Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

Οργανωμένο έγκλημα και πολιτική



Η ραγδαία άνοδος των κρατών-μαφίες και η κοινωνική νομιμοποίηση πάμπλουτων μαφιόζων, που εμφανίζονται ως φιλάνθρωποι ελέγχοντας αμέτρητα μέσα μαζικής επικοινωνίας, μαζί με την ισλαμική βία είναι οι μεγαλύτερες απειλές για τον πολιτισμό και τις φιλελεύθερες δημοκρατίες

του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

«Το οργανωμένο έγκλημα και τα κράτη-μαφίες ελέγχουν σήμερα το 30% της παγκόσμιας ροής κεφαλαίων και είναι οι κύριοι συκοφάντες της ελεύθερης οικονομίας και του φιλελεύθερου κράτους δικαίου». Σαρλ Γκαβ, Γάλλος συγγραφέας, σύμβουλος επιχειρήσεων



Νομπελίστες οικονομολόγοι, επώνυμοι «προοδευτικοί» διανοούμενοι και υπερκαιροσκόποι πολιτικοί δεν παύουν, τα τελευταία επτά χρόνια, με πύρινα άρθρα και παταγώδεις δηλώσεις –προς αφελείς, ασχέτους και διανοητικώς αναπήρους– να αποδίδουν την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση στον «άπληστο καπιταλισμό», στους «κερδοσκόπους», στον «νεοφιλελευθερισμό» και γενικά σε «δυνάμεις» που ξεφεύγουν από το πεδίο της προσωπικής ευθύνης και συμπεριφοράς.

Με τον τρόπο αυτόν, οι πιο πάνω «νονοί» της ανθρωπότητας με λίγα λόγια απαλλάσσουν το άτομο οποιασδήποτε προσωπικής του ευθύνης απέναντι στον τρόπο ζωής και στις επιλογές του –παράλληλα, όμως, μεταφέρουν την ευθύνη του προσώπου σε μία επώνυμη εξουσία η οποία υποτίθεται ότι εκπροσωπεί το «Καλό». Συνήθως, αυτό το τελευταίο εκπροσωπείται σε πολιτικό επίπεδο από «σωτηριολογικές» δυνάμεις, έτοιμες να αντιπαρατεθούν στο «Κακό».

Κατά κανόνα δε, στην εποχή μας «κακό» θεωρείται κάθε προσπάθεια εξόδου από την κρίση –ιδιαίτερα όταν η προσπάθεια αυτή επιδιώκει να αναιρέσει τα αίτια τα οποία την προκάλεσαν. Και τα αίτια της κρίσης δεν είναι άλλα από την υπερμόχλευση στις τράπεζες, την υπερχρέωση κρατών και ιδιωτών και την αλματώδη άνοδο του οικονομικού εγκλήματος, το οποίο σήμερα επιδιώκει να αποκτήσει και κοινωνική νομιμοποίηση.

Αναβαθμίζεται έτσι συνεχώς το φαινόμενο κράτος-μαφία, το οποίο στις περισσότερες περιπτώσεις συνδέεται και με την δήθεν προστασία και εξυπηρέτηση «εθνικών συμφερόντων». Σε χώρες της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας, διεφθαρμένοι πολιτικοί με ενεργό ανάμειξη στο οργανωμένο έγκλημα το παίζουν «προστάτες» των εθνικών συμφερόντων και μέσω αυτής τους της ιδιότητος, προκαλούν την διεθνή κοινότητα για να τροφοδοτούν «εθνικές υστερίες» στο εσωτερικό των χωρών τους.

Χαρακτηριστική υπήρξε η περίπτωση του αποβιώσαντος Ούγκο Τσάβες, ηγέτη της Βενεζουέλας –χώρα στην οποία, κατά τις υπηρεσίες του ΟΗΕ, το υπουργείο Άμυνας είναι και μία από τις μεγάλες λατινοαμερικανικές οργανώσεις εμπορίας κοκαΐνης και άλλων ναρκωτικών. Πάντα κατά τον ΟΗΕ, στην Αφρική, πολιτικοί που εξαρτώνται άμεσα από το οργανωμένο έγκλημα ελέγχουν τράπεζες, εταιρείες μέσων μαζικής επικοινωνίας και επιχειρήσεις μεταφορών, μέσω των οποίων διευκολύνουν και το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και σε χώρες όπως η Ρωσία, η Μπουρκίνα Φάσο, η Νιγηρία και στην Ευρώπη η Βουλγαρία.

Όπως αναφέρει και το γνωστό έγκυρο αμερικανικό περιοδικό Foreign Affairs, στην πραγματικότητα το διεθνές έγκλημα γίνεται καλύτερα κατανοητό ως πολιτικό πρόβλημα με επιπτώσεις στην εθνική ασφάλεια. Το μέγεθος και το πεδίο δράσης των πλέον ισχυρών εγκληματικών οργανώσεων σήμερα θυμίζει άνετα το αντίστοιχο των μεγαλύτερων πολυεθνικών επιχειρήσεων στον κόσμο. Και, όπως ακριβώς οι νόμιμοι οργανισμοί επιδιώκουν να αποκτήσουν πολιτική επιρροή, το ίδιο κάνουν και οι εγκληματικοί.

Βεβαίως, οι εγκληματίες ανέκαθεν επεδίωκαν να διαφθείρουν τα πολιτικά συστήματα προς όφελός τους. Όμως, οι παράνομες οργανώσεις ποτέ στο παρελθόν δεν είχαν κατορθώσει να αποκτήσουν πολιτική επιρροή σε τέτοιο βαθμό σαν αυτόν που απολαμβάνουν σήμερα εγκληματίες σε μία σειρά χωρών της Αφρικής, της ανατολικής Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής –για να μην αναφέρουμε την Κίνα και την Ρωσία.

Κατά την περασμένη δεκαετία ή περίπου τόσο, το φαινόμενο αυτό ξεπέρασε τα γνωστά όρια και το αποτέλεσμα ήταν να αναδυθούν ισχυρά μαφιόζικα κράτη. Ο Ισπανός εισαγγελέας Χοσέ Γκρίντα, με πολλά χρόνια εμπειρίας στην καταπολέμηση των εγκληματικών οργανώσεων ανατολικοευρωπαϊκής προέλευσης, ισχυρίζεται ότι σε πολλές περιπτώσεις είναι αδύνατον, τόσο στον ίδιον όσο και σε συναδέλφους του, να ξεχωρίσουν τα συμφέροντα των εγκληματικών οργανώσεων από εκείνα των κυβερνήσεων που τις φιλοξενούσαν.

Σύμφωνα με τον Γκρίντα, οι δυνάμεις επιβολής του νόμου στην Ισπανία έρχονται συνεχώς αντιμέτωπες με συνδικάτα του εγκλήματος που λειτουργούν ως παραρτήματα των κυβερνήσεων της Λευκορωσίας, της Ρωσίας και της Ουκρανίας. Σε εμπιστευτικές παρατηρήσεις του, οι οποίες περιλαμβάνονται σε αμερικανικά διπλωματικά τηλεγραφήματα που δημοσιεύθηκαν στον διαδικτυακό τόπο καταγγελιών WikiLeaks, εκθέτει λεπτομερώς την ανησυχία του για τον «τρομακτικό έλεγχο» που ασκείται από αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «ρωσική μαφία» επί μίας σειράς στρατηγικών τομέων της παγκόσμιας οικονομίας, όπως είναι το αλουμίνιο και το φυσικό αέριο. Ο έλεγχος αυτός, υπονοούσε ο Γκρίντα, καθίσταται εφικτός χάρη στο εύρος της συνεργασίας του Κρεμλίνου με ρωσικές εγκληματικές οργανώσεις.

Στα κράτη-μαφίες, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι και οι εγκληματίες συχνά συνεργάζονταν μέσω νόμιμων επιχειρηματικών ομίλων, που διατηρούν στενούς δεσμούς με πρόσωπα των ανώτατων ηγετικών κλιμακίων, τις οικογένειες και τους φίλους τους. Σύμφωνα με τον Γκρίντα, η Μόσχα χρησιμοποιεί τακτικά τα συνδικάτα του εγκλήματος. Σχετικό παράδειγμα είναι η περίπτωση κατά την οποία οι ρωσικές στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες καθοδήγησαν μία μαφιόζικη οργάνωση να εφοδιάσει με όπλα τους Κούρδους αντάρτες στην Τουρκία.

Εντούτοις, ενδεικτικότερο παράδειγμα της αλληλοεπικάλυψης ρωσικής κυβέρνησης και εγκληματικών οργανώσεων είναι η περίπτωση του φορτηγού πλοίου Arctic Sea, το οποίο η ρωσική κυβέρνηση ισχυρίστηκε πως είχε απαχθεί από πειρατές στα ανοιχτά των ακτών της Σουηδίας το 2009. Φαινομενικά, η Μόσχα έστειλε το ρωσικό ναυτικό για να σώσει το πλοίο, αλλά πολλοί εμπειρογνώμονες πιστεύουν ότι στην πραγματικότητα το Arctic Sea έκανε λαθρεμπόριο όπλων για λογαριασμό των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών και ότι η πειρατεία και η διάσωση ήταν τεχνάσματα με σκοπό να συγκαλύψουν την λαθραία διακίνηση, ύστερα από παρεμβολή άλλης αντίπαλης μυστικής υπηρεσίας. Ο Γκρίντα λέει ότι το λαθρεμπόριο ήταν κοινή επιχείρηση, καθοδηγούμενη από εγκληματικές συμμορίες τις οποίες αινιγματικά αποκάλεσε «ευρασιατικές υπηρεσίες ασφαλείας».

Ας σημειωθεί επίσης ότι είναι λάθος να πιστεύεται ότι το οργανωμένο έγκλημα είναι ένας παράνομος χώρος όπου δραστηριοποιείται μία μικρή μόνον κοινότητα διεστραμμένων ανθρώπων που κινούνται στο περιθώριο της κοινωνίας. Η αλήθεια είναι ότι σε πολλές χώρες σήμερα οι εγκληματίες δεν καταβάλλουν καμμία προσπάθεια να παραμείνουν στα σκοτεινά, ούτε είναι στο ελάχιστο περιθωριακοί.

Αντιθέτως, οι πιθανολογούμενοι αρχηγοί πολλών μεγάλων εγκληματικών οργανώσεων έχουν γίνει τρόπον τινα διασημότητες. Πλούσιοι άνθρωποι με ύποπτη επιχειρηματική προϊστορία είναι περιζήτητοι φιλάνθρωποι και έχουν κατορθώσει να ελέγχουν ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς και να έχουν στην ιδιοκτησία τους εφημερίδες με επιρροή.

Επιπροσθέτως, η συσσώρευση πλούτου και δύναμης σε εγκληματίες εξαρτάται όχι μόνον από τις δικές τους παράνομες δραστηριότητες, αλλά και από την δράση του μέσου όρου των μελών της κοινωνίας. Για παράδειγμα, τα εκατομμύρια των πολιτών που σχετίζονται με την κινεζική βιομηχανία μαϊμού καταναλωτικών προϊόντων και με το εμπόριο ναρκωτικών του Αφγανιστάν, τα εκατομμύρια των πολιτών της Δύσης που καπνίζουν τακτικά μαριχουάνα, οι εκατοντάδες χιλιάδες των μεταναστών που κάθε χρόνο πληρώνουν εγκληματίες για να τους μεταφέρουν λαθραία στην Ευρώπη, οι καριερίστες του Μανχάταν και του Μιλάνου που απασχολούν παράνομους μετανάστες για οικιακές δουλειές. Συνηθισμένοι άνθρωποι σαν τους προαναφερθέντες αποτελούν ζωτικό κομμάτι του όλου κυκλώματος.

Ένα κύκλωμα βρωμερό, που σήμερα είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Γι αυτό και οι άνθρωποι που το εξυπηρετούν στα ΜΜΕ και στην πολιτική αποδίδουν όλα τα δεινά της ανθρωπότητος στην ελεύθερη οικονομία, όταν είναι γνωστοί οι εχθροί της τελευταίας. Διότι, αν πραγματικά υπήρχαν οι συνθήκες για την ελεύθερη οικονομική λειτουργία, ίσως το οικονομικό έγκλημα και οι κρατικές προεκτάσεις του να αναζητούσαν ευκαιρίες απασχόλησης…

http://www.europeanbusiness.gr/