Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Το έθνος εν κινδύνω - Αλήθειες που θα πικράνουν όλους μας, του Χρίστου Γούδη


Κάτι είναι σάπιο στο βασίλειο της Δανιμαρκίας

«Άμλετ», Σαίξπηρ

Ο ελληνικός εθνικισμός αγωνίζεται σήμερα να αναδυθεί εκ νέου, μέσα από μιαν ηρακλείτεια «αγχιβασία» (την ελισσόμενη δηλαδή διαδρομή εν είδει σλάλομ, ένθεν κακείθεν της ευθείας πορείας προς τον τελικό προορισμό του), την οποία χαράσσει εκ των ενόντων και κατά περίπτωση κάτω από την συμπίεσή του μέσα στις περιστρεφόμενες μυλόπετρες ενός αειθαλούς ιδεολογικού ρομαντισμού και μιας σκοτεινής τρέχουσας πραγματικότητας.

 Προς τα πού πορεύεται και πώς πορεύεται, σε σχέση με το προς τα πού και πώς θα έπρεπε να πορεύεται, είναι το θέμα της παρούσας ανάλυσης.


Για να φθάσουμε όμως σε ρεαλιστικά συμπεράσματα για το σήμερα, οφείλουμε να δούμε τι συνέβη σε αυτήν την δύσμοιρη χώρα χθες, κατά την λεγόμενη μεταπολιτευτική περίοδο χωρίς να αποφύγουμε να αναφερθούμε στο δυσμενές περιβάλλον που την γέννησε.


Διότι, όντως, στην πρόσφατη ιστορία του ο εθνικισμός ως πολιτική έκφανση υπέστη καθίζηση, λόγω της αδυναμίας της απριλιανής στρατιωτικής διακυβέρνησης να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων κατά την τουρκική εισβολή του 1974 στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να χρεωθεί (δικαίως ή αδίκως) όλες τις ευθύνες για την κυπριακή τραγωδία του ελληνισμού και να εκπέσει στα μάτια των Ελλήνων πατριωτών, οι οποίοι είδαν την φερεγγυότητα που διακήρυσσε διά πύρινων λόγων καθ’ όλη την επταετή μονομερή ανάληψη της εξουσίας αναφορικά με την προάσπιση του έθνους, να καταρρέει ως χάρτινος πύργος.

Το σοκ των Ελλήνων εθνικιστών από την στρατιωτική αδυναμία που επέδειξε μια «εθνική κυβέρνηση» όπως αρέσκονταν να αυτοαποκαλείται με περισσό κομπασμό, άνοιξε τον δρόμο για την επανάκαμψη του παλαιού πελατειακού κοινοβουλευτικού συστήματος, το οποίο συνέχισε να διοικεί την χώρα με τον ίδιο τρόπο που το έκανε και προ της στρατιωτικής παρέμβασης η οποία το ανέτρεψε προσωρινά, χωρίς όμως να επιτύχει την επαγγελλόμενη κάθαρση από τις αδυναμίες, τις υστεροβουλίες και την ιδιοτέλειά του. Φυσικά το θέμα της ιδιοτέλειας και του βολέματος δεν εξαντλείται σε επίπεδο εκπροσώπων του λαού αλλά και στον λαό αυτόν καθεαυτό ο οποίος γαλουχημένος επί μακρό χρονικό διάστημα στην ρουσφετολογία, απαιτούσε την «δικαίωσή» του μέσα από τα λαγούμια της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας, εις το όνομα μάλιστα της δημοκρατίας η οποία τάχα του είχε λείψει, ξεχνώντας την σχεδόν καθολική στήριξη που παρείχε μέχρι τότε στο στρατιωτικό καθεστώς, με προεξάρχουσα την πνευματική και καλλιτεχνική του ηγεσία. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, την πρώτη συνετή ισορροπιστική μεταπολιτευτική διακυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή ήταν φυσικό να διαδεχθεί η «πα-σοκαριστική» λαίλαπα του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος, εκμεταλλευόμενος την τριτοκοσμική ροπή του λαού μας και αντί να προσπαθήσει να την ελέγξει, χειραγώγησε τις μαξιμαλιστικές κοινωνικές απαιτήσεις της αεριτζίδικης αριστεράς, διασπαθίζοντας δανεικό χρήμα και ευρωπαϊκά κονδύλια («(κ)λεφτά υπάρχουν») προς τέρψιν τών, δίκην πράσινων ακρίδων, επιπεσόντων οπαδών του («μαζί τα φάγαμε») τους οποίους αποστέρησε έτσι προσωρινά – όσο διαρκούσε το πάρτι της πλασματικής ευωχίας – από το κομμουνιστικό κόμμα και τα κομμουνίζοντα κομματίδια του περίγυρού του, εις δόξαν των «προοδευτικών δυνάμεων» που ως άλλοι οπερετικοί «ιπτάμενοι Ολλανδοί» επιτάχυναν το «μεθυσμένο καράβι» στην πορεία του προς τα βράχια της απωλείας.

Από την άλλη μεριά του λόφου, η πολιτικά αποστεωμένη και φοβική έναντι της αριστεράς αστική δεξιά διέβρωσε την όποια εθνικιστική φυσιογνωμία της «Νέας Δημοκρατίας», περιθωριοποιώντας σταδιακά τους εθνικιστές πολιτικούς, ακόμη κι όταν οι τελευταίοι κατόρθωναν να ηγούνται της παρατάξεως. Έτσι, ηγετικές φυσιογνωμίες με εθνικιστικές καταβολές, όσες φορές ήρθαν κάποια στιγμή στην εξουσία, βρέθηκαν εγκλωβισμένες ασφυκτικά από έναν εσμό αυλοκολάκων και υπηρετών «εαυτών και αλλήλων», διαπλεκόμενων με παμφάγους οικονομικούς ολιγάρχες ελέγχοντες τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα αποπροσανατολισμού των μαζών, οι οποίοι κινούσαν τα νήματα πίσω από τον καραγκιοζμπερντέ της ελληνικής πολιτικής σκηνής κατά τρόπο «εργολαβικό», επικαλούμενοι έναν φιλελεύθερο τρόπο «αρπαχτής» του κρατικού κορβανά. Σε κάθε περίπτωση, προσωπικές ιδιοτέλειες, ματαιοδοξίες, μωροφιλοδοξίες, και ευτελή οικονομικά κίνητρα, ροκάνιζαν συνεχώς τη θέση των ηγετών της αστικής συντηρητικής παράταξης, αναγκάζοντάς τους να περιστέλλουν την όποια εθνική πολιτική τους και τις όποιες οραματικές επιδιώξεις τους.

Στην πράξη πάντως η μεταπολιτευτική φυσιογνωμία της Ελλάδας διαμορφώθηκε από την μακρόχρονη παντοκρατορία του πα-σόκ, το οποίο ενέσπειρε την συνδικαλιστική γάγγραινα στους εργαζόμενους, διέλυσε την βιομηχανική, αγροτική και κρατική υποδομή της χώρας, μοιράζοντας άκριτα επιδοτήσεις, μισθούς, συντάξεις και επιδόματα σε όλους τους «τυφλούς» ανοιχτομάτηδες κηφήνες οπαδούς του, εκμαύλισε την όλη εκπαιδευτική διαδικασία σε όλες τις βαθμίδες της πυροδοτώντας το θράσος της νεότητας κάτω από τον μανδύα των «κεκτημένων δημοκρατικών δικαιωμάτων» της και υποδαυλίζοντας τις ετσιθελικές καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων, γαλούχησε έναν ευνουχισμένο στρατό γραφείου διοικούμενο από άκαπνα γαλονάτα κομματικά ανδρείκελα τα οποία πισωπάτησαν μπροστά στον εχθρό σε ώρα κρίσεως (όρα Ίμια) καθώς παράλληλα οι υπουργοί του ενθυλάκωναν τις μίζες των δυσβάστακτων οικονομικά εξοπλιστικών προγραμμάτων (και όχι μόνον), και έστρεψε τις επιδιώξεις της χώρας στον ξενόφερτο τουρισμό, και την ψυχαγωγία της στα μηντιακά «ξέκωλα», μεταμορφώνοντας την ψυχολογία της κοινωνίας της σε ψυχολογία αρπακτικών δουλικών, καφενόβιων ζιγκολό, και ξενέρωτων ηδονοβλεψιών επιδιδόμενων στην ενδοστρέφεια των εν κενώ ταλαντούμενων μορίων τους (κατά το «άμα πιάσει η…αντλία, τύφλα να ’χει η συνουσία», σε ευγενική παραφθορά της ωμότερης λαϊκής θυμοσοφίας).

Από την δική μου οπτική γωνία θέασης, την εικόνα για την Ελλάδα που εγώ προσελάμβανα ήδη κατά την επιστροφή μου στην πατρίδα ως Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας, στις αρχές Οκτωβρίου του 1981 (λίγες μόλις ημέρες πριν την έλευση «στα πράγματα» του τυφώνα «πα-σόκ») και την βίωνα έκτοτε συνεχώς κατά την καταστροφική πράσινη δεκαετία του 1980, αποτύπωσα πριν από εικοσιπέντε περίπου χρόνια (το 1991 για την ακρίβεια) σε ένα ποίημά μου (που ανθολογήθηκε ως ένα από τα 100 καλύτερα ποιήματα, το 1992 αν θυμάμαι καλά, από το περιοδικό «Δαυλός»), με τον ξενόγλωσσο, αλλά χαρακτηριστικό τίτλο «DÉCADENCE» (Παρακμή-Κατάπτωση), το οποίο σας παραθέτω, καθότι, αν και φοβικό για πολλούς όταν πρωτοδημοσιεύθηκε, κατέστη δυστυχώς σήμερα πολύ περισσότερο από επίκαιρο:

Θα φτιάξω ένα ποίημα τεχνητό
Για να υμνήσω την Ελλάδα
Μία δομή επίπεδη, ηρωϊκή
Με λέξεις αερόηχες του έπους του ΄40

Θα τις κολλήσω έτσι σαν κολάζ
Σ’ ένα χαρτόνι ξέθωρο γαλάζιο
Ενώνοντάς τες κατά την περίπτωση
Με uhu και ολίγον ενθουσιασμόν

Θα είναι ποίημα έρωτα
Μωσαϊκό αγάπης ή και μίσους
Μίσους για τους μισούς τους Έλληνες
Όλους εμάς που όντες στην Ελλάδα
Άφησαν σκώληκες και ποντικούς
Και γενικώς τα ερπυστριοφόρα
Να οστρακίσουν την ποιητική
Έξω απ’ τα σύνορά της

Για να ξεμείνουνε εδώ
Τα τέλφια του καφέ
Αναίσχυντα ιζήματα
Ποικίλης φύσεως αφεψημάτων
Enfant gâtés και débutantes
Πεδίο δράσης μάντεων
Και γητευτών πολιτικών κομμάτων

Ελλάς, άχθος αρούρης
Αμπέλι ξέφραγο και βοσκοτόπι
Ποιμένων τρωκτικών
Ασπόνδυλων και μαλακίων
Που λιάζονται νωχελικά στον ήλιο σου
Συνάμα ψάχνοντας για θέση στο κατάστρωμα
Του πλοίου που αυτοί ονόμασαν:
«Ελλάς, το Μέγα Απορριμματοφόρον»

Και όλα αυτά, τα πτωτικά και εκφυλιστικά, συνέβησαν διότι το πασοκικό συν-ονθύλευμα (κατά το «όνθος – κόπρος – του Αυγείου») επεδίωξε να υπερκεράσει «πάση θυσία» (at all costs, κατά την αγγλοσαξονική ρήση των αμερικανοσπουδαγμένων εξουσιαστικών παρασίτων του) τα ολοένα αυξανόμενα πληθωριστικά κοινωνικά αιτήματα της άκριτης και άκρατης αριστεράς, η οποία, μετά το ξέσπασμα της πρόσφατης κρίσεως, που επέπρωτο νομοτελειακά να εκραγεί ως επακόλουθο της προηγηθείσας κοινωνικής παρακμής, ποιείται την νήσσαν ισχυριζόμενη ότι ουδέποτε κυβέρνησε αυτή, αυτόν τον τόπο! Φαντάσου και να τον κυβερνούσε…

Όμως, η υποκριτική αριστερά στην Ελλάδα δεν διακατέχεται μόνο από το έωλο σύνδρομο τού «κάλλιο πλούσιος και ευτυχής παρά πτωχός και δυστυχής», μη αντιλαμβανόμενη ότι η πολιτική πράξη δεν είναι «ευχετήρια μπιλιετάκια» προς ναυτιλομένους, αλλά πάλη με άγρια υπερπόντια κύματα τα οποία της δημιουργούν την «τρικυμία εν κρανίω» που την χαρακτηρίζει. Η καθ’ ημάς αριστερά, χολερική στην ιδιοσυγκρασία της από τις πολλαπλές αποτυχημένες προσπάθειές της του παρελθόντος να καταλάβει βίαια την εξουσία, και προσδιοριζόμενη από το συμπαρομαρτούν σύνδρομο κατωτερότητος που την οδηγεί σε πανανθρώπινες ονειρώξεις, του τύπου «οι τελευταίοι έσονται πρώτοι και οι πρώτοι έσχατοι» (κατά το χυδαϊστί φροϋδικό συμφραζόμενο «θα γυρίσει ο τροχός, θα γ@#$σει κι ο φτωχός»), εγκολπώνεται τον αγώνα όχι μόνο για το δίκαιο του εργάτη, αλλά και για το δίκαιο του (λαθρο)μετανάστη, και το όποιο δίκαιο της όποιας διεστραμμένης ανθρώπινης φύσεως που επιδιώκει να πείσει όλες τις αλεπούδες να κόψουν την ουρά τους επειδή η ίδια συμβαίνει, κατά φύσιν ή παρά φύσιν, να μην έχει ουρά! Αλλεργική επίσης, από γεννησιμιού της, στην έννοια του έθνους, βγάζει συνεχώς φλύκταινες άμα τη θέα της ελληνικής σημαίας, των παρελάσεων, της υπερτρισχιλιετούς ιστορίας μας και της αναγκαιότητας προάσπισης των εξωτερικών μας συνόρων και της εσωτερικής πολιτισμικής μας ιδιοπροσωπίας. Για όλους αυτούς τους καθ’ έξιν και νοητική καχεξία αριστερούς δεν υπάρχει όμαιμο, ομόγλωσσο, ομότροπο και ομόδοξο έθνος των Ελλήνων. Υπάρχει ένας ιογενής σπογγώδης πολυφυλετικός κοινωνικός πολτός, μία πολύγλωσση πολυμορφική Βαβυλωνία η οποία αντανακλάται επαξίως στην καλειδοσκοπική διάχυση των ιδεοληπτικών τους προσλήψεων την συνθέτουσα το υπόβαθρο-αχταρμά του εξουσιαστικού τους πάθους με το οποίο επιδιώκουν να επικαλύψουν τον ψυχισμό των αφελών (κ)οπαδ(ι)ών τους.

Για να φθάσουμε έτσι στο σήμερα, με την αριστερά φουσκωμένη από τις μάζες των κρατικοδίαιτων πασόκων, που αναρριχήθηκαν συρίζοντες ως καιόμενοι όφεις στο πλεούμενο του «σύριζα» («βρήκε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του») αλλά και πολλών πολιτικά ηλιθίων βλαχοαστών, να πορεύεται «στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα», και να προσποιείται την ελευθερώτρια δύναμη από τα δεσμά των διεθνών τοκογλύφων, τους οποίους μάλιστα υπόσχεται ότι θα υποχρεώσει να χορεύουν με τα χωνιά της, τους ζουρνάδες και τα νταούλια της! Ίσως διότι με τα ίδια αυτά μουσικά όργανα, τα συνάδοντα με τους λαϊκούς κεκράκτες της, κατάφερε μέχρι τώρα να πειθαναγκάζει, δίκην αρκουδιάρη, τους αστούς πολιτικούς να προστρέχουν στους διεθνείς τοκογλύφους, για να ικανοποιήσουν το επαγγελλόμενο από αυτήν λαϊκό δικαίωμα στην αδηφαγία, όχι ως προϊόν παραγωγικής ισχύος της χώρας, αλλά ως επιβράβευση του παρασιτισμού των υπηκόων της, των εκτρεφόμενων πνευματικά από τα «νάματα» της αριστερής ιντελιγκέντσιας του κιλού, της δεκάρας, και της σακούλας. Όμως, έστω και την ύστατη αυτή στιγμή του κατήφορου, ελπίζει κανείς ότι ακόμη υπάρχει κάτι στον ελληνικό λαό που λέγεται «αντιληπτική ικανότητα». Η ικανότητα να αντιληφθεί πως δεν αρκεί να προφέρει το «αποτάσσομαι τον Σατανά» για να αποτάξει τον Σατανά. Ιδιαίτερα όταν του το ζητά ο ίδιος ο Σατανάς!

Μέσα σε αυτό το γκροτέσκο καρναβαλικό πλαίσιο, πού βρίσκονται στ’ αλήθεια όλοι όσοι πιστεύουν πραγματικά στην Ελλάδα ως καθολική ουσία και πολιτισμική οντότητα, και όχι ως προσωπείο ή χλαμύδα επικάλυψης των τακτικισμών και των ραδιουργιών των πολιτικών σουπερμάρκετ και των παραμάγαζων που τα περιβάλλουν; Πού βρίσκονται σήμερα οι ατόφιοι Έλληνες εθνικιστές; Μοναχικοί λύκοι, διάσπαρτοι, παγιδευμένοι, απογοητευμένοι και εξαπατημένοι, σε έναν θρυμματισμένο παραταξιακό χώρο, που εις μεν την μείζονα έκφανσή του προσπαθούν ως μειοψηφία να μην υποστείλουν την σημαία τους, εις δε τα πολιτικά περιτρίμματά της να άγονται και να φέρονται από ηγέτες, τρόπος του λέγειν ηγέτες, με χαρακτηριστικά πλανόδιων γυρολόγων, υπεράκτιων τυχοδιωκτών, αυτοεξαπατούμενων απατεώνων και τσιρκολάνων της «ελληνοφρένειας». Η μόνη άλλη υπάρχουσα «έξοδος κινδύνου» από τους καπνούς και την αιθαλομίχλη που θολώνουν το ιδεολογικό στίγμα τους, η οποία φάνηκε προς στιγμήν ότι θα μπορούσε εν δυνάμει να μετεξελιχθεί σε πόλο έλξεως και των καταξιωμένων εθνικιστών, που προσέτρεξαν – παρά τους όποιους ενδοιασμούς τους – στην στήριξή της στις πρόσφατες ευρωεκλογές και αυτοδιοικητικές εκλογές, λόγω κυρίως της άνευ πειστικών αποδείξεων πρωτοφανών διώξεών της ως «εγκληματικής οργάνωσης», ήταν η «Χρυσή Αυγή». Η συμπαράταξη πάντως σημαντικών και κοινωνικά καταξιωμένων πολιτών στα ψηφοδέλτιά της έγινε με την ελπίδα από μέρους τους, ότι θα βοηθούσαν με την παρουσία τους να αποβάλει τα καρναβαλικά ιδεοληπτικά σημάδια των παιδικών της ασθενειών (της φασίζουσας οστρακιάς και του χιτλερικού κοκκύτη).

Όμως, η αδυναμία της να τους απορροφήσει οργανικά, ώστε να αναδιαμορφώσουν ποιοτικά τους πολιτικούς της ορίζοντες αντί να τους χρησιμοποιεί ως πρόσωπα προεκλογικής βιτρίνας της τελευταίας στιγμής, επιδιώκοντας έτσι να καλύπτει με την αίγλη τους την έλλειψη ενός πραγματιστικού σχεδίου εθνικής ανασυγκρότησης, και η εμμονή της να εκπροσωπείται από ήσσονα στελέχη (ελλείψει της φυσικής ηγεσίας της η οποία σε περίοδο εθνικών εκλογών συνεχίζει να παραμένει έγκλειστη στις φυλακές ή σε κατ’ οίκον περιορισμό, άνευ δίκης), δεν της επιτρέπει πλέον να αναπτύξει μία ευρύτερη εθνικιστική δυναμική η οποία θα έπαιρνε την μορφή πολιτικής χιονοστιβάδας. Αντίθετα, και ενδεχομένως κάτω από την νευρική κόπωση που επέφερε ο βίαιος εγκλεισμός και η μακρόχρονη απομόνωση της φυλακής, άρχισε να καθιστά ορατή μίαν – στιγμιαία θα ήθελε να ελπίζει κανείς – «διαμαρτία περί την διάπλασιν της κεφαλής» της, η οποία επεδόθη εντός του κοινοβουλίου, κατά την τελευταία άκαρπη ψηφοφορία για την εκλογή προέδρου της νοσούσης Ελληνικής Δημοκρατίας, σε εκδηλώσεις αλάνας του χωριού της, λες και η επίλυση των προβλημάτων της πατρίδας είναι δυνατή με προ-γλωσσικούς, για να μην πω προ-οντολογικούς, όρους, εκφραζόμενους με άναρθρες κραυγές και άσεμνες και αστείες χειρονομίες, ίδιες χιμπατζήδων, μπαμπουΐνων, λεμούριων και ουρακοτάγκων.

«Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο» θα μπορούσε να αντιλέξει κάποιος, εραστής του Νίτσε, αναφερόμενος στην ενστικτώδη αντίδραση ανθρώπων, που νιώθουν την αδικία να τους πνίγει, έναντι προσώπων που τα θεωρούν υπεύθυνα για την επιχειρούμενη πολιτική τους εξόντωση («πες στον παναθηναϊκάκια» να τους…»), αγνοώντας όμως ότι ο Νίτσε δίδασκε πρωτίστως τον «υπεράνθρωπο», τον συμπεριφερόμενο κατά τα πρότυπα του Σπαρτιάτη στρατηγού, ο οποίος απευθυνόμενος στους δια βερμπαλιστικών πυροτεχνημάτων απειλούντες Μεγαρείς ότι θα «σκίσουν τους εχθρούς τους», τούς επεσήμανε ότι περιττεύουν τα «κούφια λόγια τα μεγάλα» με την περιεκτική λακωνική ρήση του: «ή δράστε ή σκάστε».

Διότι όντως, και χωρίς καμία αμφιβολία, ο αγνός, ο άδολος και καλώς νοούμενος – χωρίς υστερικές παθογένειες – ελληνικός εθνικισμός, ο οποίος ανέδειξε ενεργές προσωπικότητες σε ολόκληρο το μαχόμενο πολιτικό, πολιτισμικό και πνευματικό φάσμα του έθνους, του μεγέθους του Ίωνα Δραγούμη, του Περικλή Γιαννόπουλου, του Παύλου Μελά, του Αθανάσιου Σουλιώτη-Νικολαΐδη, του Λάμπρου Κορομηλά, της Πηνελόπης Δέλτα, του Ιωάννη Συκουτρή, του Ιωάννη Μεταξά, του Αλέξανδρου Παπάγου, του Γεωργίου Γρίβα, του Κωνσταντίνου Καβάφη, του Κωστή Παλαμά, του Κώστα Καρυωτάκη, του Γιώργου Θεοτοκά, του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Νίκου Εγγονόπουλου, του Δημήτρη Πικιώνη, του Δημήτρη Ροντήρη, του Κωστή Μπαστιά, του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα, του Οδυσσέα Ελύτη και του Γιώργου Σεφέρη, αξίζει μιας καλύτερης τύχης και μιας ευπρεπέστερης και ουσιαστικότερης έκφρασης από τον ορυμαγδό «ανά τας οδούς και αγυιάς» της χώρας. Άνθρωποι ποιότητας, βάθους, και ουσίας ήταν εκείνοι που έδειξαν στο παρελθόν, ο καθένας στο είδος του, με το παράδειγμα του έργου, των ιδεών και της δράσης τους, τον δύσκολο δρόμο του ελληνικού εθνικισμού, τον δρόμο που μέσα από την άοκνη προσπάθεια, την αυτοπειθαρχία, την ανδρεία, την λελογισμένη «ριψοκινδυνότητα», την ευρύτητα της παιδείας τους, τις πολιτισμικές τους παρακαταθήκες, την ευφυΐα και την χαρισματικότητα της προσωπικότητάς τους, οδήγησε στην ανάταξη του έθνους των Ελλήνων. Τέτοιους ηγέτες χρειάζεται σήμερα ο εθνικισμός στην Ελλάδα, για να προτάξει και πάλι την εγγενή και υπολανθάνουσα πνευματική, πολιτισμική, πολιτική και στρατιωτική της δύναμη, προϋπόθεση (και όχι αποτέλεσμα) της οικονομικής της ανασυγκρότησης, μέσα σε ένα τραχύ, ταραχώδες και επικίνδυνα κλυδωνιζόμενο διεθνές στερέωμα που απειλεί να την συμπαρασύρει σε μια επερχόμενη «ρουφήχτρα του Μάελστρομ». Ηγέτες που θα αχθούν στο ύψος των περιστάσεων και θα διαμορφώσουν το νέο Ελληνικό Πνεύμα, την νέα Ελληνική Γραμμή, το νέο Ελληνικό Σθένος, σε πείσμα του κάθε εθνομηδενιστή νυχτοκόρακα της αριστεράς, του κάθε γλοιώδους γρυλασπάλακα της δεξιάς, και του κάθε τυχάρπαστου αναρριχητή και ποταμίσιου λεμβούχου του άμορφου, παχύρευστου και ιξώδους πολιτικού «κεντρώου» ιζήματος, του επιζητούντος την αμφίφυλη «γλύκα του μεσαίου».

Και κάτι τελευταίο και φαρμακερό. Ας γνωρίζουν οι απανταχού μικρόνοες πατριδέμποροι και εθνομπακάληδες ότι: ο υγιής εθνικισμός στην Ελλάδα δεν εκφράσθηκε ποτέ μέσα από ενστικτώδεις ιαχές αγροτοποιμένων, απόβλητα κοινωνικά λούμπεν (κατακάθια) της νύχτας, ή παλιάτσους ενδεδυμένους την στολή του Ζορό, του Ζίγκφριντ, των Βαλ-κυριών, των χηνόφτερων Ιταλών κολονέλων και των τουρκογενών Βόσνιων της μεραρχίας «Χατζάρι» των SS. Ο ελληνικός εθνικισμός εκφράσθηκε πάντοτε μέσα από ηγετικές φυσιογνωμίες του πνεύματος, της επιστήμης, της επιχειρηματικότητας και της τέχνης, πολεμικής και καλλιτεχνικής. Άνευ αυτών ουδέν εστί γενέσθαι. Γενόσημα, υποκατάστατα, υπόθετα και απομιμήσεις έχουν, όλα τους, ημερομηνία λήξεως. Και «οι καιροί ου μενετοί εν πολέμω».

Η αβεβαιότητα του πέρα-δώθε της αγχιβασίας, της ιδεολογικής «θολούρας του “είπα-ξείπα” και του “είμαστε-δεν είμαστε” αυτό που νομίζετε ότι είμαστε ή δεν είμαστε και που κάναμε ή δεν κάναμε», τα τρεκλίσματα μπροστά στο θάμβος των υστερικών λαοσυνάξεων της Νυρεμβέργης και οι κακέκτυπες απομιμήσεις του «ein Volk, ein Reich, ein Führer! Sieg Heil! Sieg Heil! Sieg Heil! (έτσι, εις τριπλούν!)», προτάγματος συμβατού ίσως με την ψυχολογία των Γερμανών επιγόνων των Βίκινγκς και των Βανδάλων, οφείλει να δώσει την θέση της στον «εφ’ όπλου λόγχη» ελληνικό, και μόνον ελληνικό, ενσυνείδητο βηματισμό.

Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, η επανάσταση των νέων της Ελλάδας, που πλαισιώνουν μαζικά και άδολα τον εθνικισμό, έχοντας στο μυαλό και στην καρδιά τους την Ελλάδα, και μόνον την Ελλάδα, δεν πρέπει να προδοθεί. Γιατί ο εθνικισμός δεν είναι παρά η ζωντανή πολιτισμική αφήγηση ενός ομογενούς και ομοούσιου έθνους, η εδραζόμενη, αρμονικά και αδιαίρετα, τόσο στο φυλετικό όσο και στο κοινωνικό του υπόβαθρο. Και η αφήγηση αυτή έχει ρίζες υπόγειες, θρεμμένες από το αίμα και το χώμα της ελληνικής γης, έχει κορμό και κλαδιά και φύλλα που αναπνέουν με τον αέρα της, έχει άνθη και καρπούς που τους γεννά ένα αειθαλές υπεραιωνόβιο δέντρο, το δέντρο της ζωής του λαού των Ελλήνων. Ο Ελληνικός Εθνικισμός είναι πάνω απ’ όλα μια πρόταση πολιτισμού που αφορά ολόκληρη την Ανθρωπότητα. Είναι το ένδοξο παρελθόν των Ελλήνων που επιζητά να γίνει ξανά το Μέλλον, μέλλον δικό τους και μέλλον της οικουμένης. Και όσοι θεωρούν όλα αυτά ως «φωνή βοώντος εν τη ερήμω», ας αναλογισθούν ότι ήταν εκείνη η φωνή που οδήγησε στην «επανάσταση της ερήμου». Η έρημος πάντα είχε, έχει και θα έχει, ζωοφόρες και ανατρεπτικές ιδιότητες.

Χρίστος Γούδης
Δημοτικός Σύμβουλος
με την Ελληνική Αυγή
στον Δήμο Αθηναίων



Υ.Γ.: Το κείμενο αυτό εγράφη στις αρχές του νέου έτους, αμέσως μετά την προκήρυξη των εθνικών εκλογών της 25ης Ιανουαρίου 2015, αλλά επελέγη από τον συγγραφέα να δημοσιοποιηθεί μετά την διενέργειά τους (στο περιοδικό Patria, στο τεύχος 43 του Μαρτίου-Απριλίου 2015 που μόλις κυκλοφόρησε), για να μην θεωρηθεί ότι εξυπηρετούσε την οποιαδήποτε κομματική σκοπιμότητα.

http://www.dimokratianews.gr/