Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Η χρήση υπερσυνδέσμων στο διαδίκτυο. Νομικές προκλήσεις και νομολογιακή αντιμετώπιση




Ι. Εισαγωγή στην προβληματική

Η νομιμότητα των υπερσυνδέσμων (hyper links) αποτελεί ένα από τα πλέον εριζόμενα ζητήματα του δικαίου του διαδικτύου. Τα βασικά ερωτήματα που τίθενται είναι τα εξής:

α) Οφείλει όποιος θέτει υπερσύνδεσμο να λαμβάνει προηγούμενη άδεια από τον δικαιούχο του περιεχομένου στο οποίο παραπέμπει, εφόσον αυτό (το περιεχόμενο) είναι αντικείμενο προστασίας πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικών δικαιωμάτων;

β) Έχει ευθύνη όποιος θέτει υπερσύνδεσμο προς ιστοσελίδα που αναρτά περιεχόμενο χωρίς άδεια του δικαιούχου, και επομένως κατά παράβαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ;

ΙΙ. Τα συγκρουόμενα έννομα αγαθά

Δεδομένης της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας του διαδικτύου, που χαρακτηρίζεται προεχόντως από τη δυνατότητα διασύνδεσης των πληροφοριών μέσω υπερσυνδέσμων, τα προρρηθέντα νομικά ζητήματα βρίσκονται στη μεθόριο αφ’ ενός της ελευθερίας της έκφρασης και του δικαιώματος πληροφόρησης και αφ’ ετέρου του δικαιώματος προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας. Από δικαιοπολιτική άποψη το ζήτημα είναι σύνθετο διότι η πνευματική ιδιοκτησία αποτελεί κίνητρο παραγωγής πρωτότυπου περιεχομένου, που με τη σειρά του εμπλουτίζει τη διαθέσιμη γνώση και υποστασιοποιεί το δικαίωμα πληροφόρησης. Επομένως, δεν πρόκειται για παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, αλλά αντιθέτως μεταξύ των δύο υπάρχει σχέση αλληλεξάρτησης: η λυσιτελής προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας διευρύνει το δικαίωμα πληροφόρησης. Συγχρόνως, όμως, λελογισμένοι περιορισμοί της πνευματικής ιδιοκτησίας είναι εξίσου αναγκαίοι προκειμένου να υπάρξει επαρκής διάχυση της γνώσης, μέσα από ανοικτά συστήματα, που θα επιτρέψουν ομοίως την προαγωγή της πνευματικής δημιουργίας. Η δίκαιη εξισορρόπηση των ανωτέρω αντίρροπων συμφερόντων και η πρακτική τους εναρμόνιση αποτελεί ζητούμενο για τη νομική δογματική και τη νομολογία. Για να γίνει αυτό, στο πλαίσιο του εξεταζόμενου προβλήματος (της χρήσης των υπερσυνδέσμων), απαιτείται κατ’ αρχάς λειτουργική ανάλυση και διαφοροποίηση των επιμέρους κατηγοριών υπερσυνδέσμων.

ΙΙΙ. Οι επιμέρους κατηγορίες υπερσυνδέσμων

Ως υπερκείμενο ορίζεται ο τρόπος με τον οποίο είναι οργανωμένες οι πληροφορίες που βρίσκονται αναρτημένες σε μορφή κειμένου στον Παγκόσμιο Ιστό, το δε πρόθεμα “υπέρ” χρησιμοποιείται για να σηματοδοτήσει την υπέρβαση του γραμμικού τρόπου ανάγνωσης του κειμένου. Αυτό επιτυγχάνεται με τη χρήση των υπερσυνδέσμων, ήτοι λέξεων ή ολόκληρων φράσεων, που διακρίνονται από το υπόλοιπο κείμενο κατά την εμφάνιση της ιστοσελίδας μέσω του φυλλομετρητή (του ειδικού λογισμικού πλοήγησης στο διαδίκτυο, το οποίο εκτελεί τον κώδικα που περιέχει ιστοσελίδα και το καθοδηγεί στην του περιεχομένου) λ.χ. με τη χρήση διαφορετικού χρωματισμού (συνήθως μπλε) ή με υπογράμμιση. Ο υπερσύνδεσμος (link) αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο του Παγκόσμιου Ιστού, αφού περιέχει την εντολή να μεταφέρει τον χρήστη, αν αυτός επιλέξει με τη συσκευή κατάδειξης (συνήθως “ποντίκι”) σε άλλη ιστοσελίδα, είτε στον ίδιο ιστότοπο είτε σε άλλο, και επιτρέπει έτσι την εύκολη και γρήγορη πλοήγηση στο διαδίκτυο χωρίς την ανάγκη πληκτρολόγησης από το χρήστη της ηλεκτρονικής διεύθυνσης στην οποία παραπέμπει.

Από τεχνικής απόψεως οι σύνδεσμοι διακρίνονται στις ακόλουθες κατηγορίες:

α) Ο επιφανειακός σύνδεσμος (surface link) μεταφέρει τον χρήστη στην αρχική σελίδα (home page) ενός άλλου ιστοτόπου.

β) Ο βαθύς σύνδεσμος (deep link) μεταφέρει το χρήστη όχι στην αρχική αλλά σε μια εσωτερική βαθύτερη σελίδα ενός ιστοτόπου.

γ) Ο αυτόματος ή δυναμικός σύνδεσμος (automatic ή inline/embedded link) ενεργοποιείται αυτόματα κατά την εκτέλεση του κώδικα της ιστοσελίδας από το φυλλομετρητή, χωρίς την επέμβαση του χρήστη. Δημιουργεί δε σε αυτόν την εντύπωση ότι η πληροφορία που βλέπει αποτελεί περιεχόμενο της ιστοσελίδας που αντικρίζει, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για περιεχόμενο άλλης ιστοσελίδας (κατ’ ουσίαν δεν παραπέμπει το χρήστη σε άλλη ιστοσελίδα, αλλά αντιθέτως αντιγράφει ή ενσωματώνει το περιεχόμενό της).

δ) Τέλος, με την τεχνική της πλαισίωσης (framing), διασπάται η ενότητα της οπτικής εντύπωσης και δημιουργείται στην ιστοσελίδα που βλέπει ο χρήστης ένα πλαίσιο, μέσα στο οποίο προβάλλεται το περιεχόμενο μιας άλλης ιστοσελίδας, της οποίας όμως η ηλεκτρονική διεύθυνση δεν εμφανίζεται στον φυλλομετρητή (από τη θεωρία η τεχνική αυτή ονομάστηκε και σύνδεσμος “πλαίσιο”, βλ. αντί άλλων το σημείωμα Ντ.Καλαβρουζιώτη στις ΤρΠλΚιλκ 965/2010 και ΜονΠρωτΑθ 4042/2010, ΔιΜΕΕ 2011. 196,197).

Όπως προαναφέρθηκε, στην περίπτωση που το περιεχόμενο ιστοσελίδας στην οποία παραπέμπει ο σύνδεσμος είναι αντικείμενο δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, τίθεται υπό αμφισβήτηση η νομιμότητα της παραπομπής, αν αυτή γίνεται χωρίς άδεια.

IV. Η νομολογία του ΔΕΕ

Το θέμα αυτό απασχόλησε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά από προδικαστικές παραπομπές των σουηδικών και Γερμανικών δικαστηρίων. Συγκεκριμένα, μετά από αίτηση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ, που υπέβαλε το Svea hovratt (Σουηδία) με απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2012, το Δικαστήριο εξέδωσε την από 13-2-2014 απόφασή του, με αριθμό υπόθεσης C-466/12 (αναφέρεται ως υπόθεση Svensson, εκ του ονόματος ενός των διαδίκων). Στην υπόθεση αυτή τέσσερις δημοσιογράφοι είχαν ασκήσει αγωγή κατά εταιρείας που εκμεταλλευόταν ιστότοπο, ο οποίος παρείχε στους πελάτες του, ανάλογα με τις ανάγκες τους, καταλόγους διαδικτυακών συνδέσμων δυνάμενων να ενεργοποιηθούν με επιλογή που οδηγούν σε άρθρα δημοσιευμένα σε άλλους ιστότοπους (με ελεύθερη πρόσβαση). Απαντώντας στα επί μέρους ερωτήματα, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι το άρθρο 3 παρ. 1 της οδηγίας 2001/29/ΕΚ έχει την έννοια ότι “δεν συνιστά πράξη παρουσίασης στο κοινό, κατά τη διάταξη αυτή, η παροχή σε ιστότοπο δυνάμενων να ενεργοποιηθούν με επιλογή συνδέσμων προς έργα που διατίθενται ελεύθερα σε άλλον ιστότοπο”. Και τούτο διότι αν δεν ελήφθησαν στην αρχική ανάρτηση μέτρα για να περιοριστεί η πρόσβαση του κοινού στους συνδρομητές του και μόνο, κοινό της ανάρτησης ήταν όλοι οι χρήστες του διαδικτύου (βλ. τις σκέψεις 27 ως 31 της απόφασης). Περαιτέρω, με τις σκέψεις ότι σκοπός της οδηγίας είναι μεταξύ άλλων, η αντιμετώπιση της νομοθετικής ανομοιογένειας και της ανασφάλειας δικαίου που χαρακτηρίζουν την προστασία των δικαιωμάτων του δημιουργού, και ότι ο σκοπός αυτός θα διακυβευόταν αναπόφευκτα αν η έννοια της παρουσίασης στο κοινό μπορούσε να νοηθεί από διάφορα κράτη μέλη ως περιλαμβάνουσα περισσότερες ενέργειες από αυτές που διαλαμβάνονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι το άρθρο αυτό “έχει την έννοια ότι είναι αντίθετο προς τη δυνατότητα κράτους μέλους να θεσπίζει ευρύτερη προστασία των κατόχων του δικαιώματος του δημιουργού, προβλέποντας ότι η έννοια της παρουσίασης στο κοινό περιλαμβάνει περισσότερες ενέργειες από αυτές που διαλαμβάνονται στην διάταξη αυτή” (βλ. Την απόφαση αυτή στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?num=C-466/12).

Εξ αυτών συνάγεται ότι στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον η πρόσβαση σε κάποιο έργο που έχει αναρτηθεί σε ιστοσελίδα στο διαδίκτυο έχει αφεθεί ελεύθερη από το δικαιούχο των πνευματικών δικαιωμάτων, είναι ελεύθερη και η δημιουργία υπερσυνδέσμων προς αυτή σε άλλες ιστοσελίδες. Παραμένει ωστόσο ο περαιτέρω προβληματισμός για το αν αυτό ισχύει ανεξαρτήτως του είδους του συνδέσμου και εάν ισχύει ακόμα και όταν η παραπομπή γίνεται σε ιστοσελίδα όπου το περιεχόμενο έχει τεθεί χωρίς άδεια του δικαιούχου.

Το Γερμανικό Ακυρωτικό Δικαστήριο (Bundesgerichtshof) υπέβαλε στο ΔΕΕ το από 25-6-2013 αίτημα προδικαστικής απόφασης, με αντικείμενο την εταιρεία BestWater International που είχε εναγάγει ανταγωνιστές της για το λόγο ότι προσέθεσαν σε ιστοσελίδα τους με τη μέθοδο της πλαισίωσης (framing) διαφημιστικό φιλμ της ιδίας (βλ. την από 16.05.2013 απόφαση του BGH – I ZR 46/12 – εδώ: http://goo.gl/jnAzcW και σχολιασμό του Benjamin Schuetze εδώ: http://goo.gl/Zy36M8 ) . Το εν λόγω πλαίσιο δεν παρέπεμπε στην ιστοσελίδα της ενάγουσας εταιρείας, δικαιούχου των πνευματικών δικαιωμάτων, αλλά στο διαδικτυακό τόπο της διαδικτυακής υπηρεσίας “youtube”, όπου το φιλμ είχε αναρτηθεί από τρίτο πρόσωπο – συνδρομητή της υπηρεσίας, χωρίς την άδεια της δικαιούχου. Το Δικαστήριο, σε απάντηση, δεν εξέδωσε απόφαση αλλά διάταξη κατά το άρθρο 99 του Κανονισμού Διαδικασίας, με αρ. υπόθεσης C-348/13, με την οποία παρέπεμψε στην προαναφερθείσα απόφασή του στην υπόθεση Svensson και απεφάνθη ότι δεν υπάρχει αναμετάδοση κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ “εκ μόνου του γεγονότος της ενσωμάτωσης ενός προστατευόμενου έργου, ανηρτημένου σε ιστοσελίδα με ελεύθερη πρόσβαση, σε έτερη ιστοσελίδα με υπερσύνδεσμο που λειτουργεί με την τεχνική μέθοδο της πλαισίωσης (framing), όπως συμβαίνει στη συγκεκριμένη υπό κρίση περίπτωση … στο μέτρο που το εν λόγω έργο ούτε σε νέο κοινό μεταδίδεται ούτε αναπαράγεται με ειδική τεχνική διαδικασία, που να διακρίνεται από εκείνη της αρχικής αναπαραγωγής” (βλ. τη διάταξη αυτή, στην Τ.Ν.Π. Eur-Lex στη διεύθυνση http://curia.europa.eu/juris/celex.jsf?celex=62013CO0348&lang1=en&type=TXT?ancre=).



V. Η ημεδαπή νομολογία

Με το ζήτημα των deep links ασχολήθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών στηναπόφαση 5249/2014. Το δικαστήριο στηρίχθηκε στην προπαρατεθείσα νομολογία του ΔΕΕ και αφού επανέλαβε τις αποφάσεις του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου, έκρινε βάσει της νομολογίας BestWater, ότι πρέπει να γίνει δεκτό a fortiori ότι δεν μπορεί να γίνει διάκριση ούτε στην περίπτωση των “βαθέων συνδέσμων”, που παραπέμπουν, όπως προαναφέρθηκε, απευθείας στη βαθύτερη ιστοσελίδα, εάν και εφόσον, βέβαια, δεν πρόκειται για μέθοδο παράκαμψης μέτρων ελέγχου της πρόσβασης στο περιεχόμενο που ενσωματώνονται στον κώδικα της αρχικής σελίδας.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων τεχνολογικών μέτρων, που ελέγχουν ή παρεμποδίζουν την πρόσβαση είναι η χρήση κωδικού πρόσβασης (password) ή αριθμού πιστοποίησης (identification number), η εφαρμογή κρυπτογραφικών τεχνικών, οι οποίες μεταδίδουν την πληροφορία σε ακατάληπτη μορφή, ώστε να απαιτείται ειδικό αποκρυπτογραφικό κλειδί για την επαναφορά της σε μορφή καταληπτή και η τεχνική του σημαδέματος του έργου με ένα υδατογράφημα (digital watermarkings) ή στεγανογράφημα, τα συστήματα που περιορίζουν τη δυνατότητα δημιουργίας σειριακών αντιγράφων (SCMS – Serial Management System) καθώς και τα εξαρτήματα ή μηχανισμοί υλικού (hardware) πχ. (smart cards, dongles, hardware locks-HASP), ενώ στην ίδια κατεύθυνση με τα τεχνολογικά μέτρα προστασίας λειτουργούν και τα τεχνολογικά μέτρα διαχείρισης δικαιωμάτων (Digital Rights Management-DRM ή Electronic Copyright Management Systems, ECMS), τα οποία επιτρέπουν στους δικαιούχους τον έλεγχο και τη διαχείριση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας σε ψηφιακές μορφές αναπαραγωγής και διάδοσης. Τα τεχνολογικά μέτρα που ελέγχουν ή περιορίζουν τη χρήση ή την αναπαραγωγή του έργου συνήθως ενώ επιτρέπουν την εφήμερη αναπαραγωγή – φόρτωση στην προσωρινή μνήμη του υπολογιστή (browsing), ώστε να εμφανιστεί η πληροφορία που ενδιαφέρει στην οθόνη – δεν επιτρέπουν τη μόνιμη αναπαραγωγή (αποθήκευση σε δίσκο) ή την εκτύπωση σε hard copy ή αν την επιτρέπουν θα πρόκειται για περιορισμένο αριθμό αντιγράφων. Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 66Α ν. 2121/1993 απαγορεύει χωρίς την άδεια του δικαιούχου την εξουδετέρωση κάθε αποτελεσματικού τεχνολογικού μέτρου, και σε περίπτωση τυχόν παραβίασης γεννάται αστική και ποινική ευθύνη. Κατά την προπαρατεθείσα νομολογία, λοιπόν, εφόσον οι υπερσύνδεσμοι παρακάμπτουν τεχνολογικά μέτρα προστασίας, η χρήση τους είναι μη νόμιμη και γεννά υπό τις προϋποθέσεις του νόμου αστική και ποινική ευθύνη.

Συμπερασματικώς , γίνεται δεκτό ότι αφού, κατά την ενωσιακή νομολογία, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αναμετάδοση η παραπομπή με υπερσύνδεσμο σε περιεχόμενο που κατέστη ελεύθερα διαθέσιμο στο διαδίκτυο, έστω και χωρίς την άδεια του δικαιούχου πνευματικών δικαιωμάτων, δεν υπάρχει και προσβολή, στην περίπτωση αυτή, των εν λόγω δικαιωμάτων. Τέτοια παραβίαση μπορεί να γίνει μόνο από το πρόσωπο που αναρτά το έργο στο διαδίκτυο και το καθιστά για πρώτη φορά ελεύθερα προσβάσιμο. (βλ. τα κρίσιμα αποσπάσματα της ως άνω απόφασης εδώ: http://goo.gl/hzOzML )

Ανοιχτό μένει, βεβαίως, το ερώτημα της ενδεχόμενης προσβολής των πνευματικών δικαιωμάτων με άλλο τρόπο, λ.χ. με προσβολή του ηθικού δικαιώματος του δημιουργού να αναγνωρίζεται ως τέτοιος ή να αξιώνει την προστασία της ακεραιότητας του έργου, με την ενδεχόμενη συμμετοχή του παρέχοντος το συνδέσμο στην πράξη του τρίτου προσώπου πραγματοποιεί την αναμετάδοση (ενισχυτικό στοιχείο της οποίας είναι π.χ. η μεταξύ τους συμφωνία για διαμοιρασμό των κερδών από διαφήμιση), ή της προσβολής άλλου εννόμου αγαθού, όπως λ.χ. του ανταγωνισμού, ενώ δεν αποκλείεται η ύπαρξη αστικών αξιώσεων όπως και αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του κερδοσκοπούντος με τη χρήση των υπερσυνδέσμων σε βάρος του δημιουργού ή δικαιούχου.

VI. Η καναδική νομολογία

Στην ίδια κατεύθυνση με τις ως άνω αποφάσεις του ΔΕΕ και των ημεδαπών δικαστηρίων κινήθηκε σχετικά πρόσφατα και η νομολογία του Καναδικού Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση Crookes v. Newton, 2011 SCC 47 (διαθέσιμη εδώ: http://goo.gl/9be4hY) το δικαστήριο έκρινε ότι η αναφορά υπερσυνδέσμου δεν συνιστά δημοσίευση του περιεχομένου που περιέχει η παραπεμπόμενη ιστοσελίδα. Έτσι στην περίπτωση που η παραπεμπόμενη ιστοσελίδα περιέχει δυσφημιστικό περιεχόμενο δεν φέρει αστική ή ποινική ευθύνη ο διαχειστής της ιστοσελίδας που περιέχει τον υπερσύνδεσμο. Εξαίρεση υπάρχει φυσικά στην περίπτωση που από τα συμφραζόμενα συνάγεται ότι ο συντάκτης του δημοσιεύματος που περιέχει τον υπερσύνδεσμο υιοθετεί το περιεχόμενο της παραπεμπόμενης ιστοσελίδας (βλ. την ειδικότερη γνώμη της δικαστού Abella στην παραπάνω απόφαση).

VII. Η αμερικανική νομολογία

Στις ΗΠΑ, το Ομοσπονδιακό Εφετείο της 9ης Περιφέρειας στην απόφαση Perfect 10, Inc. v. Amazon.com, Inc., 508 F.3d 1146 (9th Cir. 2007) (διαθέσιμη εδώ: http://goo.gl/5QRhpc) , απασχολήθηκε με τόσο με το ζήτημα των αυτόματων ή δυναμικών υπερσυνδέσμων, όσο και με το ζήτημα της πλαισίωσης (framing). Η εταιρία Perfect 10, εξέδιδε περιοδικό με ως επί το πλείστον πορνογραφικό περιεχόμενο, επί του οποίου είχε δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας. Το περιεχόμενο αυτό είχε παρανόμως διαρρεύσει και χρησιμοποιείτο από άλλες ιστοσελίδες χωρίς νόμιμη άδεια. Τόσο η Google (που ήταν συνεναγόμενη) όσο και η Amazon περιείχαν αφ’ ενός δυναμικούς υπερσυνδέσμους προς τις εν λόγω ιστοσελίδες που περιείχαν το παράνομο περιεχόμενο, αφ’ ετέρου παρουσίαζαν με τη μέθοδο της πλαισίωσης φωτογραφίες σε σμίκρυνση (thumbnails), που χρησιμοποιούνταν επίσης χωρίς άδεια από τις εν λόγω ιστοσελίδες. Το δικαστήριο έκρινε ότι αμφότερες οι χρήσεις ήταν νόμιμες. Η χρήση υπερσυνδέσμων ήταν νόμιμη διότι η παραβίαση των πνευματικών δικαιωμάτων προερχόταν αποκλειστικά από τις τρίτες ιστοσελίδες που περιείχαν το παράνομο περιεχόμενο και όχι από τις μηχανές αναζήτησης, ενώ επιπροσθέτως, οι εν λόγω ιστοσελίδες προϋπήρχαν των μηχανών αναζήτησης και θα συνέχιζαν να υπάρχουν ανεξάρτητα από αυτές, χωρίς μάλιστα να διαπιστώνεται οποιαδήποτε ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των διαχειριστών των ιστοσελίδων αυτών (των μηχανών αναζήτησης και των παρανομούντων τρίτων). Ειδικώς σε ό,τι αφορά το δυναμικό χαρακτήρα του υπερσυνδέσμου (inline/embedded link) το δικαστήριο διέκρινε σαφώς την αυτοτελή δημοσίευση (που συνιστά μη επιτρεπόμενη διάδοση και χρήση προστευτόμενου υλικού) από τη αυτόματη εμφάνιση του περιεχομένου δυνάμει υπερσυνδέσμου (περίπτωση κατά την οποία ο φυλλομετρητής εμφανίζει ξένο περιεχόμενο κατά ορισμένο, αυτοματοποιημένο τρόπο). Σε ό,τι αφορά τις φωτογραφίες το δικαστήριο έκρινε ότι η αναπαραγωγή τους συνιστούσε δίκαιη χρήση (fair use) καθ’ όσον διέφεραν ουσιωδώς (ως προς το μέγεθος) σε σχέση με τις πρωτότυπες. Η διαφορά αυτή ήταν ενδεικτική του διαφορετικού σκοπού χρήσης: οι μεν πρωτότυπες φωτογραφίες αποτελούσαν μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης με σκοπό την ψυχαγωγία, ενώ οι σμικρύνσεις είχαν σκοπό απλώς ενημερωτικό. Σε αυτό το ζήτημα επαναλήφθηκε ουσιαστικά η νομολογία Kelly v. Arriba Soft Corporation, 336 F.3d 811 (9th Cir. 2003), που είχε ομοίως κρίνει επιτρεπτή την δημοσίευση σμικρύνσεων φωτογραφιών από διαδικτυακές μηχανές αναζήτησης.

VIII. Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Η ανωτέρω περιήγηση στην ημεδαπή, ενωσιακή και διεθνή νομολογία καταδεικνύει ότι τα δικαστήρια σταδιακά αντιλαμβάνονται την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του διαδικτύου και την προστιθέμενη αξία που αυτή προσφέρει. Φέρον στοιχείο της δομής του διαδικτύου είναι η δυνατότητα εύκολης, απευθείας σύνδεσης με περιεχόμενο που βρίσκεται δημοσιευμένο σε άλλες ιστοσελίδες. Με τον τρόπο αυτό εμπλουτίζεται ουσιωδώς η εμπειρία του χρήστη και διευκολύνεται η σφαιρική, πολυπρισματική και κατ’ επέκταση κατά το δυνατόν αντικειμενική, πληροφόρηση. Οι υπερσύνδεσμοι στο διαδίκτυο είναι η ψηφιακή μετεξέλιξη των παραδοσιακών ακαδημαϊκών υποσημειώσεων. Η παρεμβολή νομικών εμποδίων στη χρήση τους θα αναιρούσε ουσιωδώς την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών στο διαδίκτυο και θα αποτελούσε ανασχετικό παράγοντα της άσκησης της ελευθερίας της έκφρασης και του δικαιώματος πληροφόρησης, που κατοχυρώνονται στη συνταγματική και ενωσιακή δικαιοταξία. Η προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας είναι εξίσου σημαντική για την ποιοτική και ποσοτική βελτίωση της πνευματικής παραγωγής, δεν πρέπει όμως να γίνεται με μέτρα δυσανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό , ούτε να υπονομεύει την ελεύθερη κυκλοφορία των ιδεών στην Κοινωνία της Πληροφορίας μέσω ενός ιδιότυπου chilling effect. Υπό το πρίσμα αυτό η ως τώρα εξέλιξη της νομολογίας δείχνει ότι επιτυγχάνει επιτυχή στάθμιση των αντίρροπων εννόμων αγαθών και αποτελεί ασφαλές νομικό υπόστρωμα για την αντιμετώπιση παραπλήσιων ζητημάτων που ασφαλώς θα προκύψουν στο μέλλον.

https://greeklaw.wordpress.com