Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

(Ιστορικά τεκμήρια περί "Δήθεν Διαπραγμάτευσης"): Διάλογος Μηλίων και Αθηναίων: ένα μνημείο πολιτικού αμοραλισμού...Μέρος Α΄


Διάλογος Μηλίων και Αθηναίων: ένα μνημείο πολιτικού αμοραλισμού. 


(Αθηναίοι προς Μήλιους :
Και, μεταξύ μας, καλό είναι να μην ξεχνάτε ότι το δίκαιο, όπως το καταλαβαίνουν οι άνθρωποι, ισχύει, όταν οι αντίπαλοι είναι ίσοι. Διαφορετικά οι δυνατοί κάνουν αυτό που θέλουν και οι αδύνατοι υποχωρούν».)

Α΄ μέρος.
γράφει η Καίτη Βασιλάκου

Στον αιματηρό και πολύχρονο πελοποννησιακό πόλεμο που μας εξιστορεί με το γνωστό ψύχραιμο και παράλληλα συγκλονιστικό τρόπο του ο Θουκυδίδης, είναι καταγραμμένο το επεισόδιο της αντιπαράθεσης Αθήνας και Μήλου, ενός νησιού που βρέθηκε στη δίνη του πολέμου, χωρίς να το θέλει.

Μάρτιος του 416 π. Χ.
Ο πόλεμος σε αυτή τη φάση έχει περιοριστεί σε περιφερειακές συγκρούσεις, διότι οι δύο μεγάλοι μονομάχοι, Αθήνα και Σπάρτη, δεσμεύονται από την εφήμερη, όπως αποδείχτηκε, Νικίειο ειρήνη.
Οι Αθηναίοι έρχονται στη Μήλο και απαιτούν να υποταχθεί το νησί στην ηγεμονία τους.

Η Μήλος , αποικία των Λακεδαιμονίων, είχε δώσει στο παρελθόν χρήματα στη Σπάρτη για τη διεξαγωγή του πολέμου, αλλά πέραν τούτου ουδέν. Επίσης είχε αναγραφεί στο φορολογικό κατάλογο της αθηναϊκής συμμαχίας του έτους 425-424, αλλά δεν κατέβαλε φόρο. 

Φαίνεται ότι προσπαθούσε να κρατήσει τις αποστάσεις της από τους δύο αντιπάλους, αλλά σε τέτοιους άγριους καιρούς η ουδετερότητα μάλλον βλάπτει παρά ωφελεί, όπως θα δούμε στη συνέχεια.
Σε μια συζήτηση κεκλεισμένων των θυρών οι εκπρόσωποι των Μηλίων συζητούν με τους πρέσβεις των Αθηναίων. 

Παραλείπω όσα σημεία δεν έχουν ενδιαφέρον για το σημερινό αναγνώστη και μεταφράζω ελεύθερα.
Αθηναίοι:
«Παρακαλούμε για κάθε εξεταζόμενο ζήτημα, να παίρνετε αμέσως το λόγο και να λέτε τη γνώμη σας για οτιδήποτε κρίνετε ότι δεν λέγεται σωστά. Και κατ’ αρχήν απαντήστε μας, αν συμφωνείτε με αυτό που σας προτείνουμε».
Μήλιοι:
«Αποδεχόμαστε την καλή σας διάθεση να συζητήσουμε ήσυχα μεταξύ μας. Όμως η πολεμική σας προπαρασκευή δεν συμφωνεί με τις προτάσεις σας. Βλέπουμε δηλαδή πως εσείς έχετε έρθει εδώ ως δικαστές της συζήτησης και πως στο τέλος, αν υπερισχύσει η δική μας περί δικαίου άποψη κι αν δεν υποχωρήσουμε στις προτάσεις σας, αυτό θα μας φέρει πόλεμο. Αν πάλι υποχωρήσουμε, αυτό θα μας φέρει την υποδούλωση».
Με άλλα λόγια οι Μήλιοι καταγγέλλουν τους Αθηναίους ότι επιχειρούν να τους εκβιάσουν και γνωρίζουν ότι αυτός ο διάλογος δεν πρόκειται να οδηγήσει πουθενά. Οι Αθηναίοι με τη γνωστή αλαζονεία του ισχυρού παραδέχονται ότι βρίσκονται στο νησί για να εκβιάσουν καταστάσεις.
Αθηναίοι:
«Αν ήρθατε εδώ για να κάνετε προβλέψεις για το μέλλον ή για να λέτε πράγματα άσχετα με το θέμα μας, καλύτερα να σταματήσουμε την κουβέντα από τώρα. Αν όμως ήρθατε για να συζητήσουμε για τη σωτηρία της πόλης σας, τότε ας προχωρήσουμε».
Οι Μήλιοι αναγκάζονται να υποχωρήσουν με διπλωματικό τρόπο:
«Όμως πρέπει να δείξετε κατανόηση, αν στρέφουμε τη συζήτηση και υπονοούμε διάφορα. Αυτό συμβαίνει, επειδή βρισκόμαστε σ’ αυτή τη δεινή θέση. Εν πάση περιπτώσει, αυτή εδώ η σύσκεψη γίνεται για τη σωτηρία μας. Επομένως ας γίνει, με τον τρόπο που ορίζετε εσείς».
Στη συνέχεια οι Αθηναίοι αποφεύγοντας τις πολλές φιοριτούρες μπαίνουν κατ’ ευθείαν στο θέμα. Δεν έχουν να κατηγορήσουν τους Μήλιους σε τίποτα, επομένως ο λόγος τους είναι ωμός:
«Λοιπόν, δεν θα αρχίσουμε πάλι να μεγαληγορούμε για γνωστά πράγματα, ότι δηλαδή δικαιούμαστε να έχουμε την ηγεμονία, εφόσον εμείς σώσαμε την Ελλάδα από τους Πέρσες ή ότι ερχόμαστε εναντίον σας, επειδή μας αδικήσατε. Αλλά κι εσείς μη νομίζετε πως θα μας πείσετε με επιχειρήματα του τύπου: 

«είμαστε μεν άποικοι των Σπαρτιατών, όμως δεν πήγαμε με το μέρος τους και δεν σας έχουμε πειράξει ποτέ». Απαιτούμε να ενεργήσουμε κι εμείς κι εσείς σύμφωνα με τις πραγματικές μας σκέψεις. 

Και, μεταξύ μας, καλό είναι να μην ξεχνάτε ότι το δίκαιο, όπως το καταλαβαίνουν οι άνθρωποι, ισχύει, όταν οι αντίπαλοι είναι ίσοι. Διαφορετικά οι δυνατοί κάνουν αυτό που θέλουν και οι αδύνατοι υποχωρούν».
Δεν μπορούμε να ξέρουμε, αν οι Αθηναίοι πράγματι διατύπωσαν αυτή την ωμή άποψη περί δικαίου ή αν πρόκειται για σκέψη του Θουκυδίδη που έκρινε κατάλληλη την περίσταση για να τη βάλει στο στόμα των Αθηναίων. 

Αλλά κι αν ακόμα δεν είπαν κάτι τέτοιο, είναι βέβαιο ότι το σκέφτηκαν. 

Και οι Μήλιοι θα το είχαν σκεφτεί κι αυτοί οπωσδήποτε. 

 Το δίκαιο λοιπόν, όπως το εννοούν οι άνθρωποι, ισχύει μεταξύ ίσων. Διαφορετικά δεν υπάρχει δίκαιο, υπάρχει το συμφέρον του δυνατότερου.
Μήλιοι:
«Εσείς αντί για το δίκαιο, θέσατε ως βάση της συζήτησής μας το συμφέρον. Αλλά καλό είναι να μην ακυρώνετε αυτό το αγαθό που είναι κοινό για όλους. Το δίκαιο είναι χρήσιμο και για τους αδύνατους αλλά και για σας, γιατί, αν κάποτε ατυχήσετε, και μας έχετε αδικήσει εν τω μεταξύ, θα γίνετε παράδειγμα για τους νικητές και θα τιμωρηθείτε σκληρότερα».
Πρόκειται φυσικά για ισχνό επιχείρημα.
Οι Μήλιοι προσπαθούν να φοβίσουν τους Αθηναίους, αλλά εκείνοι δεν καταλαβαίνουν από τέτοια. Απαντούν με την ανάλογη ειρωνεία:
«Σας πληροφορούμε ότι δεν έχουμε καμιά απολύτως ανησυχία για τυχόν μελλοντική κατάλυση της ηγεμονίας μας. Στους νικημένους δεν είναι φοβεροί αυτοί που ηγεμονεύουν άλλους (ενν. τους Σπαρτιάτες). Φοβεροί είναι οι υπήκοοι, αν συμβεί και επιτεθούν και νικήσουν τους αφέντες τους. Αλλά για τέτοιους υποθετικούς κινδύνους, αφήστε μας να ανησυχούμε εμείς. Εδώ ήρθαμε για το συμφέρον της ηγεμονίας μας και για τη δική σας σωτηρία. Επιθυμούμε να είμαστε ηγεμόνες χωρίς εσείς να μας παρεμβάλλετε εμπόδια. Η σωτηρία της πόλης σας θα είναι ωφέλιμη και για τους δυο μας».
Να σημειώσουμε εδώ ότι πράγματι, όταν τελικά οι Σπαρτιάτες, οι ηγεμόνες της Πελοποννησιακής Συμμαχίας, νίκησαν σ’ αυτόν τον πόλεμο, δεν ισοπέδωσαν την Αθήνα, όπως αξίωναν με λυσσώδη μανία οι σύμμαχοί τους, αλλά περιορίστηκαν να της επιβάλουν αυστηρά μέτρα. 

Άρα οι Αθηναίοι γνώριζαν πολύ καλά πώς παίζεται το πολιτικό παιχνίδι.
Μήλιοι:
«Και πώς μπορεί να είναι ωφέλιμο κάτι τέτοιο, να είμαστε δηλαδή εμείς οι δούλοι κι εσείς οι αφέντες;»
Αθηναίοι:
«Είναι ωφέλιμο, γιατί αν υπακούσετε, δεν θα πάθετε τα χειρότερα κι εμείς θα έχουμε κέρδος, αν δεν σας καταστρέψουμε».
Μήλιοι:
«Δηλαδή δεν δέχεστε να είμαστε φίλοι αντί εχθροί και παράλληλα να μην είμαστε σύμμαχοι ούτε με σας ούτε με τους Σπαρτιάτες;»
Αθηναίοι:
«Όχι. Διότι πιο πολύ μάς βλάπτει η φιλία σας παρά η έχθρα σας. Η φιλία σας θα είναι για τους υπηκόους μας απόδειξη της αδυναμίας μας. Αντίθετα το μίσος σας θα είναι η απόδειξη της δύναμής μας. Η υποδούλωσή σας θα μας δώσει ασφάλεια έναντι των υπηκόων μας που θα δουν πόση δύναμη διαθέτουμε κι έτσι θα κάθονται ήσυχοι. Άρα η υποδούλωσή σας είναι ασφάλεια για μας».
Αυτή τη δήλωση θα τη χαρακτήριζα ως την αποθέωση του πολιτικού αμοραλισμού. Το μίσος του υποτελούς λοιπόν είναι η καλύτερη εγγύηση ότι ο ισχυρός θα παραμείνει ισχυρός. 

Η φιλία σε τέτοιου είδους πολιτικές περιπτύξεις βλάπτει σοβαρά την ηγεμονία.
Συνεπώς οι Μήλιοι υποχρεώνονται να διαπραγματευθούν την ανεξαρτησία τους με βάση όχι το δίκαιο αλλά το συμφέρον:
Μήλιοι:
«Κι αυτό που σας λέμε εμείς δεν εγγυάται ασφάλεια; Μας απαγορέψατε να συζητήσουμε με βάση το δίκαιο και τώρα προσπαθείτε να μας πείσετε να υποκύψουμε στο συμφέρον σας. Κι εμείς λοιπόν θα προσπαθήσουμε να σας πείσουμε ότι ίσως αυτό που είναι συμφέρον για μας, είναι και για σας. Πώς δεν θα αποχτήσετε εχθρούς, όταν δουν οι σύμμαχοί σας τι θα μας κάνετε; Δεν θα υποψιαστούν ότι κάποτε θα επιτεθείτε και σ’ αυτούς; Θα αυξήσετε λοιπόν τους εχθρούς σας και θα κάνετε εχθρούς κι αυτούς που δεν το έχουν σκεφτεί μέχρι σήμερα».
Και αυτό όμως το επιχείρημα δεν ανησυχεί τους Αθηναίους, γιατί εκείνοι έχουν άλλα, ισχυρότερα επιχειρήματα:
«Δεν το νομίζουμε. Τους στεριανούς δεν τους θεωρούμε επικίνδυνους, διότι όσοι είναι ελεύθεροι, θα τους πάρει χρόνο να συνταχθούν εναντίον μας. Επικίνδυνοι είναι οι νησιώτες που, όπως εσείς, δεν έχουν υποταχθεί σε ξένη ηγεμονία και όλοι εκείνοι που εναντιώνονται στην υποταγή τους. Διότι αυτοί παρασύρονται από την απερισκεψία τους και βάζουν σε κίνδυνο και τους εαυτούς τους κι εμάς».
Σ’ αυτόν τον πόλεμο, λέει στην Παθολογία του πολέμου ο Θουκυδίδης, η σημασία των λέξεων έχει διαστρεβλωθεί σε πολλές περιπτώσεις. Μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή εδώ: το ελεύθερο φρόνημα μιας πόλης έχει γίνει συνώνυμο με την απερισκεψία.