Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

Παράκρουση – Αντίκρουση:"Γιατί ρε π**στη;Γιατί;" - "Κάτσε κάτω ρε ψευτόμαγκα"



Σταμάτης Παπαδόπουλος

Παράκρουση


Είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν στιγμές που την έχεις νιώσει κι εσύ. Αυτή την αμείλικτη επιθυμία να σταθείς μπροστά του, να τον γαζώσεις με το πιο αιμοδιψές βλέμμα σου, αυτό που κάνει τα μάτια σου να μοιάζουν με αγγειακά αραχνοΰφαντα.

 Να τον γραπώσεις από τον γιακά με όσο μένος έχει συσσωρευτεί μέσα σου ρουθουνίζοντας σαν ταύρος και να τον ρωτήσεις χωρίς περιστροφές:

«Γιατί ρε π**στη; Γιατί;»

Μπορεί και να εκτιναχθούν μερικές σταγόνες από το σάλιο σου πάνω του λόγω της ανεξέλεγκτης λύσσας σου. Δε θα τον νοιάξει ιδιαίτερα, όπως και όλα τα υπόλοιπα. Θα παραμείνει ατάραχος μ’ αυτό το καθάριο βλέμμα που αποποιείται κάθε ευθύνη από αυτές που προσπαθείς με το στανιό να του χρεώσεις.

Ίσως να τον εφησυχάζει και το γεγονός πως στην πραγματικότητα είναι κι ο ίδιος ένα αποκύημα της φαντασίας σου. Μια ιδεατή φιγούρα που ο νους σου σκάρωσε μόνο και μόνο για να της φορτώσει όλη τη σαβούρα που δεν μπόρεσες εσύ να ξεσκαρτάρεις.

Γι’ αυτό το λόγο θα συνεχίσει να σε κοιτάει κατάματα, ευλαβικά, χωρίς την παραμικρή αντίδραση, σαν μαριονέτα με κομμένα νήματα, έρμαιο στις τσιτωμένες σου φλέβες.

Με το ακόμα πιο εκνευριστικό συγκαταβατικό χαμόγελο που σαν αλεξίσφαιρη επιφάνεια εξοστρακίζει όλες τις βολές σου και σ’ αφήνει να παλεύεις με το άυλο σώμα του αέρα και των παραισθήσεών σου κι επί της ουσίας με την αντανάκλαση του εαυτού σου.

Τι νομίζεις πως θα καταφέρεις; Έχει τον τρόπο να σ’ εξουδετερώσει, όσες αμυχές και κατάγματα κι αν νομίζεις ότι θα του προκαλέσεις. Πίστεψες ποτέ στ’ αλήθεια πως μπορείς να πληγώσεις έναν σάκο του μποξ επειδή απλώς δεν αντιστέκεται; Θα τα υπομείνει όλα,μέχρι να σ’ εξουθενώσει.

Και μετά θα σε πιάσει συμπονετικά από τον ώμο, θα σε καθίσει σ’ ένα τραπεζάκι, κάτω από ένα πλατάνι ας πούμε, με Τσιτσάνη στα ηχεία ίσα ίσα για να πικάρει το γρέζι της εκτροχιασμένης  φωνής σου και θα σε σερβίρει με την ίδια πραότητα. Ό,τι τραβάει το στεγνό σου πλέον λαρύγγι.

Θα συνεχίζει να μη βγάζει άχνα, ωστόσο θα έχει αρχίσει ήδη να σε καταπραΰνει. Να σε πείθει πως αυτό το «γιατί» που αναζητάς δεν είναι τίποτα άλλο από αυτό το «επειδή» που εσύ επέλεξες, αυτό στο οποίο εσύ ενέδωσες κι αυτό για το οποίο εκείνος δεν έχει καμία επιπρόσθετη απάντηση.

Ε, κόφ’ το κι εσύ ρε παπ@ρα. Δικιά σου εμμονή είναι, δεν το έχεις καταλάβει; Δε σε αποπλανεί, εσύ τη διαλέγεις. Αν θέλεις τα ρέστα, τράβα στο ταμείο. Αλλά μόνο γι’ αυτά κι εφόσον είσαι νηφάλιος.

Τα λεφτά σου πίσω δεν τα παίρνεις. Ας το σκεφτόσουν πριν τα δώσεις.

Αντίκρουση

«Κάτσε κάτω ρε ψευτόμαγκα…»,

θα σου πει αν αποπειραθείς να πας προς το ταμείο. Ο τόνος της φωνής του θα φαντάζει φυσική ηχητική επένδυση της ευλαβικής έκφρασής του.

Και με τον ελαφρύ καγχασμό στην προστακτική του, θα μουτζουρώνει ακόμα πιο επιδεικτικά τον τόνο πάνω από το «α» της απάθειάς του.

Εσύ, θα τρίβεις τα μάτια σου μήπως και ξεθολώσει το «παρμπρίζ» τους και θα αυτοχαστουκίζεσαι για να διαλύσεις αυτή τη θρασεία μετάσταση της παραίσθησής σου.

«Ποια ρέστα θα πας να ζητήσεις ρε κακομοίρη; Αυτά που κάθε φορά σπρώχνεις γενναιόδωρα για να έχεις την ηθική επιβεβαίωση πως έφτασες μέχρι τέλους; Αφού δε σ’ αρέσει να συμβιβάζεσαι με υπόλοιπα κι άλλα παράγωγα του «υπό».

Αναγουλιάζεις και μόνο στη σκέψη της λέξης «συμβιβασμός». Σ’ αυτή τη φάλτσα συγχορδία που σχηματίζει η υπόσχεση ενός «συν» με τη μιζέρια αυτού του φαφούτη «βρασμού» που σέρνει πίσω της.

Αλλά δε σ’ αδικώ, στο βάθος ίσως σε θαυμάζω. Γι’ αυτή την αθεράπευτη εμμονή σου στον κυκλικό ρυθμό ενός «ανά». Στην έκσταση μιας ανακάλυψης, στην αυταπάρνηση μιας αναθεώρησης, στο ζήλο μιας ανάκτησης.

Κι ας αποπροσανατολίζεσαι κάπου κάπου από μερικά στερητικά «αν» που μπλέκονται στα πόδια σου. Έχεις λίγη πλάκα όμως, το ξέρεις; Ειδικά έτσι αποχαυνωμένα όπως με κοιτάς τη στιγμή που βασανίζω τον πανικόβλητο εγκέφαλό σου με τα λογοπαίγνιά μου. Δε συνεχίζω άλλο μην ανησυχείς.

Άλλωστε δεν παίρνεις από λόγια εσύ. Μέχρι τουλάχιστον να αναθεωρήσεις και ν’ ανακτήσεις τη νηφαλιότητά σου. Και σταμάτα επιτέλους να σβουράς αμήχανα το ποτήρι σου.

Δεν αλλάζει η γεύση με τις περιστροφές. Πιες το ρε μούχλα. Κι ας σε χαλάσει και λίγο. Νομίζεις ότι την επόμενη φορά θα παραγγείλεις κάτι διαφορετικό; Πιες το, αφού αυτό σ’ αρέσει.

Συμβιβάζεσαι με κάτι διαφορετικό;… Α. Και για να σου λύσω την απορία, δεν πρόκειται ν’ αλλάξω έκφραση όσο νταϊλίκι κι αν μου πουλάς. Μην ξεχνάς ότι εσύ με έπλασες έτσι. Ίσως για να σου θυμίζω την αφετηρία σου και τον προορισμό σου. ‘Γεια μας…»


http://frapress.gr/