Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

Εφαρμοσμένη Εγκληματολογία: Έλεγχος και Ταυτοποίηση Εγκλήματος - Όπλου/Ιχνών στην Ελλάδα



Συνέντευξη του κου Γεωργίου Ραυτογιάννη – Ειδικός Εξεταστής Πυροβόλων Όπλων και Ιχνών Εργαλείων / Βαλλιστικός

Ερώτηση

1. Η ιδιότητα σας είναι «Ειδικός Εξεταστής Πυροβόλων Όπλων και Ιχνών Εργαλείων / Βαλλιστικός». Εξηγήστε μας τί ακριβώς σημαίνει αυτό και ποιά είναι η επιστήμη στην οποία εντάσσεται το έργο σας;

Απάντηση

Είμαι μόνιμο μέλος της Διεθνούς Ένωσης Εξεταστών ASSOCIATION OF FIREARM AND TOOL MARK EXAMINERS, Πρόεδρος της Επιτροπής Δεοντολογίας της Ελληνικής Ένωσης Εγκληματολογικών Επιστημών και η πολυετής μου εμπειρία πηγάζει από χιλιάδες υποθέσεις με τις οποίες έχω ενασχοληθεί στα Κρατικά Εργαστήρια της ΕΛ.ΑΣ. από τα οποία προέρχομαι και τις εκπαιδεύσεις τις οποίες είτε έχω λάβει σε χώρες του εξωτερικού, είτε έχω συμμετάσχει ως εκπαιδευτής, όπως για την ίδρυση Εγκληματολογικών Εργαστηριών, εκτός Ελλάδος για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πρόγραμμα FORENSICS I & II και συγκεκριμένα στην Γάζα της Παλαιστίνης.

Η επιστημονική αξιοποίηση των ιχνών καλύκων και βολίδων πυροβόλων όπλων με την χρήση συγκριτικών μικροσκοπίων και την συγκριτική τους αντιπαραβολή υιοθετήθηκε και αναγνωρίστηκε από την ακαδημία του FBI την δεκαετία του 1930.

Στις μέρες μας όλες οι σύγχρονες αστυνομικές – εγκληματολογικές υπηρεσίες χρησιμοποιούν την ανωτέρω μέθοδο με απώτερο σκοπό την απόδειξη της τυχόν σύνδεσης – σχέσης ενός υπόπτου όπλου με ανευρεθέντα στον τόπο τέλεσης ενός εγκλήματος πειστήρια (κάλυκες και βολίδες).



Η επιστημονικοτεχνική αξιοποίηση των ιχνών εργαλείων, γίνεται με την χρήση συγκριτικών μικροσκοπίων και με απώτερο σκοπό την απόδειξη της τυχόν σύνδεσης – σχέσης είτε ενός υπόπτου όπλου τα μέρη του οποίου παρήχθησαν με την χρήση εργαλείων, είτε ενός ύποπτου εργαλείου ως οργάνου, με τις ιχνοφόρες επιφάνειες καλύκων – βολίδων, καθώς και λοιπών αντικειμένων που βρέθηκαν στον τόπο τέλεσης ενός εγκλήματος.

Με βάση την Αρχή ότι τα όργανα – εργαλεία που χρησιμοποιούνται, λόγω μεγαλύτερου Δείκτη Σκληρότητας από τις επιφάνειες τις οποίες επεξεργάζονται ή πλήττουν, εγκαταλείπουν – προκαλούν στα διάφορα μέρη – επιφάνειες που ήρθαν σε επαφή, ίχνη με μορφή «εντυπώματος – παραμόρφωσης» ή «γραμμώσεων – αποξέσεων», καθορίζεται σε συνδυασμό με την τοπογραφία των ιχνών αυτών, ο βαθμός ομοιότητας μεταξύ τους, ομοιότητα η οποία προκύπτει, αφενός μεν από την παραδοσιακή οπτική μέθοδο συγκριτικής αντιπαραβολής, αφετέρου δε, ποσοτικοποιείται με την εφαρμογή καλά καθορισμένων μετρήσεων.

Στη σύγχρονη εποχή, ο όρος Επιστήμη, δηλώνει το σύστημα απόκτησης γνώσης με βάση την επιστημονική μεθοδολογία που βασίζεται στην επιστημονική έρευνα, καθώς και στην οργάνωση και ταξινόμηση της αποκτώμενης με αυτόν τον τρόπο γνώσης.

Η επιστημονική μέθοδος περιλαμβάνει τα ακόλουθα βήματα και χαρακτηρίζεται από την επαναλαμβανόμενη εκτέλεση τους:

Παρατηρήσεις πάνω σε ένα φυσικό φαινόμενο (ως όρος προσδιορίζει την οποιαδήποτε μεταβολή της φυσικής ιδιότητας (κατάστασης) ενός σώματος υπό οποιεσδήποτε συνθήκες ή δυνάμεις που επιδρούν σ’ αυτό) ή ομάδα φυσικών φαινομένων.

Σχηματισμός μιας γενικής υπόθεσης (μοντέλου) η οποία είναι συνεπής με τις παρατηρήσεις που έγιναν (μπορεί δηλαδή να τις εξηγήσει).

Χρησιμοποίηση της υπόθεσης για να γίνουν προβλέψεις για την ύπαρξη άλλων φυσικών φαινομένων ή για τα ποσοτικά αποτελέσματα νέων παρατηρήσεων σε ότι αφορά το ίδιο φαινόμενο.

Εξέταση των προβλέψεων που έγιναν με επιπρόσθετες παρατηρήσεις και διεξαγωγή πειραμάτων και αναθεώρηση της υπόθεσης, έτσι ώστε να είναι συνεπής και με τα νέα δεδομένα.

Τα δύο τελευταία βήματα επαναλαμβάνονται συνεχώς, ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό την ισχύ της υποθέσεως μέσα στα όρια της ακρίβειας των παρατηρήσεων.

Όταν η αλήθεια μιας υπόθεσης έχει εξακριβωθεί διαμέσου παρατηρήσεων, πειραμάτων και κριτικής σκέψης, τότε γίνεται αποδεκτό ότι αποτελεί μια ικανοποιητική αναλυτική – συστημική προσέγγιση της πραγματικότητας και έτσι αποκτά την θέση της επιστημονικής θεωρίας.

Οι προβλέψεις της θεωρίας αυτής εξακολουθούν να ελέγχονται και είναι πιθανό μελλοντικές παρατηρήσεις και πειράματα να την καταρρίψουν, οπότε διατυπώνεται μια νέα, βελτιωμένη και γενικότερη υπόθεση, η οποία εξηγεί τόσο τις προηγούμενες, όσο και τις νέες παρατηρήσεις.

Η επιστημονική έρευνα χωρίζεται σε βασική και εφαρμοσμένη.

Βασική έρευνα γίνεται κυρίως από πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα ενώ εφαρμοσμένη γίνεται και από τεχνολόγους.

Η βασική έρευνα γίνεται για την προώθηση της ανθρώπινης γνώσης χωρίς προσδοκίες για άμεσα απτά οφέλη. Παρ’ όλα αυτά τα αποτελέσματα της βασικής έρευνάς είναι το θεμέλιο για την εφαρμοσμένη και πολλά ερευνητικά έργα που στην αρχή φαινόντουσαν άνευ πρακτικής σημασίας κατέληξαν σε πραγματικές τεχνολογικές επαναστάσεις (όπως το λέιζερ).

Η βασική εφαρμοσμένη έχει σαν προορισμό την επίλυση πρακτικών προβλημάτων του σύγχρονου κόσμου και όχι την παραγωγή επιστημονικής γνώσης αυτής καθαυτής. Χρησιμοποιεί δε ως βάση, την βασική έρευνα.

Πχ: Βασική –> Ακτίνες Χ

Εφαρμοσμένη –> Αξονικός τομογράφος

Ποια είναι όμως, τα πεδία επιστημονικής εξειδίκευσης στις βλητικές και βαλλιστικές εν γένει εξετάσεις, από τα οποία αντλούν τις αρχές οι εξεταστές Πυροβόλων Όπλων & Ιχνών Εργαλείων?

Τα βασικότερα επιστημονικά πεδία, είναι:

Η Μηχανολογία στο πεδίο των κατασκευών που σχετίζεται με την ακολουθούμενη μεθοδολογία της κατασκευής και εμπεριέχει την επιστημονικοτεχνική εκείνη γνώση που κρίνεται αναγκαία για την κατανόηση της προέλευσης, δηλαδή πως παράγονται τα ίχνη, την αρχή της μοναδικότητας, δηλαδή γιατί είναι μοναδικά, αλλά και για την κατανόηση του τί σημαίνει ίχνη δηλαδή ατομικά χαρακτηριστικά, είτε αυτά αφορούν ταυτοποιήσεις, είτε αυτά αφορούν διαφοροποιήσεις, είτε αυτά αφορούν επανεμφανίσεις. Ουσιαστικά, η μηχανολογία αποτελεί εφαρμοσμένη φυσική που αντλεί γνωστικά αντικείμενα κυρίως από την μηχανική, θερμοδυναμική και κβαντική φυσική. Είναι η επιστήμη, που παρεμβαίνει στην ύλη, στην σύνθεση, στην δομή, στις ιδιότητες της ύλης και ιδιαίτερα στις μοριακές μεταβολές της υφής της.

Η βαλλιστική αποτελεί ένα πολύ μεγάλο πεδίο έρευνας αλλά το κομμάτι της που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, είναι η εγκληματολογική βαλλιστική. Με απλά λόγια, πως μεταφέρονται τα ίχνη, όταν πυροβολώ με ένα όπλο, για ποιο λόγο τα ευρήματα συσχετίζουν το όπλο που πυροβόλησε, γιατί γνωρίζουμε ότι το όπλο που βρέθηκε, έβαλε την βολίδα που σκότωσε το θύμα.

Η Φυσική στο πεδίο της βλητικής φυσικής, που είναι η επιστήμη και η τέχνη, η οποία έχει ως αντικείμενο έρευνας και μελέτης την εκτόξευση / βολή, την κίνηση, την συμπεριφορά και τα αποτελέσματα επί των στόχων, διαφόρων τύπων βλημάτων, όπως για παράδειγμα βολίδων, βλημάτων πυροβολικού, βομβών, ρουκετών, πυραύλων κ.λπ. Ουσιαστικά, η βλητική αποτελεί εφαρμοσμένη φυσική που αντλεί γνωστικά αντικείμενα κυρίως από την μηχανική, θερμοδυναμική και μηχανική των ρευστών (αεροδυναμική – υδροδυναμική).

Διακρίνεται σε:

Εσωτερική βλητική. Η οποία μελετά τις προωθητικές ύλες και την φάση της επιτάχυνσης του βλήματος μέσα στην κάννη του πυροβόλου.

Μεταβατική βλητική. Η οποία μελετά την συμπεριφορά του βλήματος την στιγμή της εξόδου του από την κάννη του πυροβόλου.

Εξωτερική βλητική. Η οποία μελετά τους παράγοντες που επιδρούν στην κίνηση του βλήματος στην ατμόσφαιρα.

Τερματική βλητική. Η οποία μελετά τα αποτελέσματα της πρόσκρουσης του βλήματος επί του στόχου, υποδιαίρεση της οποίας είναι και η τραυματική βλητική.

Η βλητική λοιπόν, μπορεί να χρησιμοποιηθεί με πολλούς τρόπους: Από την μία αν γνωρίζεις τους νόμους που την διέπουν, μπορείς να αναπτύξεις στην γραμμή παραγωγής αποτελεσματικότερα όπλα, από την άλλη μπορείς να εξαγάγεις πολλά συμπεράσματα στον τόπο ενός εγκλήματος. Μπορείς να καταλάβεις από που πυροβολήθηκε κάποιος, με τί όπλο, τί βλήματα χρησιμοποιήθηκαν, την απόσταση από την οποία πυροβολήθηκε, όπως επίσης και γιατί προξενήθηκαν τα συγκεκριμένα βλητικά αποτελέσματα τον στόχο.

Η Ιατρική στο πεδίο της τραυματικής βλητικής, είναι η επιστήμη που μελετά, την επίδραση της εισόδου βλημάτων διαφορετικού διαμετρήματος και διαφορετικής ταχύτητας στους ανθρώπινους ιστούς και στα επιμέρους σημεία του ανθρώπινου σώματος, όπως εγκέφαλος και θώρακας αυτού, αναλύει τις παθολογικές καταστάσεις που δύναται να δημιουργηθούν, περιγράφει τον τρόπο ιατρικής και νοσηλευτικής αντιμετώπισής τους, καθώς και εάν είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε θάνατο ή μόνιμες αναπηρίες και παράλληλα, προσδιορίζει με την βοήθεια βαλλιστικών, από την έκταση του τραύματος την μορφολογία του τραυματικού πόρου και άλλους εν γένει προσδιοριστικούς παράγοντες, την κινητική ενέργεια των βλημάτων, πιθανούς προηγηθέντες ή εσωτερικούς εποστρακισμούς, την μορφολογία και το διαμέτρημα των βλημάτων και την απόσταση βολής.

Τα τραυματικά αποτελέσματα που προκαλούν τα βλήματα των όπλων σε ανθρώπινους ιστούς, παρατηρούνται σε ειδικό υλικό εξομοίωσης (gelatinblock), όπου και συγκρίνονται, ανάλογα με τον τύπο και το διαμέτρημα του όπλου. Επίσης εμφαίνεται ο σχηματισμός της μόνιμης σπηλαίωσης – κοιλότητας, ενδεικτικός διέλευσης, αλλά και της προσωρινής σπηλαίωσης – κοιλότητας, ενδεικτικός εκτόνωσης της κινητικής ενέργειας.

Η Φυσική στο πεδίο της οπτικής φυσικής, που είναι η επιστήμη και η τέχνη, η οποία έχει ως αντικείμενο έρευνας και μελέτης την εκμετάλλευση επιστημονικοτεχνικών επιτευγμάτων, για την αξιοποίηση μεγεθυντικών φακών, πρισμάτων, φίλτρων φωτός κ.ο.κ., με κύριο στόχο την παρατήρηση μικροσκοπικών αντικειμένων και κατ’ επέκταση την αναγνώριση των ατομικών χαρακτηριστικών, με την χρήση των συγκριτικών μικροσκοπίων.

Η Πληροφορική στο πεδίο της εκπόνησης προγραμμάτων, για την πραγματοποίηση εργασιών ή για την επίλυση δεδομένων προβλημάτων. Ο προγραμματισμός περιλαμβάνει επίσης τον έλεγχο του προγράμματος για την επαλήθευση της ακρίβειάς του και την προπαρασκευή των οδηγιών με τις οποίες ένας υπολογιστής θα εκτελέσει τις εργασίες που καθορίζονται στις προδιαγραφές του προγράμματος. Θεμελιώδη ρόλο στον υπολογιστικό προγραμματισμό διαδραματίζουν οι βάσεις δεδομένων, οι οποίες εμπεριέχουν συλλογές από συστηματικά οργανωμένα και σχετιζόμενα δεδομένα, παρέχοντας βάσει του σχεδιασμού και του τρόπου ιεράρχησης των δεδομένων τους, προγράμματα ή συλλογές προγραμμάτων, τα αποκαλούμενα συστήματα διαχείρισης περιεχομένου, με δυνατότητα γρήγορης άντλησης και ανανέωσης των δεδομένων.

Τα μαθηματικά και η στατιστική στο πεδίο των αναγνωρίσεων και ταυτοποιήσεων.Τα Μαθηματικά είναι η επιστήμη που μελετά θέματα που αφορούν την ποσότητα (δηλαδή τους αριθμούς) την δομή (δηλαδή τα σχήματα), το διάστημα, την μεταβολή, τις σχέσεις όλων των μετρήσιμων αντικειμένων της πραγματικότητας και της φαντασίας μας. Μέσω της χρήσης της αφαίρεσης και της λογικής σκέψης, τα μαθηματικά αναπτύχθηκαν από την καταμέτρηση, τους υπολογισμούς, την μέτρηση, και την συστηματική μελέτη των σχημάτων και των κινήσεων των φυσικών αντικειμένων. Οι μαθηματικοί ερευνούν αυτές τις δομές και προσπαθούν να σχηματίζουν υποθέσεις και να εξακριβώνουν την αλήθεια ή το ψεύδος τους μέσω αυστηρών κανόνων συνεπαγωγής και έχοντας ως βάση ορισμένα αξιώματα και ορισμούς.

Η Στατιστική είναι μία μεθοδική μαθηματική, παλαιότερα τεχνική και σήμερα επιστήμη που επιχειρεί να εξαγάγει έγκυρη γνώση χρησιμοποιώντας εμπειρικά δεδομένα παρατήρησης, ή πειράματος. Κύριο αντικείμενο έρευνας και μελέτης της Στατιστικής είναι η συλλογή, ταξινόμηση, επεξεργασία, παρουσίαση, ανάλυση και ερμηνεία διαφόρων δεδομένων με απώτερο στόχο την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για λήψη ορθών αποφάσεων.

Σύμφωνα με τον ορισμό της, που καθορίστηκε στην δεκαετία του 1950, “Στατιστική είναι σύνολο μεθόδων που καθοδηγούν στη λήψη ορθών αποφάσεων σε περιπτώσεις αβεβαιότητας” τονίζεται η εννοιολογική διάκριση του συνόλου των στοιχείων ενός φαινομένου και το σύνολο των μεθόδων που εξετάζουν τα φαινόμενα, ως προς τον κοινό σκοπό.

Η Χημεία στο πεδίο των στοιχείων του χημικού περιοδικού πίνακα και των χημικών ενώσεων που περιλαμβάνουν και τα κατάλοιπα πυροβολισμού και τα κατάλοιπα της πυρίτιδας. Η Χημεία είναι η επιστήμη, που μελετά την ύλη, την σύνθεση, την δομή, τις ιδιότητες της ύλης και ιδιαίτερα τις μεταβολές της σύστασής της, μέσω των χημικών αντιδράσεων και χημικών ενώσεων ή συσσωματώσεων. Αναφορικά με τα κατάλοιπα, εξετάζει: από πού προέρχονται, πως παράγονται, πως εναποτίθενται στα χέρια αυτού που πυροβόλησε, ποια η διαφορά καταλοίπων πυροβολισμού με τα κατάλοιπα πυρίτιδας, ποια στοιχεία του χημικού περιοδικού πίνακα που πρέπει να είναι παρόντα σε πυροβολισμό, που αλλού εναποτίθενται, ποια είναι η χρονική διάρκεια παραμονής τους, ποιά η σημασία της άμεσης δειγματοληψίας, πως ανιχνεύονται, ποιά η σημασία του προσδιορισμού του χεριού στο οποίο βρέθηκαν κατάλοιπα πυροβολισμού, τι σημαίνει η μη ανίχνευσή τους και πως αξιολογούνται.

Τι εμπεριέχουν τα κατάλοιπα πυροβολισμού? Ποια η διαφορά τους με τα κατάλοιπα πυρίτιδας?

Τα κατάλοιπα πυροβολισμού αποτελούνται από συσσωματώσεις στοιχείων του χημικού περιοδικού πίνακα και δύναται επιπρόσθετα να παρατηρηθούν οπτικά με ηλεκτρονικό μικροσκόπιο σάρωσης, (ScanningElectronMicroscopy – SEM) με αναλυτική τεχνική φθορισμομετρίας ακτίνων – Χ [EnergyDispersive Χ – RayFluorescence (EDXRF).

ΕνδεικτικέςΣυσσωματώσεις: Μόλυβδος (Mb), Βάριο (Ba), Αντιμόνιο (Sb) {Κύρια Στοιχεία}

Αργίλιο (Al), Θείο (S), Κασσίτερος (Sn), Ασβέστιο (Ca), Κάλιο (K), Χλώριο (Cl) {Συχνά περιλαμβανόμενα Στοιχεία}.

Μέρος των καταλοίπων πυροβολισμού εκτοξεύεται και από το εμπρόσθιο τμήμα της κάννης του όπλου που πυροβόλησε σε μικρότερη όμως απόσταση από τα κατάλοιπα άκαυστης πυρίτιδας, τα οποία λόγω της μάζας τους, αποκτούν μεγαλύτερη κινητική ενέργεια.

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται, ότι τα κατάλοιπα πυροβολισμού δεν πρέπει να συγχέονται με τα κατάλοιπα πυρίτιδας, τα οποία αφορούν οργανική χημική ένωση και ανιχνεύονται με διαφορετικές χημικές μεθόδους, όπως: Αντιδραστήριο Διφαινυλαμίνης & Griess Test.

Η Βιολογία στο πεδίο της χρήσης όπλων, πυρομαχικών, εργαλείων και εν γένει αντικειμένων που σχετίζονται με αυτά. Ειδικότερα αξιολογείται η χωροταξική θέση που βρέθηκαν βιολογικά υλικά, σε σχέση με την λειτουργία ενός συγκεκριμένου αντικειμένου.

Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω, γεννάται το ερώτημα, δύναται κάποιος Ειδικός Εξεταστής Πυροβόλων Όπλων και Ιχνών Εργαλείων / Βαλλιστικός, να κατέχει το σύνολο των αναφερόμενων γνώσεων στα παραπάνω επιστημονικά εν συνόλω πεδία?

Η απάντηση βεβαίως είναι αρνητική, εκείνο που πρέπει όμως και έχει εκπαιδευτεί να κατέχει, είναι οι αρχές των επιστημών αυτών σε σχέση με την ειδικότητά του και γνώση να ανατρέχει στον ανά επιστημονικό πεδίο εξειδικευμένο ειδικό, προκειμένουνα εξαγάγει αποτελέσματα αναλύσεων – εξετάσεων, την ερμηνεία των οποίων θα αναγάγει στα συμπεράσματά του.

Άλλωστε δεν πρέπει να παραβλέπουμε την ρήση του Paul Kirk 1902-1970 ότι:

«Η εφαρμοσμένη εγκληματολογία παρουσιάζει

την πολυπλοκότητα της Νομικής

την υπευθυνότητα της Ιατρικής και

την παγκοσμιότητα της Επιστήμης»

Ερώτηση

2. Είστε επίσημος πραγματογνώμονας των ελληνικών δικαστικών αρχών; Ποια διαδικασία ακολουθείται για να γίνει κάποιος πραγματογνώμονας;

Απάντηση

Είμαι εγγεγραμμένος στους πίνακες Πραγματογνωμόνων των Δικαστηρίων της χώρας.

Η διαδικασία που ακολουθείται για την εγγραφή στους πίνακες, εμπεριέχει το στοιχείο μιας τυπικής διαδικασίας που δεν ενασχολείται όσο θα έπρεπε με την ουσία του θέματος αναφορικά με το ποιοι κατέχουν τα ουσιαστικά εκείνα προσόντα που προέρχονται από κανόνες αποδεδειγμένης γνώσης (επιστήμης, τέχνης και εμπειρίας, σύμφωνα με τον ΚΠΔ).

Σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες συγκέντρωσης αποδεικτικών μέσων, όπως αυτοί επιβεβαιώθηκαν εκ νέου από το Ανώτατο Δικαστήριο τις ΗΠΑ στην απόφαση κατά DaubertMerrellDowPharmaceuticals, απαιτήθηκαν τα ακόλουθα κριτήρια τα οποία πρέπει να καθοριστούν προτού οι επιστημονικές αποδείξεις γίνουν αποδεκτές:

1. Ελεγξιμότητα της Επιστημονικής Αρχής.

2. Γνωστές ή Πιθανές Τιμές Σφάλματος.

3. Αλληλοαξιολόγηση και Επαναληψιμότητα.

4. Γενική αποδοχή της ακολουθούμενης μεθοδολογίας.

Υπάρχουν πολλά σημαντικά ζητήματα που έχουν προκύψει ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης των θεμάτων που σχετίζονται με την αναγνώριση των πυροβόλων όπλων και των ιχνών εργαλείων, συμπεριλαμβανομένων και νομικών απαιτήσεων:

1. Χαρακτηρίζεται η βαλλιστική ταυτοποίηση ως επιστήμη;

Και αν ναι, έχει δοκιμαστεί η χρήση επιστημονικών μεθόδων και ποίων;

2. Ποια η εκπαίδευση και η εμπειρία του μάρτυρα για να χαρακτηρισθεί ως ειδικός;

3. Η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα αποτελεί ένα προϊόν αξιόπιστων αρχών και μεθόδων;

4. Μπορεί ο ειδικός να έχει την απαιτούμενη δυνατότητα επικοινωνίας, ώστε να παρέχει στον δικαστή και τους ενόρκους τις δέουσες ανά υπόθεση πληροφορίες;

Εμείς στην Ελληνική Ένωση Εγκληματολογικών Επιστημών, στην οποία έχω την τιμή να είμαι Πρόεδρος της Επιτροπής Δεοντολογίας, έχουμε θεσπίσει μέσω του Καταστατικού μας τους προαπαιτούμενους εκείνους κανόνες, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, προκειμένου να είναι κάποιος τακτικό μέλος της ΕΝΩΣΗΣ μας και κατ’ ακολουθία να δύναται να ανταποκριθεί στις ανακύπτουσες απαιτήσεις.

Ερώτηση

3. Κατά πόσο θεωρείται αξιόπιστα τα αποτελέσματα μιας τέτοιας εξέτασης την οποία κάνετε; Υπάρχει βαθμός βεβαιότητας ως προς το κάθε αποτέλεσμα ή όλα μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση;

Απάντηση

Η επιστήμη αποτελεί ένα φορέα συστηματικών γνώσεων με σαφώς καθοριζόμενες αρχές. Από την ένωση εξεταστών πυροβόλων όπλων και ιχνών εργαλείων, ορίζεται σαφώς ότι η θεωρία της ταυτοποίησης των πυροβόλων όπλων και της αναγνώρισης των ιχνών εργαλείων είναι μια επιστήμη. Όταν διενεργούνται μελέτες ταυτοποίησης σε πυροβόλα όπλα με την χρήση επιστημονικών μεθόδων και με συνέπεια αποφέρουν τα ίδια αποτελέσματα, το πεδίο αυτό, αναγνωρίζεται ως “επιστημονικά” αξιόπιστο. Η κατάταξη αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική, για την χρήση των πυροβόλων όπλων, ως πειστηρίων στο δικαστήριο. Η επιστημονική μεθοδολογία δηλώνει ότι επτά βασικά βήματα πρέπει να ακολουθηθούν για να εξασφαλίσουν ακριβή και συνεπή αποτελέσματα. Τα βήματα αυτά περιλαμβάνουν:

1. Αναγνώριση του προβλήματος.

2. Συλλογή πληροφοριών σχετικά με το πρόβλημα.

3. Τυποποίηση μια υπόθεσης.

4. Έλεγχος της υπόθεσης με πειραματισμό.

5. Καταγραφή και ανάλυση πειραματικών δεδομένων.

6. Εκπόνηση συμπεράσματος.

7. Επανάληψη της εργασίας για επιβεβαίωση του αποτελέσματος.

Από πού προκύπτει η αρχή της μοναδικότητας και ποια είναι η επιστημονική της βάση? Η αρχή της μοναδικότητας, ως αποτέλεσμα ενεργειακής μεταβολής που επηρεάζει την ύλη, πηγάζει από:

Τις εξισώσεις του Maxwell στην ύλη, με βάση τις οποίες για δεδομένη γεωμετρία και αρχικές συνθήκες, υπάρχει μία και μόνο μία λύση.

Στα πλαίσια της σχετικιστικής ηλεκτροδυναμικής, οι 4 εξισώσεις του Μάξγουελ μπορούν να διατυπωθούν υπό συμπαγή μορφή ως δύο τανυστικές εξισώσεις που σέβονται την αρχή της σχετικότητας.

Την παρατήρηση ιδιαίτερων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του Δανού Φυσικού Νίλς Μπορ, ο οποίος τον Σεπτέμβριο του 1927, υπέβαλε την αρχή συμπληρωματικότητας, που έδωσε μια φυσική ερμηνεία των σχέσεων αβεβαιότητας του Χάιζενμπεργκ.

Πρότεινε την συμπληρωματικότητα των αντιλήψεων και των εικόνων, του σωματίου – κύματος, των συζευγμένων μεταβλητών, της κβαντικής εξέλιξης – κλασσικές μετρήσεις κ.λπ. σαν μια πλήρως νέα ερμηνεία των θεμελίων της κβαντικής θεωρίας.

Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε, ήταν ότι οι ενδείξεις που λαμβάνονται για τα αντικείμενα ατομικού μεγέθους, κάτω από διαφορετικές πειραματικές συνθήκες, δεν μπορούν να σχηματίσουν μια μοναδική εικόνα για το αντικείμενο, αλλά πρέπει να θεωρηθούν ως συμπληρωματικές. Μ’ αυτό εννοούσε ότι μόνο το σύνολο των παρατηρήσεών μας, δηλαδή μόνον όλες μαζί οι εκδηλώσεις του φαινομένου, εξαντλούν όλες τις δυνατές πληροφορίες για τα αντικείμενα. (Τα αντίθετα είναι συμπληρωματικά).

Μαζί με το Αξίωμα της Απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ και τα κύματα πιθανότητας του Μαξ Μπορν, αυτή η αρχή εμφανίστηκε στο προσκήνιο στη διάσκεψη του Solvay του 1930 (η τελευταία φορά που την παρακολούθησε ο Αϊνστάιν) ως πιο αυθεντική και ως η ευρύτατα αποδεκτή θεωρία, για να περιγράψει τα ατομικά φαινόμενα.

Ο Μπορ σκέφθηκε ότι οι ιδέες του σχετικά με τη συμπληρωματικότητα μπορούν να παίξουν ένα σπουδαίο ρόλο σε άλλα πεδία εκτός από την κβαντική φυσική και εργάστηκε πάνω σε αυτές τις ιδέες σε όλο το υπόλοιπο της ζωής του. Μελέτησε εφαρμογές στη βιολογία, την ψυχολογία και την επιστημολογία.

Tα ΙΣΟΤΟΠΑ, ως αποτέλεσμα ενεργειακής μεταβολής. Χημικά στοιχεία των οποίων οι πυρήνες έχουν τον ίδιο ατομικό αριθμό, αλλά διαφορετική ατομική μάζα. Αυτό σημαίνει ότι τα ισότοπα στοιχεία έχουν τον ίδιο αριθμό πρωτονίων, αλλά διαφορετικό αριθμό νετρονίων. Είναι γνωστό ότι ο ατομικός αριθμός των στοιχείων ή η θέση που καταλαμβάνουν στον περιοδικό πίνακα και οι χημικές ιδιότητες που έχουν, συνδέονται ανάλογα. Επομένως, επειδή τα ισότοπα έχουν τον ίδιο ατομικό αριθμό, προκύπτει ότι έχουν την ίδια χημική συμπεριφορά. Διαφέρουν οι φυσικές τους ιδιότητες και πρώτα – πρώτα η μάζα τους. Σ` αυτήν ακριβώς τη διαφορά στηρίζονται διάφορες μέθοδοι για τον διαχωρισμό τους.

Τα ισότοπα πέρα από τη χρησιμότητά τους για τη θεωρητική έρευνα, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις πρακτικές εφαρμογές, όπου κυρίως τα ραδιοϊσότοπα αποτελούν συστατικό στοιχείο διάφορων μεθόδων για τη διάγνωση και θεραπεία ασθενειών, την βελτίωση της παραγωγής στη βιομηχανία ή στη γεωργία. Ακόμα ο τρόπος με τον οποίο μεταστοιχειώνεται το ουράνιο σε μόλυβδο επιτρέπει τον καθορισμό της “ηλικίας” των πετρωμάτων, ενώ η μεταστοιχείωση του ραδιοϊσότοπου του άνθρακα 6C14* (το * σημαίνει ότι είναι ραδιενεργό ισότοπο) επιτρέπει τον καθορισμό της ηλικίας οργανικών ουσιών. Πάντως οι διάφορες χρήσεις των ραδιοϊσοτόπων στηρίζονται στο ότι ελάχιστες ποσότητές τους μπορούν να ανιχνευτούν και να προσδιοριστούν. Στη Βιολογία π.χ. οι χημικές αντιδράσεις, στις οποίες συμμετέχουν, επιτρέπουν τον καθορισμό της διανομής ενός στοιχείου στον οργανισμό, στα διάφορα όργανά του. Μία από τις επιτυχίες του “σημαδεμένου μορίου” μόριο στο οποίο ένα κανονικό άτομο ενός στοιχείου αντικαταστάθηκε από ένα ραδιοϊσότοπο του ίδιου στοιχείου – είναι η διευκρίνιση των πολυάριθμων όψεων της χλωροφυλλικής συνθέσεως.

To DNA είναι ο φορέας των γενετικών πληροφοριών του κυττάρου, όχι μόνον με την έννοια της μεταβίβασης χαρακτηριστικών, αναλλοίωτων από γενεά σε γενεά, αλλά και της ρύθμισης της φυσιογνωμίας εξειδίκευσης κάθε κυττάρου για την επιτέλεση των ιδιαίτερων λειτουργιών του. Το DNA επιτρέπει την δημιουργία γενετικής ποικιλότητας, υφιστάμενο μεταλλάξεις. Τέλος, εμπεριέχει γενετικούς δείκτες, που είναι μοναδικοί για κάθε άνθρωπο, με εξαίρεση τους ομοζυγωτικούς διδύμους.

Με βάση την αρχή ότι τίποτα στην φύση δεν επαναλαμβάνεται ακριβώς όμοια, ακόμα και τα ομοζυγωτικά δίδυμα, έστω εάν έχουν ίδιο γενετικό κώδικα, δηλαδή DNA, παρά ταύτα είναι γνωστό ότι τα αποτυπώματά τους, φέρουν διαφορετικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα εξατομίκευσης τα οποία προκαλούνται από την τριβή των δακτύλων του εμβρύου στα τοιχώματα της μήτρας, έτσι λοιπόν, βάσει της ιδίας αρχής και τα ίχνη που προκαλούνται από τα πυροβόλα όπλα και τα εργαλεία φέρουν εξατομικευμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, για τα οποία ακολουθείται συγκεκριμένη επιστημονική μεθοδολογία, προκειμένου να συγκριθούν και να συσχετισθούν.

Ως αποτέλεσμα συνεργασίας τεσσάρων εργαστηρίων χωρών που μετέχουν στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Εγκληματολογικών Επιστημών – ENFSI: της Ολλανδίας, της Ελβετίας, της Γερμανίας και της Ισπανίας, αναφορικά με συγκριτικές εξετάσεις, μεταξύ άλλων, προέκυψαν και αποτελέσματα, βάσει των οποίων, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην σχετική μελέτη, επανεξετάσθηκε η βάση για την αναγνώριση ιχνών με κύριο στόχο την επιστημονική επιβεβαίωση των συσχετίσεων.

Προέκυψαν αποτελέσματα, μεταξύ δύο καλύκων που βλήθηκαν από διαφορετικά όπλα, με πολύ παρόμοια γραμμικά μοτίβα. Παρότι οι γραμμές δεν έχουν ισομερή διάταξη στο χώρο, η εξέταση των γραμμικών τους μοτίβων, δημιούργησε αμφιβολίες για το εάν έχουμε συσχέτιση ή όχι. Η παρατηρούμενη ομοιότητα ήταν εντυπωσιακή.

Η ταυτοποίηση για τα πυροβόλα όπλα και τα ίχνη εργαλείων, εξελίσσεται συνεχώς κατά τα τελευταία 70 χρόνια, ως άμεσο αποτέλεσμα της νέας επιστημονικής έρευνας και των ανακαλύψεων που έγιναν κατά τη διάρκεια των εξετάσεων, καθώς και την εμπειρία στήριξης αυτών στο δικαστήριο. Μια εξέταση πυροβόλων όπλων είναι ένας συνδυασμός της επιστημονικής σύνδεσης και πληροφοριών σχετικά με στοιχεία που λαμβάνονται από μια υπόθεση. Είναι ευθύνη του εξεταστή για να καθορίσει το είδος της εξέτασης που είναι κατάλληλη σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και τα στοιχεία που του χορηγήθηκαν. Υπάρχουν πολλά διαφορετικά εργαλεία που διατίθενται στους εξεταστές και τα οποία βοηθούν στην ολοκλήρωση μιας εξέτασης, συμπεριλαμβανομένου του ειδικού εξοπλισμού, των ηλεκτρονικών υπολογιστών συστημάτων απεικόνισης, καθώς και της κατάλληλης εκπαίδευσής τους. Οι εξεταστές επίσης, συνεχώς ερωτώνται από δικηγόρους και δικαστές, προκειμένου να εξηγήσουν τις διαδικασίες, τα πρωτόκολλα και τις διαδικασίες που εφαρμόζουν. Υπάρχουν πολλές εξηγήσεις που ο εξεταστής μπορεί να χρησιμοποιήσει για να βοηθήσει στην αντιμετώπιση αυτών των τύπων των ερωτήσεων, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητάς του στα αποτελέσματα των δοκιμών, της AmericanSocietyofCrimeLaboratoryDirectorsLaboratoryAccreditationBoard (ASCLD/LAB) σύμφωνα με τις απαιτήσεις, της AssociationofFirearmandToolMarkExaminers (AFTE) ως προς τις κατευθυντήριες γραμμές, και τα εργαστηριακά πρωτόκολλα. Αυτά τα συμπεράσματα είναι ισχυρά και μπορούν να προκύψουν αν αυτά τα εργαλεία, καταρτίζονται από κοινού και εφαρμόζονται από ένα εξειδικευμένο και έμπειρο εξεταστή.

Πρόσφατα οι εξεταστές διεθνώς, πιέζονται από το γεγονός ότι τους επιβάλλεται να προβαίνουν σε πιο αντικειμενικές ταυτοποιήσεις και από το γεγονός ότι απαιτείται να διατυπώνουν σαφώς την γνώμη τους και τα αποδεικτικά στοιχεία, ενώπιον δικαστή ή των ενόρκων, ότι δηλαδή μια βολίδα ή ένας κάλυκας βλήθηκε από ένα συγκεκριμένο όπλο, καθώς και για τον αποκλεισμό όλων των άλλων. Η παραδοσιακή μέθοδος για την θέσπιση μίας αναγνώρισης γραμμωτών ιχνών εργαλείων, προκύπτει μέσω αναγνώρισης προτύπων. Αν και υποκειμενική, η μέθοδος αυτή έχει κατά κανόνα παράγει αξιόπιστα και έγκυρα αποτελέσματα καθ’ όλη την διάρκεια των ταυτοποιήσεων σε πυροβόλα όπλα. Ένα υποκειμενικό συμπέρασμα για την ερμηνεία των αποτελεσμάτων, βασίζεται στην κατάρτιση και την εμπειρία ενός εξεταστή ή με άλλα λόγια, σε μια αναγνώριση μέσω της υποκειμενικής αντιληπτικής του ικανότητας. Οι διαδικασίες της εξέτασης είναι αυτές που οδηγούν τα αποτελέσματα ενός εξεταστή να βασίζονται σε αντικειμενικές διαδικασίες και γεγονότα. Ωστόσο, ορισμένοι εξεταστές συμφωνούν ότι υπάρχει ανάγκη για ακόμα πιο αντικειμενικά κριτήρια. Η ανάγκη αυτή πηγάζει από εσφαλμένες ταυτοποιήσεις, δυσκολίες των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων κατά τις καταθέσεις τους, επικρίσεις από τη νομική κοινότητα και επιθυμία να αυξηθεί το επίπεδο της εμπιστοσύνης σε ένα εξεταστή, όταν προβαίνει σε μια ταυτοποίηση. Οι υπέρμαχοι ισχυρίζονται ότι ένα αντικειμενικό κριτήριο θα υποστηρίξει τα συμπεράσματα ενός εξεταστή, σε ένα υψηλότερο επίπεδο ασφάλειας και θα δημιουργήσει αποτελέσματα που θα αποδεικνύουν την αξιοπιστία του στο δικαστήριο. Η Διαδοχικότητα Αντιστοίχισης Γραμμώσεων (CMS) με εξειδικευμένα μαθηματικά κριτήρια αναγνώρισης, δημιουργήθηκε για να αντιμετωπιστούν αυτά τα ζητήματα.

Τα πυροβόλα όπλα και οι εξετάσεις ιχνών εργαλείων, βασίζονται σε δύο επιστημονικές έννοιες: την αξιοπιστία και την εγκυρότητα. Αυτές οι έννοιες θα καταδειχθούν με την χρήση της επιστημονικής μεθόδου. Αξιοπιστία ορίζεται ως «ο βαθμός στον οποίο ένα πείραμα, δοκιμή ή μετρητική διαδικασία παράγει τα ίδια αποτελέσματα σε επαναλαμβανόμενες δοκιμές» και «η εγκυρότητα αναφέρεται στο βαθμό με τον οποίο ένα όργανο μέτρησης, μετρά αυτό που προορίζεται να μετρήσει».

Η Διεθνής Ένωση Εξεταστών “TheAssociationofFirearmsandToolMarkExaminers – AFTE”, θέσπισε ζωτικής σημασίας πληροφορίες σχετικά με τα θέματα που σχετίζονται άμεσα με τους εξεταστές πυροβόλων όπλων και ιχνών εργαλείων, όπως αντικειμενικά κριτήρια, απαραίτητα προσόντα και αποδεκτές διαδικασίες εξετάσεων. Τόσο η ASCLD / LAB (TheAmericanSocietyofCrimeLaboratoryDirectorsLaboratoryAccreditationBoard), όσο και το AFTE παρέχουν αντικειμενικά και ανεξάρτητα πρότυπα, τα οποία βοηθούν να εξασφαλιστεί ότι οι εξεταστές αποδίδουν υψηλής ποιότητας αξιόπιστες εξετάσεις. Στην χώρα μας, όπως προανέφερα η Ελληνική Ένωση Εγκληματολογικών Επιστημών, θέσπισε με το άρθρο 12 παράγραφος 1, του καταστατικού της, ανάλογους κανόνες που απαιτούνται, προκειμένου κάποιος να δύναται να είναι μέλος της, κάτι που εκτιμάται ότι θα πρέπει να ισχύσει και για τους κατ’ έτος καταρτιζόμενους Πίνακες Πραγματογνωμόνων των Δικαστηρίων της χώρας.

Αν και στα διενεργηθέντα διεργαστηριακά τεστ, τα ποσοστά σφάλματος είναι χαμηλά, ακόμη και τα μικρά λάθη μπορούν να καταστρέψουν την αξιοπιστία ενός εξεταστή. Επισημάνθηκε ότι τα περισσότερα σφάλματα θα μπορούσαν να αποφευχθούν με την κατάλληλη κατάρτιση, την οργάνωση ανά περίπτωση, την εξάλειψη περιττών πιέσεων, τον έλεγχο πάνω στη δουλειά και την θέσπιση ενός συστήματος κοινής αξιολόγησης.

Η ταυτοποίηση των πυροβόλων όπλων, έχει γίνει αποδεκτή ως μια καθιερωμένη επιστημονική διαδικασία από το AFTE, την νομική κοινότητα και την γενική επιστημονική κοινότητα. Η βάση της αναγνώρισης πυροβόλων όπλων έχει δοκιμαστεί χρησιμοποιώντας την επιστημονική μεθοδολογία, βάσει της οποίας προσδιορίστηκε ότι είναι αξιόπιστη.

Πειράματα που αναλύουν διαδοχικά κατασκευαζόμενες κάνες, τις μεθόδους για την αναγνώριση, καθώς και άλλες μελέτες επιβεβαιώνουν και υποστηρίζουν σταθερά, την θεωρία του AFTE περί αναγνώρισης, η οποία αναφέρει ότι, μια θετική αναγνώριση υφίσταται: «όταν η συμφωνία του συνδυασμού των ατομικών και του συνόλου των διακριτών γενικών χαρακτηριστικών κατηγορίας, είναι σε τέτοια έκταση που η συμφωνία υπερβαίνει εκείνη, η οποία μπορεί να συμβεί κατά την σύγκριση ιχνών ακόμα και του ιδίου γνωστού εργαλείου, μη παράγοντας όμως σαφή και διακριτά αποτελέσματα».

Για την μελέτη των ταυτιζόμενων ιχνών, ως ίχνη προερχόμενα από εργαλεία νοούνται και τα ίχνη επί των καλύκων και των βολίδων, καθότι προέρχονται από πίεση – κρούση και τριβή, επιφανειών με μεγαλύτερο δείκτη σκληρότητας σε επιφάνειες που έχουν μικρότερο δείκτη σκληρότητας, εγκαταλείποντας έτσι επ’ αυτών τα ατομικά τους χαρακτηριστικά, που και επ’ αυτών εγκαταλείφθηκαν κατά τον χρόνο της κατασκευής τους από εργαλεία σκληρότερα από τα εν λόγω μέρη των γραμμών παραγωγής.

Επειδή κατά καιρούς ηνομική κοινότητα αμφισβήτησε ότι τα υποκειμενικά συμπεράσματα είναι αξιόπιστα, παρά τα αντικειμενικά εργαλεία και τα πρωτόκολλα που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια μιας εξέτασης, οι εξεταστές έχουν αμφισβητηθεί στο να στηρίξουν τα συμπεράσματά τους έστω και εάν χρησιμοποιούν αντικειμενικά κριτήρια. Δύο ανάλογες προσεγγίσεις υπάρχουν σήμερα, όταν πραγματοποιείται μία ταύτιση, με την παραδοσιακή μεθοδολογία αναγνώρισης μοτίβων, που εκλαμβάνεται ως μια υποκειμενική διαδικασία αξιολόγησης και αναγνώρισης ταυτοποίησης, σε σχέση με μια συγκεκριμένη αριθμητική καταμέτρηση των διαδοχικών αναγνωρίσεων γραμμών, δηλαδή συνεχόμενων μοτίβων που ταιριάζουν (CMS). Επισημαίνεται ότι και οι δύο αυτές μέθοδοι, μπορούν να δώσουν τα ίδια αποτελέσματα, ωστόσο, έχει γίνει πιο δύσκολο για τους εξεταστές να στηρίξουν πλέον τα συμπεράσματά τους, χωρίς την χρήση των επιστημονικών αρχών και των προκαθορισμένων προτύπων.

Σε κατ’ επανάληψη διενεργηθείσες πειραματικές μελέτες, διαπιστώθηκε, ότι τα αριθμητικά κριτήρια ταυτοποίησης (CMS), ουσιαστικά καταργούν την δυνατότητα μιας λανθασμένης ταυτοποίησης, αλλά μπορεί όμως να οδηγήσουν σε χαμένες ταυτοποιήσεις. Η βασική αρχή των μαθηματικών κριτήριων χρησιμοποιώντας μια αριθμητική ταξινόμηση για την επεξεργασία σειρών γραμμωτών μοτίβων, δηλαδή μεθοδολογία CMS, σχετίζεται με το γεγονός, ότι η εφαρμογή ενός αριθμητικού κατώτατου ορίου σε συνδυασμό με την παραδοσιακή μέθοδο αναγνώρισης μοτίβων θα παρέχει ένα πιο αντικειμενικό πρότυπο για την θέσπιση ταυτοποιήσεων. Ωστόσο, το πιο σημαντικό, για το CMS, είναι ότι έχει σχεδιαστεί με την μέθοδο αριθμητικών κριτηρίων, για να εξαλείψει την δυνατότητα να προβούμε σε μια εσφαλμένη συσχέτιση.

Με αυτούς τους παράγοντες κατά νου, είναι προφανές ότι και οι δύο μέθοδοι περιλαμβάνουν την αξιολόγηση της ποσότητας και της ποιότητας των μοτίβων, ραβδώσεων ή γραμμών. Ως εκ τούτου, χρησιμοποιούν παρόμοια γνωστική επεξεργασία που βασίζεται στις ίδιες βασικές αρχές. Επιπλέον, τόσο η παραδοσιακή μέθοδος αναγνώρισης μοτίβων, όσο και η μέθοδος CMS με τα συντηρητικά αριθμητικά κριτήρια, μπορούν να οδηγήσουν στην επίτευξη πανομοιότυπων συμπερασμάτων. Είναι αυτή η νοητική εσωτερική σχέση που οδηγείται ένας εξεταστής να συνεχίσει την έρευνα και να εκτελέσει εκτενή πειράματα, για να αποδείξει ή να ανασκευάσει τα ζητήματα εγκυρότητας που αφορούν και τις δύο μεθόδους. Η ιδέα της προσθήκης ενός αριθμητικού μοτίβου στην παραδοσιακή μέθοδο αναγνώρισης μοτίβων, δεν φαίνεται τόσο απεχθής, αν είναι η εναλλακτική επιλογή απέναντι σε έναν κανόνα Επιστήμης.

Κατόπιν των ανωτέρω επισημάνσεων, καθίσταται πλέον αναγκαία η παραδοχή, ότι οι ταυτοποιήσεις στις μέρες μας, πρέπει να γίνονται σύμφωνα με όλα τα σύγχρονα επιστημονικοτεχνικά διεθνή πρότυπα και να βασίζονται στο συνδυασμό της παραδοσιακής μεθόδου αναγνώρισης μοτίβων, με την μέθοδο Διαδοχικής Αναγνώρισης Γραμμών(ConsecutivenessMatchingStriations – CMS), όπως αυτή έχει προσδιορισθεί και πειραματικά επιβεβαιωθεί με την χρήση μαθηματικών & αριθμητικών μοντέλων αναγνώρισης.

Ερώτηση

4. Ποιες θα λέγατε είναι οι τρεις πιο σημαντικές δίκες στις οποίες έχετε συμμετάσχει και ποια η συμβολή σας σε αυτές; (γενική περιγραφή, χωρίς ονόματα κ.λπ).

Απάντηση

Η σημασία και η σπουδαιότητα μιας δίκης, θεωρώ ότι δεν εξαρτάται από την δημοσιότητα ή το μέγεθος της εγκληματικής πράξης που τελέσθηκε, αλλά από την δυνατότητα να κατανοήσουμε ότι όλοι μας ως μέλη αυτής της κοινωνίας είμεθα ισότιμοι, ανεξάρτητα από την θέση την οποία μετέχουμε σε μια διαδικασία (υπεράσπιση ή πολιτική αγωγή), καθώς και την δημοσιότητα που έλαβε μια υπόθεση.

Με βάση λοιπόν αυτή την ισοτιμία, μου είναι δύσκολο να προσεγγίσω και να προσδώσω διαφορετική ως προς την σπουδαιότητα αξία σε κάποιες από τις δίκες που εκ της θέσεώς μου συμμετείχα. Πιστεύω απόλυτα, ότι εκατέρωθεν υπάρχουν διαφορετικές θέσεις που έγκεινται σε υποκειμενικές προσεγγίσεις αλλά και σε κατευθύνσεις που ακολουθούνται προς ίδιο όφελος.

Εμείς λοιπόν καλούμεθα μέσω των ευρημάτων που βρίσκονται στον τόπο τέλεσης ενός εγκλήματος, στον ύποπτο, στο θύμα και αλλού και τα οποία δύνανται να χρησιμεύσουν όχι μόνο ως απόδειξη τέλεσης ενός εγκλήματος, αλλά και ως ένδειξη για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, στοιχείων άψυχων και μη επιδεχόμενων ερωτήσεων, στοιχείων που δεν «αυθυποβάλλονται», δεν «ετεροϋποβάλλονται», δεν «λησμονούν», δεν «εκβιάζονται», δεν «απειλούνται» και το κυριότερο δεν «χρηματίζονται», κάτω από μία ορθή διακίνηση και επιστημονικοτεχνική διαχείριση, εξέταση, ανάλυση, ερμηνεία, εκμετάλλευση και αξιοποίηση, να λάβουμε αντικειμενικά στοιχεία και πληροφορίες, που θα επιβεβαιώσουν, διαψεύσουν ή ενισχύσουν ισχυρισμούς υπόπτου, κατάθεση θύματος ή ακόμη θασυσχετίσουν ήθα αποκλείσουν υποθέσεις ή συμβάντα, θα συνδέσουν το θύμα ή τον ύποπτο με συγκεκριμένο χώρο κ.λπ.

Κατόπιν των ανωτέρω προσεγγίσεων, με γνώμονα την αξία της ανάλυσης των ευρημάτων, δεν θα αναφερθώ σε δίκες που είναι γνωστές στο πανελλήνιο όπως υποθέσεις 17Ν και άλλες που έχετε ακούσει στα ΜΜΕ, αλλά σε υποθέσεις “άγνωστες”, που ακόμα και εγώ συγκλονίστηκα από την αποδεικτική αξία των εργαστηριακών εξετάσεων…

Υπόθεση 1η: Ενώ ο δράστης είχε εκτελέσει με πλήρη ακρίβεια το σχέδιό του και φόνευσε σε ενέδρα έναν ανήλικο με όπλο που εξαφάνισε τόσο αυτό, όσο και τους κάλυκες που απέρριψε και οι οποίοι μπορούσαν να τον προδώσουν, παρά ταύτα δεν γνώριζε ότι κόβοντας με ένα σουγιαδάκι κλαδάκια για να περάσει την ώρα του μέχρι να εμφανισθεί ο ανήλικος, αυτό θα αποτελούσε και το λάθος που οδήγησε στην σύλληψή του και στην καταδίκη του, καθότι όταν βρέθηκαν τα κομμένα κλαδάκια, ζητήθηκε η αποστολή τους στο εργαστήριο μαζί με πιθανά εργαλεία – μαχαιρίδια υπόπτων, όπου σε συγκριτική αντιπαραβολή των ιχνών, συσχετίσθηκε σε απόλυτο βαθμό 100% το σουγιαδάκι που κατείχε ο εν λόγω δράστης.

Υπόθεση 2η: Ενώ ο κατηγορούμενος, κυνηγός και γνώστης καλής χρήσης όπλων, είχε πρωτόδικα δικασθεί για απόπειρα ανθρωποκτονίας με κυνηγετικό όπλο, με το οποίο πυροβόλησε εναντίον άλλου που βρισκόταν πίσω από παρμπρίζ οχήματος, με ψιλά σκάγια από ικανή απόσταση, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει επιφανειακά – υποδόρια, ο χαρακτηρισμός της πράξης, μετετράπη στο ΜΟΕ με πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας, σε επικίνδυνη σωματική βλάβη, καθότι απεδείχθη με φυσικομαθηματική απόδειξη, η αδυναμία επέλευσης θανατηφόρου ακόμη και βαρείας σωματικής βλάβης, κάτι που άλλωστε και εκ του αποτελέσματος διεφάνη.

Υπόθεση 3η: Ενώ ο κατηγορούμενος, είχε σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αλλά και επί της έδρας αναγνωρισθεί με λεπτομέρειες χρώματος μαλλιών, ματιών κ.ο.κ., σύμφωνα με καταθέσεις αστυνομικών στο απόλυτο σκοτάδι, διαμέσου μόνο, της λάμψης του όπλου που πυροβόλησε εναντίον τους, απεδείχθη στο δικαστήριο, ότι από μόνο του το στοιχείο αυτό είναι απόλυτα επισφαλές, καθότι για τον ανθρώπινο οφθαλμό, απαιτείται χρόνος προσαρμογής 500 m/s (χιλιοστά του δευτερολέπτου), ενώ η ταχύτητα της βολίδας του συγκεκριμένου όπλου είναι υπερηχητική και κατ’ επέκταση η παραγόμενη λάμψη, διαρκεί περί τα 300 m/s, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την ομόφωνη αθώωση του κατηγορουμένου, λόγω απουσίας επαρκών στοιχείων.

Ερώτηση

5. Συνολικά σε πόσες περίπου δίκες έχετε συμμετάσχει και ποια είναι η εμπειρία σας από αυτές;

Απάντηση

Έχω εξετάσει είτε ως πραγματογνώμονας κρατικών εργαστηρίων, είτε ως διορισμένος από τους πίνακες, είτε ως τεχνικός σύμβουλος, είτε ως μάρτυρας ειδικών γνώσεων (κατ’ άρθρο 203 ΚΠΔ), πέραν των τριάντα χιλιάδων (30.000) πειστηρίων και έχω συντάξει ανάλογες Εκθέσεις.

Ενώπιον της Ελληνικής Δικαιοσύνης έχω παρασταθεί σε πλέον των εκατό (100) Μικτών Ορκωτών, σε αρκετά Δικαστήρια Κακουργημάτων, καθώς και σε αρκετά Δικαστήρια Πλημμελημάτων.

Η εμπειρία που έχω αποκομίσει από τις δίκες αυτές, σχετίζεται με το ότι στην χώρα μας, (σε αντίθεση με χώρες του εξωτερικού, αγγλοσαξωνικές και μη), πολλάκις δεν δίδεται η βαρύτητα που πρέπει στα ευρήματα – πειστήρια, τα οποία μάλιστα πολλές φορές δεν έχουν καν φωτογραφηθεί, απορρίπτοντας παρά ταύτα αιτήματα προσκόμισής τους, αν και υπάρχουν πολλές υποθέσεις που οδηγούνται στο ακροατήριο μόνο με μία κατάθεση ενός υπαλλήλου, αστυνομικού, τελωνειακού κ.ο.κ. που δεν έχει ειδικές γνώσεις και χωρίς καν την εξέταση του πειστηρίου από τα εργαστήρια.

Μια πρόσθετη εμπειρία μου, είναι η επιφανειακή προσέγγιση ευρημάτων καθοριστικών για την έκβαση της υπόθεσης και την ορθή δικανική κρίση, από όλους τους συμμετέχοντες σε μια ποινική διαδικασία, μη εξαιρουμένης της υπεράσπισης και της πολιτικής αγωγής, στην προσπάθειά τους να αναγάγουν τεχνικά σε νομικά θέματα ή να προσεγγίσουν τα τεχνικά με τρόπο που να καλύπτει το γράμμα και το πνεύμα του νόμου και όχι την αξιολόγηση, που προκύπτει από μια πραγματική επιστημονικο-τεχνική αξιοποίησή τους.

Ερώτηση

6. Στο ελληνικό δικαστικό σύστημα ποια είναι η θέση του πραγματογνώμονα; Αποτελεί σύμμαχο των δικαστικών αρχών ή τον αντιμετωπίζουν και αυτόν με καχυποψία; Πως γίνεται τα ίδια πραγματικά περιστατικά να ερμηνεύονται διαφορετικά από τον ίδιο άνθρωπο, ανάλογα με το εάν έχει τη θέση του πραγματογνώμονα ή τη θέση του τεχνικού συμβούλου;

Απάντηση

Η διαφορετική και πολλάκις η εκ διαμέτρου αντίθετη ερμηνεία ίδιων πραγματικών περιστατικών είναι απαράδεκτη δεν προάγει το έργο των πραγματογνωμόνων και εν τέλει το ζητούμενο που είναι η ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

Δυστυχώς όμως η αντιμετώπιση με καχυποψία, εν μέρει δικαιολογημένη, οφείλεται στην ευθύνη όσων αναλαμβάνουν υποθέσεις με την ιδιότητα είτε του πραγματογνώμονα, είτε του Τεχνικού Συμβούλου και έχουν με την στάση και την συμπεριφορά τους, διαμορφώσει ένα κλίμα ότι ο μη κρατικός πραγματογνώμονας ή ο τεχνικός σύμβουλος εξυπηρετεί τα συμφέροντα του πελάτη του.

Στο σημείο αυτό δεν μου επιτρέπεται να αναφερθώ σε υποθέσεις που δεν ανέλαβα παρά την δελεαστική αμοιβή που μου προσφέρθηκε, αφήνω τους αναγνώστες της συνέντευξης αυτής, όσους με γνωρίζουν να το πράξουν συνειρμικά μόνοι τους.

Προσωπικά θεωρώ λάθος η προσέγγιση μιας υπόθεσης να σχετίζεται με το ποιος μας διορίζει, υπό την παρακάτω έννοια που θα θέσω υπό το πρίσμα της καθημερινότητάς μας για να γίνει απόλυτα κατανοητή, δεν μπορεί κάποιος εξεταζόμενος από δύο διαφορετικά μικροβιολογικά εργαστήρια, στο ένα να έχει χοληστερίνη και στο άλλο να μην έχει. Θεωρώ ότι θα πρέπει είτα να έχει, είτε να μην έχει, με την προβλεπόμενη πάντοτε (+-%) απόκλιση της μεθόδου.

Για να αντιμετωπισθούν ανάλογα φαινόμενα ανακτώντας με τον τρόπο αυτό το κύρος μας όσοι ενασχολούμεθα με το αντικείμενο αυτό, θα πρέπει πάντοτε τα συμπεράσματά μας να βασίζονται σε βιβλιογραφικές αναφορές, εργαστηριακές εξετάσεις και την κοινώς αποδεκτή λογική, διευκρινίζοντας όμως όταν δεν έχουμε παρασταθεί στην ενέργεια εργαστηριακών εξετάσεων ή ανακριτικών πράξεων, όπως της Αυτοψίας, ότι το έργο μας βασίζεται σε γνώση εγγράφων και των πληροφοριών που προέρχονται από αυτά με την αίρεση της ορθής αναγραφής, αποτύπωσης εξέτασης όλων αυτών, αλλά και της τήρησης του τόπου ανέπαφου στο προ της αποτύπωσής του χρονικό διάστημα.

Άλλωστε η εργαστηριακή εξέταση, εξάγει συμπεράσματα τα οποία σε τελική ανάλυση αξιολογούνται από τον εντεταλμένο να το πράξει. Όπως λοιπόν τα αποτελέσματα του μικροβιολόγου, αξιολογούνται από τον παθολόγο, έτσι και τα αποτελέσματα τα δικά μας αξιολογούνται από τον Δικαστή. Αρκεί βέβαια να δύναται ούτως να κατανοήσει τεχνικά θέματα που προέρχονται πάντοτε από το αντίστοιχο επιστημονικό πεδίο που εμπλέκεται στην υπό εξέταση υπόθεση, άλλως πώς να έχει την επιθυμία και την θέληση να το διερευνήσει, είτε διατάσσοντας πρόσθετη εξέταση, είτε καλώντας και άλλους ειδικούς επί της έδρας.

Είναι επίσης σημαντικό για τους εξεταστές να διαθέτουν και να καλλιεργήσουν δεξιότητες, για παράδειγμα, την ικανότητα να επικοινωνούν με σαφήνεια και πειστικότητα. Ο εξεταστής πρέπει να είναι σε θέση να αναφέρει τα προσόντα του και να πείσει έναν δικαστή, ότι έχει αρκετή κατάρτιση, εκπαίδευση και εμπειρία για να χαρακτηριστεί ως αξιόπιστος ειδικός μάρτυρας.

Ο τελικός στόχος ενός πραγματογνώμονα εξεταστή, είναι να καταστήσει γνωστά τα συμπεράσματά του σε ένα δικαστήριο και στους ενόρκους παρέχοντας τα επιστημονικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία τεκμαίρεται η πράξη και όχι τα στοιχεία που εξυπηρετούν την πλευρά που τον διόρισε.

Γι’ αυτό:

1. Η μαρτυρία πρέπει να βασίζεται σε επαρκή πραγματικά στοιχεία και δεδομένα.

2. Η μαρτυρία να είναι το προϊόν αξιόπιστων αρχών και μεθόδων και

3. Ο μάρτυρας πραγματογνώμονας, να έχει εφαρμόσει τις αρχές και τις μεθόδους αξιόπιστα και σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, τα οποία πρέπει να λαμβάνει πάντοτε γνώση.

Ερώτηση

7. Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη και αδιάβλητη διαδικασία ώστε να γίνει κάποιος πραγματογνώμονας των δικαστικών αρχών; Υπάρχουν αυστηρά κριτήρια ώστε να διασφαλίζεται η αξιοπιστία της προσφερόμενης υπηρεσίας;

Απάντηση

Όπως έχω ήδη προαναφέρει, στην Ελληνική Ένωση Εγκληματολογικών Επιστημών, στην οποία έχω την τιμή να είμαι Πρόεδρος της Επιτροπής Δεοντολογίας, έχουμε θεσπίσει μέσω του Καταστατικού μας τους προαπαιτούμενους εκείνους κανόνες, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, προκειμένου να είναι κάποιος τακτικό μέλος της ΕΝΩΣΗΣ μας και συγκεκριμένα παραθέτω το σχετικό άρθρο 12 του καταστατικού μας, όπου εμφαίνονται τα προαπαιτούμενα δικαιολογητικά των τακτικών μελών και συγκεκριμένα να:

Κατέχει πανεπιστημιακό πτυχίο από αναγνωρισμένο ακαδημαϊκό ίδρυμα ή από άλλο ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, της ημεδαπής ή αλλοδαπής, ή να είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας ή του Τμήματος Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων Ελληνικής Αστυνομίας, με βαθμό Αξιωματικού.

Έχει αποκτήσει το αντίστοιχο δίπλωμα ειδίκευσης, από κρατική εγκληματολογική ή ιατροδικαστική Υπηρεσία της ημεδαπής ή αλλοδαπής ή Πανεπιστημιακό ή Τεχνολογικό Ίδρυμα ή Ινστιτούτο ή Επιστημονική Εταιρία / Σωματείο, που συνεργάζεται με αναγνωρισμένο πανεπιστημιακό ίδρυμα ή από άλλες αναγνωρισμένες από την ΕΝΩΣΗ, διεθνούς κύρους, ενώσεις, σωματεία, ακαδημίες, ινστιτούτα ή οργανισμούς της αλλοδαπής, σε ειδικότητα που υφίσταται, λειτουργεί και αναγνωρίζεται ως εφαρμοσμένη εγκληματολογική (forensic) ειδικότητα από το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Εγκληματολογικών Ινστιτούτων [European Network of Forensic Science Institutes – ENFSI] ή έχει ευδόκιμα ολοκληρώσει τουλάχιστον δύο [2] εξαμήνων κύκλο εκπαίδευσης σε ειδικότητα που λειτουργεί και αναγνωρίζεται, ως εφαρμοσμένη εγκληματολογική ειδικότητα, από το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Εγκληματολογικών Ινστιτούτων [European Network of Forensic Science Institutes – ENFSI]. Η εν λόγω εκπαίδευση πρέπει οπωσδήποτε να παρέχεται από κρατική εγκληματολογική ή ιατροδικαστική Υπηρεσία της ημεδαπής ή αλλοδαπής ή Πανεπιστημιακό ή Τεχνολογικό Ίδρυμα ή Ινστιτούτο ή Επιστημονική Εταιρία / Σωματείο, που συνεργάζεται με αναγνωρισμένο πανεπιστημιακό ίδρυμα.

Διαθέτει βεβαιωμένη εμπειρία τουλάχιστον δέκα οκτώ [18] μηνών στο συγκεκριμένο επιστημονικό αντικείμενο της ειδίκευσής του, ασκηθείς σε τουλάχιστον 25 εργαστηριακές υποθέσεις, ως εκπαιδευόμενος σε κρατική εγκληματολογική ή ιατροδικαστική Υπηρεσία της ημεδαπής ή αλλοδαπής, Πανεπιστημιακό ή Τεχνολογικό Ίδρυμα ή Ινστιτούτο ή Επιστημονική Εταιρία/Σωματείο, που συνεργάζεται με αναγνωρισμένο πανεπιστημιακό ίδρυμα ή αναγνωρισμένο -από την ΕΝΩΣΗ- ιδιωτικό εργαστήριο της ημεδαπής ή αλλοδαπής, που λειτουργεί κανονικά πέραν της 12ετίας &

Έχει -μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσής του- ασκήσει τη συγκεκριμένη ειδικότητα στην Ελλάδα, ως Πραγματογνώμονας ή Τεχνικός Σύμβουλος, σε κρατική εγκληματολογική ή ιατροδικαστική Υπηρεσία της ημεδαπής ή αλλοδαπής, Πανεπιστημιακό ή Τεχνολογικό Ίδρυμα ή Ινστιτούτο ή Επιστημονική Εταιρία / Σωματείο, που συνεργάζεται με αναγνωρισμένο πανεπιστημιακό ίδρυμα ή αναγνωρισμένο -από την ΕΝΩΣΗ- ιδιωτικό εργαστήριο της ημεδαπής ή αλλοδαπής, που λειτουργεί κανονικά πέραν της 12ετίας.

http://www.ethemis.gr