια πριν από το τέλος Ιανουαρίου 2002, επέβαλε όριο στις τραπεζικές αναλήψεις των ιδιωτών «για να σταματήσει η φυγή κεφαλαίων» : οι Αργεντινοί δεν μπορούν πια να κάνουν ανάληψη ποσού μεγαλύτερου από 250 δολάρια την εβδομάδα σε ρευστό χρήμα από τον τραπεζικό λογαριασμό τους. Το μέτρο βέβαια νομοθετήθηκε, αφού οι μεγάλοι ντόπιοι και διεθνείς κερδοσκόποι είχαν βγάλει πάνω από 150 δισεκατομμύρια δολάρια από τη χώρα.

Εκμεταλλευόμενες την απόγνωση των πολιτών να εφοδιαστούν με ρευστό χρήμα, οι τράπεζες επέβαλαν τότε προμήθειες 40% σε πέσος και 29% σε δολάρια για τη χρήση πιστωτικών καρτών και ήταν διατεθειμένες να αυξήσουν αυτά τα ποσοστά . Και από την άλλη πλευρά: ποσοστό ανεργίας 20%, 14 εκατομμύρια άτομα που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας -σ’ ένα σύνολο 37 εκατομμυρίων κατοίκων- απώλεια αγοραστικής δύναμης περίπου 50% σε πέντε χρόνια.Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), απορρίπτοντας στις 5 Δεκεμβρίου 2001, δάνειο 1,264 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την αργεντινή κυβέρνηση, την καλύτερη μαθήτριά του, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με εξωτερικό χρέος 132 δισεκατομμυρίων δολαρίων, προκάλεσε στη χώρα μια κρίση πρωτοφανούς μεγέθους.


Στις 19 Δεκεμβρίου 2001, δεκάδες χιλιάδες πολίτες κατέβηκαν αυθόρμητα στο δρόμο. Η μαζική εξέγερση ανατρέπει κατ’ αρχάς τον μισητό υπουργό Οικονομίας, στη συνέχεια ολόκληρη την κυβέρνηση και τελικά, στις 20 Δεκεμβρίου 2001, τον ίδιο τον πρόεδρο Δε Λα Ρούα, ο οποίος αναγκάζεται να υποβάλει την παραίτησή του αφού προηγουμένως «κατήγγειλε» ότι οι διαμαρτυρίες είχαν οργανωθεί από «εχθρούς της Δημοκρατίας». Ύστερα από τέσσερις μέρες θυελλωδών συσκέψεων, αποφασίστηκε ότι ο κυβερνήτης της επαρχίας Σαν Λουίς, Αδόλφο Ροντρίγκες Σάα, θα αναπληρώσει προσωρινά τον Πρόεδρο, μέχρι την παράδοση της εξουσίας στο νέο Πρόεδρο, που θα εκλεγεί σε ψηφοφορία που ορίστηκε για τις 3 Μαρτίου.

Η κρίση στην Βραζιλία

Η κρίση στην Βραζιλία που σημειώθηκε τα τρία τελευταία χρόνια της δεκαετίας του '90 (1997-1999) έχει όλα τα χαρακτηριστικά των προηγούμενων κρίσεων: της Ασίας, της Ρωσίας και της Νότιας Αμερικής. Ένα νόμισμα, η ισοτιμία του οποίου είχε προσδεθεί με το δολάριο, υπερχρέωση της οικονομίας σε ξένο νόμισμα, πτώση των τιμών στις πρώτες ύλες απο τα έσοδα των οποίων ήταν εξαρτημένη η οικονομία, ανατίμηση του δολαρίου, δημοσιονομική κρίση και κρίση χρέους. Και αμέσως μετά έρχεται το ΔΝΤ με τα προγράμματα πώλησης του δημόσιου πλούτου (π.χ. η ιδιωτικοποίηση του οργανισμού τηλεπικοινωνιών τον καλοκαίρι του 1998), περιστολή των δημόσιων δαπανών, συρρίκνωση των εισοδημάτων και την εξαφάνιση της μεσαίας τάξης. Η αρχή του τέλους της κρίσης ξεκίνησε, όταν η κυβέρνηση της Βραζιλίας αποφάσισε να αποδεσμεύσει την ισοτιμία του ρεάλ απο το αμερικάνικο νόμισμα. Για την ιστορία να πούμε ότι ένα μήνα πριν την απόφαση για την αποδέσμευση της ισοτιμίας του βραζιλιάνικου νομίσματος από το δολάριο, είχε γίνει συμφωνία με το ΔΝΤ για ένα νέο προγραμμα "εξυγίανσης" έναντι ενός δανείου 41 δισ. δολ.που θα παρείχε το... ευαγές ίδρυμα.

Η Ασιατική κρίση

Στη διάρκεια της δεκαετίας του ΄90 ξεπήδησε μία νέα εστία. Η ασιατική κρίση χρέους εκδηλώθηκε τον Ιούλιο 1997, με την υποτίμηση του νομίσματος της Ταϋλάνδης.


Πολύ γρήγορα η κρίση μεταδόθηκε στη Μαλαισία και την Ινδονησία και τέλος έφτασε στη Νότια Κορέα. Η κρίση μεταδόθηκε σε ολόκληρη την Ανατολική Ασία, καθώς επηρέασε και οικονομίες που δεν είχαν το μέγεθος των προβλημάτων της Ταϋλάνδης. Στη δίνη της βρέθηκαν το Χονγκ Κονγκ, η Σιγκαπούρη, η Νέα Ζηλανδία ακόμη και η Ιαπωνία. Η κρίση επίσης κτύπησε και άλλες αναδυόμενες οικονομίες, καθώς τα θύματά της έφτασαν μέχρι τη Ρωσία και τα άλλα νεοσύστατα κράτη που προέκυψαν από τη διάλυση της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

Κλειδί για την κατανόηση της κρίσης στην Ανατολική Ασία, είναι η πρόσδεση των οικονομιών των χωρών αυτών με το δολάριο. Η ανατίμηση του δολαρίου που ξεκίνησε απο το 1995, ουσιαστικά έκανε την εξυπηρέτηση του χρέους δυσχερή, ενώ προκάλεσε συρρίκνωση των εξαγωγών στα έσοδα των οποίων ήταν απαραίτητα για τη διατήρηση μία ισορροπίας στην οικονομία. Παράλληλα οδήγησε στην κατάρρευση τραπεζών, οι οποίες ήταν υπερβολικά εκτεθειμένες στους συναλλαγματικούς κινδύνους, χωρίς να κάνουν τις απαραίτητες προβλέψεις.

Οι χώρες που βρέθηκαν στο επίκεντρο του σεισμού της Ασιατικής κρίσης (Ταϋλάνδη, Ινδονησία), αναγκάστηκαν να εφαρμόσουν τα προγράμματα του ΔΝΤ. Το πακέτο περιελάμβανε : υψηλά επιτόκια, δημοσιονομικές παρεμβάσεις και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (σ.σ. σας θυμίζει κάτι;). Εξαίρεση η Μαλαισία, η οποία εφάρμοσε ένα πρόγραμμα περιορισμού στις κινήσεις κεφαλαίου.

Οι επιπτώσεις από την εφαρμογή του προγράμματος του ΔΝΤ ήταν δραματικές. Οι οικονομίες των χωρών οι οποίες πριν την κρίση έτρεχαν με ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης 6%, μπήκαν σε βαθιά ύφεση. Η πιο ενδεικτική περίπτωση ήταν η Ινδονησία, καθώς η οικονομική κρίση έφερε πολιτική αστάθεια και κλυδωνισμό του τραπεζικού συστήματος. Η υποτίμηση του νομίσματος εκτιμάται σε 85% περίπου, ενώ όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις της χώρας χρεωκόπησαν.

Τελικά η ασιατική κρίση διήρκησε δύο περίπου χρόνια, αλλά οι οικονομίες των χωρών που επλήγησαν από αυτήν δεν επανήλθαν στους ρυθμούς ανάπτυξης που είχαν πετύχει στα χρόνια που προηγήθηκαν. Ένα από τα αξιοσημείωτα της κρίσης είναι, ότι οι οίκοι αξιολόγησης λίγους μήνες πριν ξεσπάσει, είχαν προβεί στις καθιερωμένες αξιολογήσεις από τις οποίες είχαν καταλήξει ότι ο πιστωτικός κίνδυνος των χωρών αυτών ήταν ανύπαρκτος.

Η Ρωσική κρίση

Το 1998 ξέσπασε η οικονομική κρίση στη Ρωσία. Και στην περίπτωση αυτή, είχε ακολουθηθεί ακολουθηθεί μία πολιτική σταθερής ισοτιμίας του εθνικού νομίσματος (ρούβλι). Η πτώση των τιμών του πετρελαίου (12-13 δολάρια το βαρέλι, έναντι 19 δολάρια κατα μέσο όρο το 1997), ήταν η θρυαλίδα που προκάλεσε την κρίση χρέους. Το ΔΝΤ, το καλοκαίρι του 1998 παρενέβη με τη χορήγηση δανείου θέτοντας , όπως συνηθίζει, λεόντειους όρους. Η εγκατάλειψη του κανόνα της σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας (17 Αυγούστου) με την ταυτόχρονη διακοπή της εξυπηρέτησης των δανεικών της υποχρεώσεων, μπορεί να προκάλεσαν βραχυπρόθεσμα σημαντικά προβλήματα λόγω κυρίως της διολίσθησης του νομίσματος, αλλά μακροπρόθεσμα αποδείχθηκαν καταλυτικά για την περαιτέρω πορεία της ρωσικής οικονομίας. Στο μεταξύ όμως, στα προηγούμενα χρόνια είχε σημειωθεί μία πρωτοφανής για τα παγκόσμια δεδομένα επιχείρηση ξεπουλήματος του πλούτου της χώρας.

Ευρωπαϊκή κρίση χρέους

Η επόμενη στάση της κρίσης του χρέους ήταν στη Γηραιά Ήπειρο. Το έναυσμα δόθηκε με τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και την ύφεση που επακολούθησε το 2009, η οποία έκανε δυσχερή την πρόσβαση στις διεθνείς χρηματαγορές και ενίσχυσε τις αμφιβολίες αναφορικά με τις δυνατότητές τους να εξυπηρετούν το εξωτερικό χρέος. Η κρίση εμπιστοσύνης εκδηλώθηκε (για διαφορετικές αιτίες στην κάθε μία) σε: Ελλάδα, Ιρλανδία και Πορτογαλία. Στην περίπτωση της Ελλάδας και της Πορτογαλίας, η κρίση προκλήθηκε από τα δημοσιονομικά προβλήματα, ενώ αντίθετα στην Ιρλανδία, την Ισπανία αλλά και την Κύπρο, το τραπεζικό σύστημα ήταν εκείνο που προκάλεσε την κρίση χρέους. Το ευρωπαϊκό μοντέλο της κρίσης έχει αρκετές ιδιαιτερότητες, σε σχέση τόσο με αυτό της Λατινικής Αμερικής, όσο και της Ασίας.

Στην κρίση του ευρωπαϊκού νότου, το «εργαλείο» δεν ήταν το δολάριο, αλλά το ευρώ και κυρίως στην ευρωπαϊκή κρίση δεν είχαν δικά τους νομίσματα. Αυτά είχαν ήδη καταργηθεί και τη θέση τους είχε το ...ενιαίο νόμισμα.


Φυσικά οι τεχνικές ήταν σε γενικές γραμμές ίδιες: η άφθονη ρευστότητα, σε συνδυασμό με το χαμηλό κόστος χρήματος, οδήγησαν σε αύξηση του δανεισμού σε ευρώ, ενώ ταυτόχρονα η καθιέρωση του ενιαίου νομίσματος απέκλεισε τη δυνατότητα της χρήσης συναλλαγματικών εργαλείων (όπως έγινε σε Βραζιλία , Αργεντινή, Ρωσία και από ασιατικές χώρες). Ετσι, οι χώρες που επλήγησαν δεν είχαν τη δυνατότητα της υποτίμησης του νομίσματός τους (το οποίο είχε αντικατασταθεί από το ευρώ και τυχόν επιστροφή, θα είχε τεράστιο πολιτικό κόστος) και αυτό τις ανάγκασε να εφαρμόσουν πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης, με δραματικά αποτελέσματα, τα οποία αφορούν τη χρονική διάρκεια και την ένταση της ύφεσης. Παράλληλα, προκάλεσαν έντονα κοινωνικά προβλήματα, που απεικονίστηκαν στη θεαματική αύξηση της ανεργίας.

Μία ακόμα ιδιαιτερότητα της ευρωπαϊκής κρίσης ήταν, ότι η δυνατότητα που είχαν οι πληγείσες χώρες για θεσμικές προσαρμογές σε επιμέρους τομείς της οικονομικής , πολιτικής και κοινωνικής τους ζωής, ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτες, καθώς τα εθνικά τους δίκαια είχαν προσαρμοστεί και ακολουθούσαν το κοινοτικό δίκαιο και οποιαδήποτε παρέκκλιση θα είχε τεράστιο οικονομικό και πολιτικό κόστος. Παράλληλα, οι υπερεξουσίες των κοινοτικών οργάνων δυσχέραιναν την υιοθέτηση «εθνικών» πολιτικών σε επιμέρους θέματα, που καλύπτουν όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων ενός κράτους.

Στην πραγματικότητα , η κρίση χρέους του ευρωπαϊκού νότου δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από ένα ασφυκτικό πλαίσιο υπερεθνικού ελέγχου, το οποίο ουσιαστικά αχρήστευε την αξιοποίηση της μέχρι στιγμής εκείνης, διεθνούς εμπειρίας.

Υπό το πρίσμα αυτό, η κρίση του ευρωπαϊκού νότου ουσιαστικά ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία των κρίσεων, καθώς οι μοναδικές ομοιότητες που έχει με τις προηγούμενες είναι οι επιπτώσεις της. Δηλαδή στην εξαθλίωση, στη διεύρυνση της ανισότητας, στη λεηλασία του δημόσιου πλούτου και στη συρρίκνωση μέχρι εξαφάνισης κάθε έννοιας κοινωνικού κράτους και κοινωνικής δικαιοσύνης.


Οι κρίσεις χρέους στην Ελλάδα

1893: Μία χρεωκοπία με διαπλοκή, κερδοσκοπία και ξένο παράγοντα

Η 10η Δεκεμβρίου 1893, για τους περισσότερους ‘Ελληνες δεν σημαίνει τίποτε. Και όμως, την ημέρα αυτή, ουσιαστικά ξεκίνησε η περιπλάνηση του σύγχρονου ελληνικού κράτους στον αστερισμό των…πτωχεύσεων. Ο Χαρίλαος Τρικούπης, από το βήμα της Βουλής, ανακοίνωσε το ιστορικό «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», κλείνοντας με τον τρόπο αυτό ένα κεφάλαιο της ελληνικής ιστορίας που περιλαμβάνει : μία πορεία υπερδανεισμού, δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ασύστολης κερδοσκοπίας από τους ξένους, αλλά και Έλληνες δανειστές, παρεμβάσεων των υπερδυνάμεων της εποχής για λογαριασμό των τραπεζιτών του, των ομολογιούχων υπηκόων τους, γεωπολιτικών παιγνιδιών, αλλά και μπόλικο παρασκήνιο στην ελληνική πολιτική σκηνή.


Η αλήθεια είναι ότι η πτώχευση του 1893 θυμίζει σε πολλά σημεία τη σημερινή κρίση. Τα αίτια που την προκάλεσαν, ο ρόλος του ξένου παράγοντα, οι πολιτικοί χειρισμοί στο εσωτερικό, η στάση των ξένων δανειστών και η στήριξη από τις κυβερνήσεις τους, ο ρόλος αλλά και η στάση των ελλήνων κεφαλαιούχων, οι ξένοι τεχνοκράτες και οι επιπτώσεις στο επίπεδο ζωής των ελλήνων, έχουν πολλά κοινά σημεία με τη σημερινή δεινή οικονομική κατάσταση.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά: Η ελληνική οικονομία πριν την κήρυξη της χρεωκοπίας είχε βρεθεί στη δίνη μίας διεθνούς οικονομικής ύφεσης, που ξεκίνησε το 1871. Η διεθνής κρίση είχε τρία κομβικά σημεία: την κρίση της Γαλλίας, τη διετία 1882-1884, την κρίση των σιδηροδρόμων στις ΗΠΑ και την κρίση Μπάρινγκ στην Αγγλία. Οι επιπτώσεις στην Ελλάδα ήταν ανάλογες με αυτές που καταγράφηκαν στην πρόσφατη κρίση χρέους: σημειώθηκε κρίση στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε δημοσιονομική κρίση που μετατράπηκε στη συνέχεια σε κρίση χρέους. Το έλλειμμα του προϋπολογισμού για μία δεκαετία (1883-1893) χρηματοδοτήθηκε μέσω δανεισμού. Στην πραγματικότητα, με το δανεισμό χρηματοδοτήθηκαν οι υπερμεγέθεις για τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας δημόσιες δαπάνες και επενδύσεις, καθώς και οι δαπάνες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Κοντολογίς, η χρηματοδότηση του ελλείμματος μεταφέρθηκε με τον τρόπο αυτό στις μελλοντικές γενιές.

Δεν τα έβλεπαν τα προβλήματα οι δανειστές; είναι το εύλογο ερώτημα για κάθε καλοπροαίρετο αναγνώστη. Η απάντηση και στην περίπτωση αυτή δεν διαφέρει και πολύ από εκείνη που ισχύει σήμερα. Στην παγκόσμια αγορά κεφαλαίων, από το 1870 υπήρξε πλεονάζουσα ρευστότητα και ταυτόχρονα τα ελληνικά δάνεια πρόσφεραν όρους ασυγκρίτως καλύτερους σε σύγκριση με εκείνους που ίσχυαν στην αγορά. Για παράδειγμα, την περίοδο 1879-1893 συνήφθησαν εννέα δάνεια συνολικού ύψους (ονομαστική αξία) 640.000.000 χρυσών φράγκων. Η τιμή εκδόσεων όμως ήταν στο 72,68% της ονομαστική τιμής, με αποτέλεσμα στα ελληνικά ταμεία να μπούν 465.200.00 εκατομμύρια. Παράλληλα, το ονομαστικό επιτόκιο ήταν 4-6% (χαμηλό φαινομενικά, αλλά με τον συνυπολογισμό της διαφοράς μεταξύ ονομαστικής και πραγματικής τιμής έκδοσης ήταν τοκογλυφικό). Με τον τρόπο αυτό οι δανειστές έπαιρναν πίσω το αρχικό τους κεφάλαιο σε 10 χρόνια και για τα υπόλοιπα (η διάρκεια των δανείων ήταν 75-100 χρόνια) είχαν καθαρό κέρδος.

Ποιοί ήταν οι δανειστές; Ξένοι και Έλληνες. Υπήρχαν και ενδιάμεσοι, κυρίως Έλληνες με προεξέχοντα ένα σημερινό εθνικό ευεργέτη: τον Α. Συγγρό. Από τους ξένους ξεχώριζε η “HAMBRO and son” του Λονδίνου, η Copmtoir d΄Escompte de Paris (εκεί έπαιζε και ένας άλλος Έλληνας, ο Α. Βλαστός) και τέλος η γερμανική National bank fur Deutschland του Βερολίνου. Από εκεί και πέρα στο παιγνίδι έμπαιναν περιστασιακά : Societe Generale, Bangue General d ΄Εgypte, Bangue de Paris et des Payw-Bas (οι τρείς γαλλικές), Antiny Gibbs and Son (βρετανική) και Bleicaroden (γερμανική). Υπήρχαν και έλληνες κεφαλαιούχοι, τόσο από την Ελλάδα όσο και από το εξωτερικό, οι οποίοι μάλιστα αγόραζαν ελληνικά ομόλογα από το εξωτερικό, ώστε να εξασφαλίσουν τις εγγυήσεις που απολάμβαναν οι ξένοι και οι οποίες ήταν πιο ισχυρές σε σχέση με εκείνες που είχαν οι εγχώριοι ομολογιούχοι.

Φυσικά, το μοντέλο του δανεισμού δεν μπορούσε να διαρκέσει στο διηνεκές. Μία έκθεση (σαν και αυτή της Eurostat του 2010) άνοιξε το κουτί της Πανδώρας και επιτάχυνε τη χρεωκοπία. Πρόκειται για την έκθεση του βρετανού ακολούθου Law προς τον Υπουργό Εξωτερικών της χώρας, η οποία συντάχθηκε τον Απρίλιο του 1893 και η οποία εκτός των άλλων επεσήμανε την οικονομική κατάσταση της χώρας. Αυτή ήταν η κατάληξη ενός βωβού πολέμου με πολιτικό παρασκήνιο, διαπλοκή, παρεμβάσεων του ξένου παράγοντα, ανταγωνισμού των διεθνών δανειστών, που είχαν κατάληξη τη χρεωκοπία.

Ήδη, από το 1891 το ελληνικό κράτος αντιμετώπιζε προβλήματα εξυπηρέτησης του χρέους. Οι γάλλοι δανειστές, έχοντας ως αιχμή του δόρατος τους Έλληνες Α. Βλαστό και Α. Συγγρό, απαίτησαν να τους παραχωρηθεί έναντι του δημοσίου χρέους το προνόμιο για την ίδρυση της «Τραπέζης του Κράτους», η οποία θα είχε εκδοτικό προνόμιο (δηλαδή κοπή χρήματος) και το μονοπωλιακό δικαίωμα για την είσπραξη ορισμένων δημοσίων προσόδων έναντι χρέους. Η κυβέρνηση Δηληγιάννη αρνήθηκε και τότε ξεκίνησε κερδοσκοπία σε βάρος της δραχμής και των ελληνικών ομολόγων.

Σε τρείς μήνες, η αξία των ελληνικών ομολόγων στη διεθνή χρηματαγορά έπεσε 10-12%. Ο Συγγρός προχώρησε και παραπέρα. Υπέβαλε ένα υπόμνημα στο βασιλιά Γεώργιο, στο οποίο έλεγε ότι η Κυβέρνηση οδηγούσε την Ελλάδα σε «οικονομικό όλεθρο» και γι’ αυτό θα έπρεπε να ανατραπεί. Ο βασιλιάς πείστηκε, ζήτησε την παραίτηση της Κυβέρνησης, η κυβέρνηση όμως όχι μόνο δεν παραιτήθηκε, αλλά εξασφάλισε και την εμπιστοσύνη της Βουλής. Και ο Γεώργιος την έπαυσε το Φεβρουάριο του 1892. Φυσικά, υπήρχαν και οι δούρειοι ίπποι με την ταμπέλα των νέων πολιτικών δυνάμεων. Το όνομά του «Τρίτο Κόμμα» και υποστηρικτής και χρηματοδότης ο Συγγρός και η ομάδα του. Μάλιστα, σε στελέχη του δόθηκε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης με προφανή σκοπό τη βοήθεια στους Βλαστό και Συγγρό.

Εκλογές έγιναν τελικά στις 3 Μαϊου 1892, με νικητή τον Τρικούπη, ο οποίος χρησιμοποίησε το σύνθημα «Φυγή προς τα εμπρός». Και ενώ στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, η ένταση και η πόλωση κορυφώθηκε, με το πρόγραμμα λιτότητας που βασίζονταν στην υπερφορολόγηση και στη συρρίκνωση των εισοδημάτων και της κατανάλωσης, είχε ξεκινήσει ένας πόλεμος δανειστών. Οι Άγγλοι ήταν
διατεθειμένοι να χορηγήσουν και νέα δάνεια προκειμένου να στηρίξουν τον Τρικούπη. Αντίθετα οι Γάλλοι, επεδίωκαν τη χρεωκοπία, ώστε να υλοποιήσουν ευκολότερα τα σχέδια τους για την «Τράπεζα του Κράτους» και να αποκτήσουν τον έλεγχο στην κρατική περιουσία. Η κυβέρνηση του Τρικούπη, συμφώνησε με την αγγλική πλευρά, να σταλεί ένας τεχνοκράτης-αξιολογητής προκειμένου να ελέγξει τη βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας. Οι Γάλλοι αντέδρασαν και πέτυχαν να στείλουν το δικό τους αξιολογητή.

Ο άγγλος αξιολογητής, ο Εδουάρδος Λώ, γνωμοδότησε ότι η ελληνική οικονομία έχει υγιείς βάσεις. Ο γάλλος, ο Ρού, αμφισβήτησε τη γνωμοδότηση του Λώ και χάραξαν μία καινούργια στρατηγική: στο εσωτερικό κατηγορούσαν τον Τρικούπη ως χαλκευτή και στα Χρηματιστήρια του εξωτερικού διέδιδαν ότι «η Ελλάς φέρεται ως αναποφεύκτως προς χρεωκοπίαν». Η σπέκουλα του εξωτερικού μεταφέρθηκε στην Ελλάδα, όπου βουλευτές του «Τρίτου Κόμματος» άρχισαν να λένε ότι δεν υπάρχει άλλη λύση πέραν της πτώχευσης. Παρόλα αυτά, οι άγγλοι κεφαλαιούχοι δέχθηκαν να χρηματοδοτήσουν το χρέος, παρέχοντας ένα δάνειο 3.500.000 στερλινών και απαιτώντας λεόντιους όρους, με αποκορύφωμα η δανειακή σύμβαση να μη κυρωθεί από την Βουλή, αλλά με βασιλικό διάταγμα! Ο Συγγρός και η παρέα των Γάλλων, παρενέβησαν στο βασιλιά, με επιχείρημα ότι αν υπογράψει θέτει τις προϋποθέσεις αμφισβήτησης της εθνικής κυριαρχίας, ο βασιλιάς πείστηκε, δεν υπέγραψε και ο Τρικούπης παραιτήθηκε. Το Τρίτο Κόμμα, δημιούργημα των Γάλλων, χρησιμοποιήθηκε ξανά, αλλά τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα περίμενε ο Συγγρός και γάλλοι φίλοι του. Ο πρωθυπουργός Σ. Σωτηρόπουλος, μη θέλοντας να χρεωθεί τη χρεωκοπία και τη ρετσινιά του πράκτορα των γαλλικών συμφερόντων, ήλθε σε συνεννόηση με τους Άγγλους της Hambro για την ουσιαστική αναδιάρθρωση του χρέους. Οι Άγγλοι θα του έδιναν ένα δάνειο με το οποίο θα κεφαλαιοποιούνταν τα καθυστερούμενα τοκομερίδια των δανείων του 1881, 1884, 1889 και 1890. Δηλαδή, οι ομολογίες των δανείων αυτών που έληγαν την 1η Ιουλίου 1895, θα εξοφλούνταν με ομολογίες του νέου δανείου.

Για την εξυπηρέτησή του παραχωρήθηκαν στους άγγλους δανειστές τα έσοδα : από τους άμεσους φόρους, τα τέλη (προξενικά, αγκυροβολίας και φαρικά) και τα δικαιώματα του ελληνικού δημοσίου. Ήταν μία πρακτική που είχε εφαρμοστεί δύο χρόνια νωρίτερα από την Αργεντινή, η οποία βρισκόταν και αυτή σε κρίση. Οι Γάλλοι άρχισαν να μιλούν για «δόλια χρεωκοπία», οι περίφημες αγορές απαξίωναν τα ελληνικά ομόλογα. Το σύστημα άντεξε έξι μήνες πριν καταρρεύσει, συμπαρασύροντας μαζί του και την κυβέρνηση Σωτηρόπουλου (28/10/1893). Η εντολή δόθηκε στον Τρικούπη, ο οποίος ακύρωσε το δάνειο και στράφηκε πάλι στις αγορές. Η επίσημη αναγγελία της χρεωκοπίας, ήταν πλέον υπόθεση λίγων εβδομάδων. Στις 10 Δεκεμβρίου, ο Τρικούπης από το βήμα της Βουλής είπε το περίφημο: «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν».

Ο Τρικούπης ανακοίνωσε «κούρεμα» των τοκομεριδίων κατά 70% και εφαρμογή προγράμματος λιτότητας με ανελέητη φορολογία. Στα διεθνή χρηματιστήρια, η αξία των ελληνικών ομολόγων κατέρρευσε και οι θεσμικές ηγεσίες των χωρών των δανειστών, άρχισαν τον …πόλεμο. Οι απειλές ήταν πρωτοφανείς, με προεξέχοντα το Γερμανό αυτοκράτορα Καϊζερ Γουλιέλμο, ο οποίος προσέβλεπε στον προσεταιρισμό της Τουρκίας μέσω του ελληνικού εξευτελισμού! Στο εσωτερικό διαμορφώθηκαν οι πλέον ετερόκλητες συμμαχίες. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης

συσπειρώθηκαν σε ένα ενιαίο μέτωπο. Ο βασιλιάς «αγάπησε» τον Δηληγιάννη. Οι εκπρόσωποι των Γάλλων, ο Συγγρός και ο Βλαστός, «αγάπησαν» τους γερμανούς. Ένα διευθυντήριο κατά της χώρας και του Τρικούπη στήθηκε στο Παρίσι, με επικεφαλής τον Βλαστό. Οι διαδηλώσεις στην Αθήνα διαδέχονταν η μία την άλλη και ο Τρικούπης στη Βουλή …ψήφιζε νομοσχέδια. Σε μία από αυτές, εμφανίστηκε ο διάδοχος του θρόνου ο Κωνσταντίνος -αυτός που συγκρούστηκε λίγες δεκαετίες μετά με τον Ελ. Βενιζέλο και προκάλεσε τον εθνικό διχασμό. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση του Τρικούπη και την παραίτηση της κυβέρνησής του. Η πρώτη χρεωκοπία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους είχε ολοκληρωθεί…


1932 : Όταν οι εταίροι οδηγούν την Ελλάδα στην χρεωκοπία

Η περιγραφή του «ελληνικού χρεωστασίου» το Μάιο του 1932, είναι συγκλονιστική:

Το Μάρτιο του 1932 (31/3), η κυβέρνηση Βενιζέλου κατέθεσε νομοσχέδιο «περί προσωρινής ρυθμίσεως ζητημάτων δημοσίου χρέους», ενώ εξήγγειλε ότι από 1ης Απριλίου οι τόκοι των εσωτερικών δανείων θα «κουρεύονταν» κατά 25%. Την 1η Απριλίου όμως, πληρώθηκαν κανονικά τα τοκομερίδια των δανείων, ενώ ο Βενιζέλος έκανε σαφές ότι «δεν είναι δυνατόν να καταβάλλωμεν εκ του ισχνού καλύμματος της Εκδοτικής άλλο τοκομερίδιον, εάν το Συμβούλιο της ΚΤΕ δεν ανταποκριθεί εις τας αιτήσεις μας… Δεν είναι δυνατόν να δεχθώμεν ανεπαρκή επικουρία…». Με την έκφραση ανεπαρκή επικουρία, εννοούσε ότι θα πρέπει παράλληλα με το δάνειο, να δοθεί και πενταετές πάγωμα των δαπανών εξυπηρέτησης του χρέους. Η προοπτική ενός φαύλου κύκλου δανεισμού για την αποπληρωμή τοκοχρεολυσίων, ήταν ο εφιάλτης του.


Παράλληλα, υποβλήθηκε αίτημα στην ΚΤΕ για χορήγηση δανείου 50 εκατ. δολαρίων. Την ίδια στιγμή (26/4), τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας ήταν μόλις 2.336.608 δολάρια. Το Συμβούλιο της ΚΤΕ συνήλθε σε έκτακτη συνεδρίαση στις 12 Απριλίου, για να εξετάσει τα αιτήματα παροχής βοήθειας από την Ελλάδα, την Αυστρία, την Ουγγαρία και τη Βουλγαρία. Στις 15 Απριλίου μίλησε στο συμβούλιο ο Ελ. Βενιζέλος. Η φράση «Έχετε υπ ‘όψιν σας ότι αν αφήσετε αβοήθητα τα μικρά κράτη, μαύρο μέλλον αναμένει την Ευρώπη…» που διατύπωσε κατά την αγόρευση του, εξακολουθεί να είναι επίκαιρη και σήμερα. Το συμβούλιο απέρριψε το αίτημα για την παροχή του δανείου, ενώ για το θέμα της αναστολής των τοκοχρεολυσίων επισήμανε, ότι θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ ελληνικής κυβερνήσεως και των ομολογιούχων.

Ο Ελ. Βενιζέλος, μετά την απόφαση, έσπευσε να δηλώσει : « Διέβημεν τον Ρουβίκωνα και ηδυνήθημεν να τον διέλθωμεν όχι μόνο χωρίς ζημίας, αλλά και με πλεονεκτήματα». Ουσιαστικά υπονοούσε, η απώλεια της μάχης δεν πρέπει να βαρύνει την Ελλάδα, αλλά τους ομολογιούχους.

Επανήλθε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου, αλλά στο μεταξύ με τηλεγράφημα είχε δώσει εντολές να κηρυχθεί η Ελλάδα από 1ης Μαΐου σε «προσωρινόν χρεοστάσιο». Δεν άργησε να κάνει την εμφάνιση του ο ξένος παράγοντας και να απειλεί. Στις 14 Μαΐου, ο βρετανός πρεσβευτής έκανε έντονο διάβημα διαμαρτυρίας για τη μη καταβολή των τοκομεριδίων. Πέντε μέρες αργότερα, ανάλογα διαβήματα έκαναν οι πρέσβεις της Ιταλίας και της Γαλλίας. Εμμέσως πλην σαφώς προειδοποιούσαν για αντίποινα. Η κυβέρνηση Βενιζέλου μετρούσε μέρες, καθώς στις 21 Μαΐου υπέβαλε την παραίτησή της. Η χώρα έμπαινε σε μία περίοδο έντονης πολιτικής και κυβερνητικής αστάθειας. Η κυβέρνηση Παπαναστασίου, αποδείχθηκε βραχύβια και η Ελλάδα άρχισε να πληρώνει τις συνέπειες της κρίσης, καθώς οδηγείτο με γοργά βήματα σε ένα νέο διχασμό.

Έτσι κατέληξε μία ιστορία η οποία ξεκίνησε με την μεγάλη παγκόσμια ύφεση του 1929, η οποία έφθασε στην Ελλάδα με καθυστέρηση (από το 1930) και ανέδειξε και πάλι όλα τα προβλήματα που την ταλάνιζαν: μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα που χρηματοδοτούνταν με εξωτερικό δανεισμό. Φυσικά, η ιστορία έχει τους γνωστούς πρωταγωνιστές : κερδοσκόπους, έλληνες και ξένους, εμπλοκή του ξένου παράγοντα προς όφελος των ομολογιούχων, απροθυμία των διεθνών φορέων να στηρίξουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας. Το πιο σημαντικό στοιχείο της κρίσης είναι, ότι ανέδειξε το πρόβλημα που έχουν οι «ευαίσθητες» οικονομίες όταν συνδέουν βασικά οικονομικά τους μεγέθη, όπως π.χ. τη διακύμανση της ισοτιμίας του εθνικού νομίσματος τους ή τα δημοσιονομικά τους στοιχεία (χρέος, έλλειμμα), με κάποια σταθερή μεταβλητή που αποτρέπει την ελεύθερη διακύμανσή τους. Στην κρίση του 1932 είχαμε την έμμεση σύνδεση της ισοτιμίας της δραχμής (μέσω της στερλίνας αρχικά και του δολαρίου στην συνέχεια), με το χρυσό.

Ας πάμε όμως την ιστορία από την αρχή. Η Ελλάδα, το 1922 βρέθηκε στην δίνη μίας εθνικής τραγωδίας. Η μαζική άφιξη προσφύγων απαιτούσε τεράστια κεφάλαια για την αποκατάστασή τους. Παράλληλα, έπρεπε να χρηματοδοτήσει ένα τεραστίων διαστάσεων για τα ελληνικά δεδομένα πρόγραμμα οικονομικής ανόρθωσης. Η χρηματοδότησή τους έγινε κυρίως με δάνεια από το εξωτερικό. Το σύνολο των δανείων που συνήφθησαν κατά την περίοδο 1922-1932 έφθασε το 1,02 δις. χρυσά φράγκα, ποσό που αντιπροσώπευε περίπου το 150% του ΑΕΠ. Κύριοι δανειστές ήταν η βρετανική Hambro΄s, η αμερικάνικη Speyer and Co και η Εθνική Τράπεζα.

Η ευκολία πρόσβασης οφείλονταν στα υψηλά επιτόκια των ελληνικών ομολόγων, τα οποία ήταν έως και τρείς φορές υψηλότερα από τα βρετανικά. Παράλληλα, η τιμή έκδοσης ήταν 89%, γεγονός που σημαίνει ότι από τα 1,02 δις., στα ελληνικά χαρτοφυλάκια έφθασαν τα 900 εκατ. περίπου. Εκτιμάται, ότι οι δαπάνες εξυπηρέτησης ήταν 30 εκατ. δολάρια το χρόνο. Με απλά λόγια, ήταν μία μόνιμη πληγή, τόσο για τις εισαγωγές, όσο και για τα συναλλαγματικά διαθέσιμα. Η διεθνής ύφεση που κτύπησε την παγκόσμια οικονομία μετά τη χρηματιστηριακή κρίση του 1929, ήταν η αιτία που ανέδειξε το πρόβλημα και οδήγησε στη χρεωκοπία.

Η Ελλάδα έχοντας συνδέσει την ισοτιμία της δραχμής με τη στερλίνα, βρέθηκε στη δίνη της κρίσης, όταν η Βρετανία αποφάσισε να εγκαταλείψει το χρυσό κανόνα τον Σεπτέμβριο του 1931. Η στερλίνα υποτιμήθηκε, αλλά η ελληνική κυβέρνηση δεν εγκατέλειψε την πολιτική της σταθερής ισοτιμίας και προσδέθηκε στο δολάριο. Όμως η εμμονή στην πολιτική της σταθερής ισοτιμίας, πυροδότησε ένα κύμα κερδοσκοπίας, στο οποίο πρωταγωνιστούσαν έλληνες και ξένοι κεφαλαιούχοι.

Μάλιστα, μεταξύ των κερδοσκόπων ήταν και η Εθνική Τράπεζα. Ο διοικητής και ο υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος δεν δίστασαν να την καταγγείλουν για την «απαίσια αυτή κερδοσκοπία». Ήταν άλλωστε γνωστός ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο πιστωτικών ιδρυμάτων. Το «κερδοσκοπικό παιγνίδι» βασίζονταν στο στοίχημα της υποτίμησης της δραχμής και αυτό σήμαινε αυξημένη ζήτηση για συνάλλαγμα. Τα συναλλαγματικά διαθέσιμα τις παραμονές τις χρεωκοπίας, είχαν σχεδόν εξανεμιστεί, καθώς από τα 38,9 εκατ. δολάρια που ήταν το 1930, στις αρχές του 1932 ήταν 2,5 εκατ. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι σε έξι μέρες (21/9-26/9/1931), τα συναλλαγματικά διαθέσιμα μειώθηκαν κατά 3,6 εκατ. δολάρια. Η ελληνική οικονομία ήταν έρμαιο των κερδοσκόπων συναλλάγματος.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν είχαν επιβληθεί περιορισμοί στην αγορά συναλλάγματος, αλλά στις 24 Σεπτεμβρίου η Τράπεζα της Ελλάδος ζήτησε την επιβολή συναλλαγματικών περιορισμών και τα μέτρα εγκρίθηκαν δύο μέρες μετά. Πέραν των συναλλαγματικών περιορισμών, αυξήθηκε το προεξοφλητικό επιτόκιο σε 12% και ταυτόχρονα επιβλήθηκε στις τράπεζες το καθεστώς των υποχρεωτικών καταθέσεων στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Προφανής στόχος να περιοριστούν οι κερδοσκόποι, με το να αυξηθεί το κόστος της δραχμής και να ελεγχθεί η ποσότητα δραχμών στην αγορά. Η συναλλαγματική κρίση πέρασε στην πραγματική οικονομία, η οποία υπέφερε πλέον από την μείωση των εξαγωγών, την πιστωτική ασφυξία και το πανάκριβο χρήμα. Η θεωρία του ντόμινο είχε πλέον ενεργοποιηθεί. Και ενώ η οικονομία ασφυκτιούσε και τα ελλείμματα μεγάλωναν, τα κερδοσκοπικά παιγνίδια με το συνάλλαγμα δεν σταματούσαν. Η χρεωκοπία είχε αρχίσει να συζητείται ως προοπτική (υπήρχε και σχετική αρθρογραφία από τον Δ. Μάξιμο του Λαϊκού Κόμματος), η οποία διαψεύστηκε από την Κυβέρνηση.

Η ώρα των αξιολογητών είχε φθάσει. Ο Βενιζέλος, επισκέφτηκε στις αρχές Ιανουαρίου τη Ρώμη, το Παρίσι και το Λονδίνο, όπου βρίσκονταν οι έδρες των δανειστών και ξεκίνησε διαπραγματεύσεις για νέο δάνειο. Οι δανειστές συμφώνησαν να ανατεθεί στη Διεθνή Οικονομική Επιτροπή, η σύνταξη μίας έκθεσης αξιολόγησης για την ελληνική οικονομία και στη συνέχεια θα έπαιρναν τις αποφάσεις τους. Ο Βενιζέλος ενημέρωσε τους πολιτικούς αρχηγούς, οι οποίοι ενέκριναν τη διατήρηση της σταθερής ισοτιμίας, με βάση το χρυσό.

Το Φεβρουάριο του 1932, έφθασαν οι αξιολογητές με επικεφαλής τον O.Niemeyer. Η έκθεση που συνέταξαν ήταν καταπέλτης: η Τράπεζα της Ελλάδος δεν είχε κάλυμμα σε χρυσό για τα τραπεζογραμμάτια. Δεν υπήρχαν χρήματα για την πληρωμή τόκων και χρεολυσίων του εξωτερικού δανεισμού. Το έλλειμμα του προϋπολογισμού θα έφθανε τα 400 εκατ. δραχμές από 300 εκατ. την προηγούμενη χρονιά, παρά τις λογιστικές και ταμειακές παρεμβάσεις που είχαν γίνει. Η μοναδική λύση το πενταετές πάγωμα των πληρωμών και ένα νέο δάνειο.
 

http://www.stokokkino.gr