Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Ή ο Ιερέας θα είναι όπως τον περιγράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ή να μην γίνεται Ιερέας...(να μην αναρωτιούνται μετά ορισμένοι "μα γιατί τόσο αντικληρικαλιστικό μένος πια;"...ή ιερέας θα είναι κάποιος ή κοσμικός που "καλλιεργεί σχέσεις" με τους "αρχόντους" και την "ελιτ" γυρνώντας την πλάτη στους "απλούς πληβείους"...και τα δυό μαζί δεν κολλάνε...ας το εμπεδώσει πια η Ιεραρχία για να σταματήσει να κάνει τα στραβά μάτια στα κακώς κείμενα ορισμένων κληρικών...)



Η ΙΕΡΩΣΥΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΙΩΑΝΝΗΝ ΤΟΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ

(από το www.apostoliki-diakonia.gr)

1. Σημαντικές πτυχές του ποιμαντικού έργου


Ο Ιωάννης Χρυσόστομος είναι ένας από τους μεγαλύτερους πατέρες της Εκκλησίας και θεωρείται ως το λαμπρότερο υπόδειγμα πλήρους και ολοκληρωτικής αφιερώσεως στην ποιμαντική διακονία του λαού του Θεού. 


Το υπόδειγμα αυτό αποτυπώθηκε τόσο με το συγγραφικό του έργο, το οποίο απετέλεσε πηγή εμπνεύσεως για όλη την Εκκλησία, όσο, και κυρίως, με την άσκηση της αρχιερατικής του διακονίας και αποστολής και διακρίθηκε από τη μοναδική ποιμαντική ευαισθησία και αγωνία του για τη σωτηρία της λογικής ποίμνης του Χριστού.

Στο πλαίσιο αυτό της υψηλής διακονίας και ευθύνης του και προκειμένου να ανταποκριθεί στην ιερατική αποστολή του δεν εδίστασε να έλθει σε σύγκρουση με το διεφθαρμένο κατεστημένο τόσο της πολιτείας όσο και της Εκκλησίας της εποχής του. 

Σύγκρουση, η οποία όμως του εστοίχισε όχι μόνο την απομάκρυνσή του από τον αρχιερατικό θρόνο, αλλά και την εξορία, τελικά τον ίδιον τον θάνατόν του.

Βεβαίως το πλούσιο συγγραφικό έργο του χαρακτηρίζεται από την σαφή εκκλησιαστική προοπτική της έντονης ποιμαντικής (και κηρυκτικής) δράσεώς του, η οποία οφείλεται στα οξύτατα κοινωνικά προβλήματα τα οποία την προκάλεσαν. 


Ο λόγος του, μοναδικός στο ύφος του, είχε ως πηγή την προσωπική του εμπειρία για τη σπουδαιότητα της χριστιανικής πίστεως στην προσωπική πνευματική ζωή του κάθε πιστού και του λαού γενικότερα, και απετέλεσε το κύριο όπλο στην αντιμετώπιση της ηθικής αμβλύνσεως και κοινωνικής εκλύσεως της εποχής του.

Στο έργο του, στους «Περί Ιερωσύνης λόγους» του, τονίζεται με μεγάλη ευαισθησία το ύψος της πνευματικής αποστολής του κληρικού και το προσωπικό του δέος για την πνευματική ευθύνη των πιστών. 


Το έργο του αυτό θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μία σειρά παραινετικών ομιλιών προς τους ιερείς και το ποίμνιο για την πραγμάτωση της σωτηρίας των ανθρώπων.

Επειδή ακριβώς για την σωτηρία των πιστών οι ιερείς έχουν την μεγαλύτερη ευθύνη ενώπιον του Θεού ο ιερός πατήρ καθορίζει στους λόγους του αυτούς και τα πλαίσια της υπεύθυνης ιερατικής διακονίας. 


Άλλωστε αυτή η αποστολή της Εκκλησίας για τη σωτηρία των πιστών προσδιόριζε και την στάση του απέναντι στους κληρικούς εκείνους, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονταν στο ύψος και την ευθύνην του αξιώματός τους.

Οι περί Ιερωσύνης λόγοι του Ι. Χρυσοστόμου αποτελούν το γνωστότερο και ευρύτατα διαδεδομένο έργο του, το οποίο είχε τεράστια επίδραση στο εκκλησιαστικό σώμα. 


Πρόκειται για ένα έργο, το οποίο είναι βαθύτατα επηρεασμένο στη δομή και στο ύφος του από τον «Απολογητικόν της εις Πόντον φυγής» του Γρηγορίου Θεολόγου, στον οποίον ο Γρηγόριος αναλύει τις ευθύνες του ιερατικού αξιώματος, για να δικαιολογήσει την απόφαση - επιλογή του να εγκαταλείψει την ιερατική διακονία και να καταφύγει στο ασκητήριο του Πόντου μετά την χειροτονία του σε πρεσβύτερο της Εκκλησίας από τον πατέρα του (περί το 362).

Τα αναφερόμενα εις τους λόγους του γεγονότα δεν είναι βέβαιον ότι είναι ιστορικά, μάλλον είναι φανταστικά, πλασθέντα από τον Χρυσόστομον, αφ᾿ ενός μεν να αποδείξει το ύψος της Ιερωσύνης και αφ᾿ ετέρου να παρεμποδίσει την προσέλευση σ᾿ αυτήν ακαταλλήλων προσώπων.

Τη δομή του έργου του αποτελεί η διήγηση ότι ο Χρυσόστομος και ο φίλος του (κάποιος) Βασίλειος –ο οποίος αποτελεί το άλλο πρόσωπο του διαλόγου αλλά και τον τρόπο οργανώσεως του υλικού και του θέματός του για το οποίον πρόσωπον η έρευνα δεν κατόρθωσε ακόμη να προσδιορίσει την ταυτότητά του– εξελέγησαν στο ιερατικό αξίωμα, το οποίο εναλλάσσεται άλλοτε σε απλό ιερέα και άλλοτε σε επίσκοπον. 


Και ενώ, κατά τον διάλογον του έργου, είχαν συμφωνήσει ή τουλάχιστον ο Βασίλειος έμεινε με την εντύπωση ότι αν επιέζοντο να δεχθούν την χειροτονίαν θα την εδέχοντο και ο μεν Βασίλειος πιεσθείς εδέχθη την χειροτονίαν, ο Χρυσόστομος όμως την απέφευγε και απεκρύβη. 

Απολογούμενος ο Χρυσόστομος για τη φυγή του αυτή δέχεται ότι εις την ζωήν μας έρχονται κάποιες στιγμές κατά τις οποίες η εύκαιρος απάτη είναι επιτρεπτή, εφ᾿ όσον δεν βλάπτει κανέναν και αποβλέπει στο γενικότερο καλό περιστάσεων, ώστε να εξευρίσκονται λύσεις στα αδιέξοδα και να επανορθώνονται τα ψυχικά σφάλματα· και με την έννοια αυτή η πράξη αυτή πρέπει να ονομάζεται μάλλον οικονομία και είδος σοφής διαχειρήσεώς τους.

 Έτσι ο Χρυσόστομος δικαιολογεί την δική του άρνηση να δεχθεί την Ιερωσύνην επικαλούμενος την αδυναμίαν του να ανταποκριθεί στα δυσβάστακτα καθήκοντα της Ιερωσύνης.

Πράγματι, η προβαλλομένη εμμονή του Χρυσοστόμου στην άρνησή του να αποδεχθεί την εκλογήν του στο ιερατικό αξίωμα –περί αυτού πρόκειται τελικά– αποβλέπει στο να καταδείξει την μεγάλη ευθύνη του ιερατικού αξιώματος και να παρεμποδίσει την είσοδον στις τάξεις του κλήρου ακαταλλήλων προσώπων, όπως ήδη ελέχθη.

Έτσι το έργο αυτό του Χρυσοστόμου, παρά τον καθαρά θεωρητικό χαρακτήρα του, έχει ένα συγκεκριμένο σκοπό να καταπολεμήσει την μανιώδη επιδίωξη από ανάξια άτομα να καταλάβουν το ιερατικό - επισκοπικό αξίωμα χωρίς να διαθέτουν τα απαραίτητα προς τούτο προσόντα. 

Και, ως αναφέρθη, τον ιερό πατέρα δεν ενδιέφερε τόσο η ιστορική ακριβολογία των αναφερομένων γεγονότων –(πρόσωπον Βασιλείου, διάλογος κ.λπ., τα οποία εφευρέθησαν χάριν της οικονομίας του διαλόγου)– αλλά κυρίως πώς θα προβάλλει και θα αναπτύξει συστηματικά τα σχετικά με την Ιερωσύνην προβλήματα. 

Σύμφωνα με το περιεχόμενό του μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εγχειρίδιο Ποιμαντικής και έχει όλα τα γνωρίσματα συστηματικής πραγματείας.

Πάντως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι δεν θίγονται όλα τα προβλήματα του ποιμαντικού έργου και η διαπραγμάτευσή τους φαίνεται δεν καλύπτει όλες τις σημερινές ανάγκες. 


Και τούτο διότι τα ποιμαντικά προβλήματα της εποχής εκείνης δεν παρουσιάζουν ούτε έχουν οπωσδήποτε το ίδιον ή ανάλογον πάντοτε ενδιαφέρον δια τους σημερινούς κληρικούς, λόγω της μεταβολής των κοινωνικών δομών. 

Εξ άλλου η σημερινή εποχή έχει δημιουργήσει νέα προβλήματα και έχουν προκύψει νέες ανάγκες οι οποίες δεν υπήρχαν τότε.

Εξακολουθεί, όμως, να παραμένει η αξία και η σπουδαιότητά του πολύ μεγάλη και σήμερον, διότι τονίζει την συναίσθηση της σοβαρότητος, την οποίαν οφείλουν να έχουν όσοι πρόκειται να προσέλθουν στην Ιερωσύνη και να ασκήσουν το έργο της διακονίας των πιστών.

Για τους λόγους αυτούς κυρίως το έργο αυτό αναγνωρίσθηκε περισσότερο από κάθε άλλο πατερικό σύγγραμμα και προφανώς γι᾿ αυτό δεν επεχειρήθηκε από άλλον μεταγενέστερο πατέρα της Εκκλησίας η ενασχόληση συστηματικώς με την ποιμαντική διαπραγμάτευση του θέματος.


 Ίσως σ᾿ αυτό να βρίσκεται και η μεγάλη επίδραση αλλά και η διάδοσή του. Πάντως η πραγματεία αυτή αποτελεί διαμαρτυρίαν δια την τότε –αλλά και πάντοτε– κρατούσαν ζοφεράν κατάσταση των διοικητικών πραγμάτων της Εκκλησίας και με τα όσα αναφέρει επιδιώκει να καθορίσει τα μέσα με τα οποία είναι δυνατόν να διορθώσει την κακή λειτουργία της εκκλησιαστικής οργανώσεως.

Έτσι, μετά την απόδειξη της ακαταλληλότητός του δια το αξίωμα, ο Χρυσόστομος εκθέτει την σπουδαιότητα της Ιερωσύνης, τις προϋποθέσεις αναδοχής του ιερατικού αξιώματος και τον τρόπον διεξαγωγής του ιερατικού έργου · προς το τέλος του έργου του δίνει την ζοφεράν εικόνα των κινδύνων του ποιμαντικού έργου, απαλύνει δε κάπως με τη διαβεβαίωση ότι ο Χριστός, ο οποίος αναθέτει την διακονίαν και υπηρεσίαν του στους ιερείς, θα τους βοηθήσει να εκπληρώσουν τα ιερατικά - ποιμαντικά καθήκοντά τους.

Η χρησιμοποιούμενη επιχειρηματολογία του Χρυσοστόμου στηρίζεται στην Αγία Γραφή, ενισχύεται με την πλούσια εμπειρία και αξιοθαύμαστη προσωπική παρατήρησή του και πλαισιώνεται με ζωηρές εικόνες και περιγραφές.

Όπως προαναφέρθη, σκοπός της συγγραφής του έργου τούτου είναι να παραστήσει α) το μεγαλείο και το ύψος της Ιερωσύνης, περιγράφων το δυσπρόσιτον αυτής· και β) να καθορίσει τα προσόντα των υποψηφίων δια το ιερατικό αξίωμα και τα καθήκοντα των κληρικών κατά την άσκησή τους.


2. Το μεγαλείο της Ιερωσύνης


Ο Χρυσόστομος τονίζει ότι η Ιερωσύνη είναι διακονία, η οποία εδόθη από το Θεό στους ιερείς ως «Θείον χάρισμα» και γι᾿ αυτό είναι η σπουδαιότερη και τιμιότερη από όλες τις άλλες επίγειες εξουσίες. 

Και μολονότι ασκείται επί γης, τα αποτελέσματά της διαβαίνουν στους ουρανούς και ως τοιαύτη είναι υπηρεσία η οποία αρμόζει στους αγγέλους. 

Γι᾿ αυτό το ιερατικό αξίωμα χαρακτηρίζεται «αγγελικό» αφού η Ιερωσύνη ασκείται μεν επί της γης, ανήκει όμως στην «τάξη των επουρανίων». 

Και αυτό βέβαια πρέπει να θεωρείται εύλογο, αφού την Ιερωσύνην «δεν την καθίδρυσε ούτε άνθρωπος, ούτε άγγελος, ούτε αρχάγγελος, ούτε κάποια άλλη κτιστή δύναμη, αλλά ο ίδιος ο Παράκλητος, ο οποίος την έκανε τέτοια, ώστε να φαίνεται ότι ασκείται από αγγέλους αν και ασκείται από σαρκικά όντα - ανθρώπους».

Η Ιερωσύνη έχει κατά ταύτα υπερφυσικό χαρακτήρα. Το κυριότερο δε σημείο του υπερφυσικού χαρακτήρος της Ιερωσύνης είναι η τέλεση της θείας Ευχαριστίας από τους ιερείς, η αγιαστική δύναμη του Αγίου Πνεύματος, η οποία συνδέεται με αυτήν μέσα στην Εκκλησία. 


Είναι η σημαντικότερη εξουσία η οποία παρεχωρήθη στους ιερείς, οι οποίοι μολονότι κατοικούν στη γη και ασχολούνται με επίγειες υποθέσεις, εν τούτοις έλαβαν την εξουσίαν αυτήν να ασχολούνται δηλ. με ουράνιες υποθέσεις· κάτι δηλ. που δεν παρεχωρήθη από το Θεό ούτε στους αγγέλους, ούτε στους αρχαγγέλους του. 

Και αυτό, λέγει ο ιερός πατήρ, δεν μας επιτρέπει να πιστεύομεν ότι υπάρχει άνθρωπος που να θεωρεί κάτι μεγαλύτερο και να επιθυμεί τίποτε περισσότερο από την τιμήν να ανέλθει στο ιερατικό αξίωμα. 

Και αυτή η εξουσία είναι το «δεσμείν και λύειν» ήτοι το αφιέναι τις αμαρτίες· να κρίνει επί της γης τις αμαρτίες των ανθρώπων εξουσία η οποία παρεχωρήθη από τον Υιόν και Λόγον του Θεού μόνο στους ιερείς.

Βέβαια και οι άρχοντες του κόσμου τούτου έχουν εξουσίαν του «δεσμείν» αλλά μόνον επί των σωμάτων· ενώ η εξουσία των ιερέων αναφέρεται στις ψυχές των ανθρώπων και αυτήν επικυρώνει ο ίδιος ο Θεός. 


Δηλ. λέγει ο ιερός πατήρ, ο Θεός έδωσε στους ιερείς ολόκληρη την επουράνια εξουσία να συγχωρούν τις αμαρτίες· και σε όσους μεν συγχωρούν αυτοί, αυτές θα είναι συγχωρημένες και από το Θεό, σε όσους δε δεν τους απαλλάσσουν, θα είναι δεσμευμένες και από το Θεό.

Ποια λοιπόν εξουσία άλλη θα μπορούσε να θεωρηθεί μεγαλύτερη από αυτήν; Ο Πατήρ έδωσε την εξουσία της κρίσεως των αμαρτιών στον Υιόν και Λόγον, και ο Υιός την παρεχώρησε στους ιερείς. 

Οποία τιμή για τους ιερείς! Με την εξουσία αυτή, η οποία απορρέει από το ιερατικό αξίωμα, οι ιερείς έχουν υπερβεί την ανθρώπινη φύση, έχουν απαλλαγεί από τις προσωπικές τους αδυναμίες και έχουν μετατεθεί στην τάξη των αγγέλων στους ουρανούς. 

Είναι τόσο μεγάλο το ύψος της Ιερωσύνης με την εξουσία του (δεσμείν και λύειν), του αφιέναι τις αμαρτίες των ανθρώπων και του σώζειν τις ψυχές τους και τόσο πολυτιμότερη και τιμιότερη ώστε να διαφέρει από κάθε άλλη εξουσία τόσο, λέγει ο Χρυσόστομος, όσο απέχει ο ουρανός από τη γη και η ψυχή διαφέρει από το σώμα. 

Χωρίς αυτήν την ευλογία των χειρών του ιερέως κανείς δεν μπορεί να σωθεί και να επιτύχει την ουράνια ζωή.

Ερωτά· Τι είναι ιερεύς; Ιερεύς, απαντά ο ίδιος, είναι άγγελος Κυρίου, ο οποίος δέχεται στα χέρια του το Χριστό, ομιλεί εκ μέρους του Χριστού και τον διακονεί. 


Ο ιερεύς όταν τελεί τα μυστήρια, δανείζει τα χέρια του στο Χριστό· όταν ομιλεί δανείζει την γλώσσα του στο Χριστό. 

Γι᾿ αυτό –λέγει– θα πρέπει να είναι τόσο καθαρός όσο και οι άγγελοι και να νοιώθει ότι βρίσκεται με τους αγγέλους, ανάμεσά τους στους ουρανούς. 

Και γι᾿ αυτό θα πρέπει οι ιερείς να θεωρούνται τιμιότεροι ακόμη και από τους γονείς. 

Διότι οι μεν γονείς μας εγέννησαν σαρκικά για την παρούσα πρόσκαιρη ζωή, ενώ οι ιερείς είναι εκείνοι, οι οποίοι μας αναγεννούν πνευματικά στην αιώνιο ζωή στην οποία εισερχόμεθα με τη χάρη του Θεού δια του Βαπτίσματος και της θείας Ευχαριστίας. 

Γι᾿ αυτό λοιπόν ο Θεός έδωσε μεγαλύτερη εξουσία στους ιερείς από τους φυσικούς γονείς όχι για να τιμωρούν, αλλά να ευεργετούν και να αναγεννούν τους ανθρώπους στη βασιλεία του Θεού, με τα μυστήρια, τη διδασκαλία τους, τη νουθεσία τους, τις προσευχές τους. 

Οι ιερείς με το αξίωμα αυτό ομοιάζουν, ως είπομεν, ωσάν να έχουν μετατεθεί στους ουρανούς και να έχουν υπερβεί την ανθρώπινη φύση, απαλλαγέντες από τα δικά τους προσωπικά πάθη. 

Με τον τρόπο αυτό της ζωής (και συμπεριφοράς τους) οι ιερείς δεν ζουν πλέον για τους εαυτούς τους, αλλά κυρίως ζουν για τη σωτηρία των πιστών και τη διακονίαν τους στην Εκκλησία.

Συνέπεια όλων αυτών είναι η μεγάλη ευθύνη και οι τεράστιες υποχρεώσεις των ιερέων ενώπιον του Θεού και των ψυχών τις οποίες τους ενεπιστεύθη επί της γης. 


Είναι οι υποχρεώσεις τους αυτές ανυπολογίστου αξίας, εφ᾿ όσον αυτοί γίνονται πατέρες των πιστών, προσφέρουν τη συγγνώμη, αγωνίζονται για την αναγέννηση και σωτηρία των ψυχών, προσεύχονται δι᾿ όλην την οικουμένην και προσεγγίζουν το Θεό.


3. Προϋποθέσεις Ιερωσύνης - προσόντα υποψηφίων

Η μεγάλη σπουδαιότητα του ιερατικού αξιώματος, όθεν, δημιουργεί και διαγράφει την ιδιαίτερη σοβαρότητα αλλά και τους τρόπους με τους οποίους οφείλεται να αντιμετωπίζεται από πριν, τόσον από τους υποψηφίους όσον και από τους εκλέκτορές τους, τους επισκόπους.

Οι υποψήφιοι. Βασική και απαραίτητη προϋπόθεση για τους υποψηφίους του ιερατικού αξιώματος είναι να διερευνήσουν από πριν πολύ προσεκτικά τον εαυτό τους, όλες τις προσωπικές δυνάμεις και ικανότητές τους, σωματικές, ηθικές, ψυχικές· να κάνουν προσεκτική αυτοεξέταση και εφ᾿ όσον οι διαπιστώσεις τους από τον έλεγχον αυτόν είναι θετικές και ευνοούν την απόφασή τους να ιερωθούν, τότε και μόνον θα μπορούν να προσέλθουν στην Ιερωσύνη, να τη δεχθούν και να αναλάβουν την υψηλή διακονία. 


Διότι, άλλως καμία πρόφαση και καμία δικαιολογία δεν θα είναι ικανές να τον απαλλάξουν από τη θεία τιμωρία, η οποία θα είναι σκληρή, εάν πράγματι δεν είναι ικανός και δεν μπορεί να αποκριθεί πλήρως στα ιερατικά καθήκοντα. 

Διότι, λέγει, «τα ελαττώματα των αρχόντων - ιερέων κατέστησαν πολλούς πιστούς ραθυμότερους στην επιδίωξη της αρετής και οκνηρούς στην εργασία για την επίτευξη σπουδαίων πραγμάτων. 

Για τον λόγο αυτό, συνεχίζει, πρέπει το κάλλος της ψυχής του ιερωμένου να λάμπει παντού για να ευφραίνει και ταυτόχρονα να μπορεί να φωτίζει τις ψυχές των βλεπόντων. 

Διότι τα αμαρτήματα των απλών ανθρώπων ομοιάζουν ωσάν να διαπράττονται στο σκοτάδι και βλάπτουν μόνον τους ιδίους. Το αμάρτημα, το οποιοδήποτε, όμως του επιφανή και γνωστού άνδρα (ιερέως) προκαλεί βλάβη σε όλους τους ανθρώπους...». 

Και παρατηρεί, υπογραμμίζοντας, ότι οι άνθρωποι δεν μετρούν την αμαρτίαν καθ᾿ εαυτήν, δεν μετριέται το μέγεθος του γεγονότος, αλλά μετριέται κατά την αξίαν του προσώπου που διαπράττει το αμάρτημα.

Κατ᾿ αρχήν θα πρέπει να διαπιστωθεί αντικειμενικά ότι ο υποψήφιος ιερεύς διαθέτει σύνεση, αυτοθυσία, κλίση προς την Ιερωσύνην, σεμνότητα, επαρκή μόρφωση, διδακτική ικανότητα, αλλά και σωματική και πνευματική υγεία για να μπορέσει να ανταποκριθεί στα πολλαπλά ιερατικά καθήκοντά του. 


Χωρίς με αυτό, λέγει, να μειώνω την σημασία της ευλαβείας ή τον σεβασμόν προς την ηλικίαν, όμως ούτε η ευλάβεια ούτε το γήρας μόνα τους καθιστούν τον υποψήφιον κατάλληλον για την Ιερωσύνην. 

Χαρακτηριστικά ερωτά· Γιατί θα πρέπει να τον προάγομεν, αν παρ᾿ όλην την ηλικίαν του εξακολουθεί να είναι ακατάλληλος δια την Ιερωσύνην· το νεαρόν της ηλικίας δεν είναι εμπόδιον δια την Ιερωσύνην όπως δεν είναι προσόν το γήρας. 

Οι νέοι, βεβαίως, δεν δύνανται να ελκύσουν την εμπιστοσύνην του ποιμνίου, αλλ᾿ όταν διακρίνονται δια τα άλλα τους προσόντα μπορούν ανέτως να εκλεγούν. 

Δια την καλή διαποίμανση της Εκκλησίας, τονίζει, απαιτείται κάτι περισσότερον από την αξιέπαινη άσκηση - ευλάβεια και την αγιότητα του βίου. Απαιτούνται πνευματικά και διοικητικά προσόντα.

Προκειμένου δε περί της ηθικής διαγωγής του, το ηθικόν παράδειγμα της ζωής του είναι ικανό στοιχείο να ενδυναμώσει τον ζήλο των πιστών. 


Γι᾿ αυτό θα πρέπει να κάνει το παν να το αποκτήσει ή να είναι κάτοχος των απαραιτήτων ηθικών προσόντων για να διακονήσει το σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, το σύνολον των πιστών. 

Εφ᾿ όσον, κατά τον Απ. Παύλον, η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού θα πρέπει, όποιος αναλαμβάνει την διακονία του σώματος αυτού να εργάζεται μέσα στην Εκκλησία για το Χριστό και να προσέχει ιδιαιτέρως μήπως υπάρχει κάποιος σπίλος ή ρυτίδα ή ο,τιδήποτε άλλο, το οποίον μπορεί να αλλάξει ή να καταστρέψει την ωραιότητα και ευπρέπεια του έργου του.

Λόγω ακριβώς των πολλών δυσκολιών και μεγάλων απαιτήσεων τις οποίες έχει το ιερατικόν έργον θα πρέπει ο (υποψήφιος) ιερεύς να διαθέτει ανεξάντλητη ψυχική και θεϊκή δύναμη.

Δεν θα πρέπει να εκνευρίζεται με τις ανυπόστατες κατηγορίες ούτε με τις παράλογες αιτιάσεις, αλλά θα πρέπει να ανέχεται όλες τις ιδιοτροπίες και επικρίσεις των ανθρώπων, οι οποίοι, ενώ δεν προσφέρουν, αντιθέτως για να δικαιολογήσουν τις δικές τους παραλείψεις και ασυνέπειες, κατακρίνουν δικαίως ή αδίκως τις περισσότερες φορές και διαδίδουν ότι ο ιερεύς ή ο επίσκοπος κλέβει από την Εκκλησία τις εισφορές των πτωχών πιστών ή κατατρώγει και αρπάζει από τους αδυνάτους το υστέρημά τους.

Όλος ο κόσμος απαιτεί πολλά από τον ιερέα ή τον επίσκοπον, έστω και αν αυτός ο κόσμος δεν προσφέρει τίποτε στην Εκκλησία και στο έργο τους. Γι᾿ αυτό λέγει χαρακτηριστικά «ε, λοιπόν, αυτή η ιερατική εξουσία, το ιερατικό αξίωμα, όχι μόνο δεν παρέχει καμιά ευχαρίστηση, αλλ᾿ αντιθέτως είναι συγχρόνως η χειρίστη δουλεία». 


Είναι λοιπόν ο ιερεύς κατώτερος δούλος. Αυτά τα εγνώριζε ο ιερός πατήρ και γι᾿ αυτό δεν ήθελε να δεχθεί την Ιερωσύνην, την οποίαν όμως τελικά όχι μόνον εδέχθη αλλά και υπηρέτησε υποδειγματικά για όλες τις μετέπειτα γενιές.

Γι᾿ αυτό, τονίζει υπερβαλλόντως ότι, προκειμένου να προσέλθει κανείς στο ιερατικό αξίωμα οφείλει να έχει βαθειά συναίσθηση της μεγάλης ευθύνης την οποίαν αναλαμβάνει και των πολλών και ποικίλων δυσκολιών τις οποίες θα έχει να αντιμετωπίσει. 


Η διακυβέρνηση των εκκλησιαστικών πραγμάτων και η προστασία των ψυχών πρέπει να ανατίθεται σε ανθρώπους οι οποίοι διακρίνονται δια την ηθικήν τους ανωτερότητα και όχι σε ακατάλληλους και ανάξιους, οπότε η Εκκλησία δεν διαφέρει από τα κοσμικά πράγματα και ομοιάζει με τα παλιρροϊκά νερά του πορθμού του Ευρίπου. Ακόμη, λέγει, για την Ιερωσύνην ότι πρόκειται καθαρά περί τέχνης της ψυχής.


4. Τα χαρίσματα της Ιερωσύνης - Προτερήματα

Κατά τον ’γιον Ιωάννη τον Χρυσόστομο η Ιερωσύνη διακρίνεται από διάφορα χαρίσματα - προτερήματα και αρετές. Χαρακτηριστικά τονίζει ότι η ψυχή του ιερέως πρέπει να διακρίνεται και να μαρτυρεί το «ουράνιον κάλλος» και αυτό επιτυγχάνεται μόνον όταν κατέχει ολόκληρη την αρετή, εφάμιλλη της αρετής των αγγέλων.

Θεμέλιο αυτής της αρετής είναι κυρίως και πρωταρχικά 

1) Η αγάπη προς τον Θεόν, η οποία κατά τον απ. Παύλον είναι «το πλήρωμα του νόμου». Χωρίς αυτήν την αρετήν, δεν ωφελούν τα όποια άλλα πνευματικά χαρίσματα. 

Έπειτα, εκείνο που πρέπει να συγκλονίζει την ψυχήν του ιερέως είναι η αγάπη του προς το ποίμνιον, ως απαύγασμα της θείας αγάπης. Ο Κύριος καθώρισεν ότι εκδήλωση της αγάπης προς Αυτόν είναι η αγάπη και φροντίδα για το ποίμνιο. 

Ο ιερεύς, που αγαπά τον Θεόν θα αγαπήσει γνήσια και ολοκληρωτικά και το ποίμνιό του· «Ο γαρ τον Χριστόν φιλών και την ποίμνην αυτού φιλεί». 

Και αυτή η αγάπη του πρέπει να επεκτείνεται, λέγει ο Χρυσόστομος, προς κάθε άνθρωπον χωρίς καμίαν εξαίρεση και να είναι ανεξάντλητη χωρίς διακρίσεις με την πρόφαση δηλ. ότι ο τάδε είναι κλέφτης, ο άλλος πόρνος ή ο ένας είναι φτωχός και ο άλλος καταφρονημένος. 

Αναλογίσου, λέγει, «ότι και υπέρ τούτου Χριστός απέθανε, και αρκεί σοι τούτο εις πάσης προνοίας υπόθεσιν».

Πρότυπα αγάπης, μάλιστα, ο ’γιος Πατήρ προβάλλει τους Αποστόλους Παύλον και Πέτρον. Ως παραδείγματα δε και χαρακτηριστικές εικόνες αγάπης προβάλλει την μητρική αγάπη· «Αν οι μητέρες δείχνουν τόση φιλοστοργία στα τέκνα τους, πολύ περισσότερο πρέπει ο ιερεύς να δείχνει μεγάλη φροντίδα και επιμέλεια για το ποίμνιό του».

2) Άλλο χάρισμα - αρετή, το οποίο ο Χρυσόστομος υπογραμμίζει ιδιαιτέρως, είναι η τεράστια επίδραση, την οποίαν ασκεί η ηθική διαγωγή του ποιμένος στην ηθική κατάσταση του ποιμνίου του. 


Τα ηθικά και πνευματικά προσόντα του ιερέως αποτελούν το περιεχόμενο της χριστιανικής διδασκαλίας και αυτά πρέπει να γίνουν κτήμα όλων των πιστών. Τούτο δε επιτυγχάνεται με την ηθική καθαρότητά του στην προσωπική και οικογενειακή ζωή και την άψογη συμπεριφορά του.

3) Άλλο ένα από τα βασικά χαρίσματα - αρετές που πρέπει να διαθέτει ο ιερεύς είναι η διδακτική δράση του. Δεν νοείται να υπάρχει κληρικός που δεν ασκεί το έργο της διδασκαλίας το οποίον είναι πάντοτε παιδαγωγικό. 


Είναι αναγκαίο προσόν για τον ιερέα να κηρύττει τον λόγο του Θεού, γιατί αυτό –όπως ήδη αναφέρθη– είναι το στόμα του Χριστού και έχει μεγάλην ευθύνην όποιος ιερεύς δεν κηρύττει τα λόγια του Κυρίου· «Ο την αρχήν της Εκκλησίας εμπεπιστευμένος και τω της επισκοπής αξία τετιμημένος, αν μη διαγορεύει (= κηρύττει), τω λαώ τα πρακτέα ουκ ανεύθυνός εστιν. Ο μέντοι λαϊκός ουδεμίαν ανάγκη έχει».

Το διδακτικό έργο του έχει διττήν μορφήν· την πρώτην, την θετικήν, για να διαφωτίσει τα μέλη της Εκκλησίας, τους πιστούς για τις αλήθειες της χριστιανικής πίστεως και την ηθικήν κατάρτισή τους, και την δευτέραν, την αρνητικήν, να επιχειρεί να αναιρέσει και αποκρούσει τους αιρετικούς και τις ψευδοδιδασκαλίες τους. Δεν εννοείται Ιερωσύνη χωρίς διδασκαλία και κήρυγμα. Γι᾿ αυτό και ο επισκοπικός θρόνος είναι θρόνος διδακτικός.

Ο Χρυσόστομος, με βάση το χάρισμα του λόγου παρομοιάζει τον ιερέα ως γεωργό, που σπέρνει συνεχώς και αναμένει πολύ καιρό να αποδώσει ο σπόρος του· ως ποτάμι που αναζωογονεί τις ψυχές και τις κάνει να καρποφορούν στη συνέχεια, ως ιατρό, που με τα κατάλληλα φάρμακα του λόγου του θεραπεύει πολλούς πιστούς και τέλος ως μέλισσα , που αντλώντας από τις Άγιες Γραφές το νέκταρ των θείων αληθειών δίδει μέλι στις ψυχές των πιστών.

Για να έχει δε επιτυχία το κήρυγμα και η διδασκαλία του ιερέως, εκτός από την όποια γενική μόρφωσή του, πρέπει να κάνει συνεχώς ειδική προετοιμασία για να γίνει καλός χειριστής του λόγου. 


Πρέπει ο ίδιος να έχει κάποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα με πρώτο και βασικό την συνεχή μελέτη και θερμή προσευχή. Διότι η μάθηση γενικά και ειδικά το κήρυγμα, η ομιλία, δεν είναι μόνο φυσικό προσόν - χάρισμα, αλλά και επίκτητο· είναι δηλ. αποτέλεσμα επίπονης προσπαθείας, εντατικού αγώνος και συνεχούς ασκήσεως. 

Όσο ασκείται κανείς τόσο καλύτερη επιτυχία έχει στο έργο του. Χαρακτηριστικά ο ιερός πατήρ λέγει· «μη προφασίζεσαι ότι είσαι αγράμματος και γι᾿ αυτό δεν κηρύττεις, αυτό είναι πρόφαση τεμπελιάς σου. Πρέπει να κηρύττεις γιατί έτσι θα αποφύγεις κατά το δυνατόν, τις επικρίσεις εκ μέρους των επικριτών πιστών, οι οποίοι συνηθίζουν όχι μόνο να διδάσκονται αλλά και να κρίνουν και επικρίνουν τους διδάσκοντες ιερείς τους».

Δεύτερο γνώρισμα (που πρέπει να διαθέτει) είναι ο λόγος του, το κήρυγμά του να έχει δύναμη και να μην είναι υποτονικός. Να ομιλεί με αυτοπεποίθηση και αυθεντία , με εμπιστοσύνη στο μεταμορφωτικό λόγο του Θεού.

Τρίτο γνώρισμα, είναι να περιφρονεί τους επαίνους και να αποφεύγει τις επιδοκιμασίες του ακροατηρίου του για τα καλά του λόγια και τα ρητορικά σχήματα, γιατί σκοπός της διδασκαλίας και του κηρύγματός του είναι πώς θα μπορέσει να επιτύχει την πνευματική κατάρτιση, την ηθική οικοδομή και την ψυχική ωφέλεια των πιστών - ακροατών του. 

Γι᾿ αυτό θα πρέπει η ομιλία του να γίνεται με σκοπό να αρέσει πρώτα στο Θεό και μετά να ωφελήσει τους ανθρώπους.

Πρέπει δηλ. ο ιερεύς με την ομιλία του να είναι διδάσκαλος μόνο των πιστών και οδηγός των ψυχών, όπως ο απόστολος Παύλος.

Το τέταρτο γνώρισμα είναι ότι το κήρυγμά του και ο λόγος του πρέπει να είναι ορθόδοξος και να διακρίνεται για την ποικιλίαν του περιεχομένου, αφού και οι ακροατές του είναι διάφοροι, και ακόμη να είναι επίμονος, να μη σταματά να συμβουλεύει συνεχώς μέχρι που να ιδεί τα λόγια του να γίνονται έργα από τους ακροατές του· 


«Εβουλόμουν και εν νυκτί τούτο ποιείν, και εν ταις τραπέζαις ταις υμετέραις, είγε ενήν, και εις μυρία σχισθέντα παραγενέσθαι υμίν και διαλέγεσθαι», έλεγε ο Χρυσόστομος· «σας λέγω συνεχώς τα ίδια για να σας κάνω να τα εντυπώσετε» και «οι συχνές ομιλίες μου δεν είναι αποτέλεσμα της πολυλογίας μου, αλλά της φροντίδος και της φιλοστοργίας και του πόθου του διδασκάλου για να μη χαθούν τα όσα λέγω», παρ᾿ ότι πολλοί από τους ακροατές του, προκειμένου να τον αποθαρρύνουν να ομιλεί του έλεγαν· ποιον ωφελείς κηρύττοντας συνεχώς; 

Εκείνος έλεγε ότι ο λόγος του Θεού δεν πάει χαμένος γιατί· α) είναι θεϊκός. Αν δεν ακούσουν όλοι, θα με ακούσουν οι μισοί· και αν δεν με ακούσουν οι μισοί, θα με ακούσουν το 1/3· και αν όχι το 1/3 το 1/10· και αν όχι το 1/10 και ένας να με ακούσει μου είναι αρκετόν· διότι θα σωθεί έστω και ένας. 

Αλλά και αν ούτε ο ένας με ακούσει, είμαι ήσυχος, διότι εγώ έκανα το χρέος μου και θα έχω «τον μισθόν μου απηρτισμένον». Αλλά τέτοια αποτυχία ήταν αδύνατον να συμβεί, γιατί είχε εμπιστοσύνη στο Θεό και διακαή πόθο για την σωτηρία όλων. 

Έτσι πρέπει να κάνει και κάθε κληρικός, να έχει εμπιστοσύνη στο Θεό, αφού σκοπός κάθε κηρύγματος είναι η σωτηρία των πιστών. 

Άλλωστε η καρποφορία πάντοτε αργεί . Όπως ο γεωργός σπέρνει αλλά περιμένει πολλούς μήνες να συλλέξει τους καρπούς· όπως ο ψαράς, λέγει, πηγαίνει πολλές φορές για ψάρεμα, έτσι και ο ιερεύς δεν πρέπει να απελπίζεται , από τις τυχόν αποτυχίες του· δεν πρέπει να αποθαρρύνεται και εγκαταλείπει την προσπάθειά του, αλλά να κηρύττει και να περιμένει τα αποτελέσματά του τα οποία οπωσδήποτε θα έλθουν. 

Και αυτό, γιατί το κήρυγμα είναι χρέος επιτακτικό και αποστολή, ακόμη και όταν φαίνεται ότι δεν εισακούεται, ακόμη και όταν δέχεται ειρωνείες ή δυσμενή σχόλια.

Πρέπει να γίνει κατανοητόν ότι το κήρυγμα είναι αποστολή του ιερέως, ανεξάρτητα από τα όποια αποτελέσματά του. Και η χαρά και ικανοποίησή του βρίσκεται κυρίως στο ότι επιτελεί το χρέος του απέναντι στο Θεό και όχι στην όποια καρποφορία του. 


Χαρακτηριστικά έλεγε· «του συμβουλεύσαι, ου του πείσαι κύριος ο λέγων εστί... Έγκλημα γαρ ου το μη πείσαι, αλλά το μη συμβουλεύσαι...». Έτσι έβλεπε ο ιερός πατήρ το χάρισμα του λόγου στον ιερέα. 

Το κήρυγμα πάντοτε καλλιεργεί τις ψυχές των πιστών, ωφελεί τους ακροατές και αφήνει μεγάλη καρποφορία. Μένει αιώνιο παράδειγμα αναζωπυρώσεως του ιερατικού χαρίσματος το «κηρύττειν τον λόγον του Θεού».

4) Ο ιερεύς, λόγω της εξουσίας την οποίαν διαθέτει και η οποία, όπως ήδη ανεφέρθη, είναι ανώτερη από κάθε κοσμικό άρχοντα, πρέπει να έχει το χάρισμα, πρέπει να ομιλεί ως έχων αυθεντίαν και κυρίως πρέπει να ομιλεί με παρρησία και να έχει το θάρρος να ελέγχει το κακόν και την αμαρτίαν. 


Αλλ᾿ επειδή ο έλεγχος είναι έργον πολύ δύσκολον, γιατί συναντά συνήθως τις αντιδράσεις των ελεγχομένων, ο ιερεύς βρίσκεται συχνά σε δίλημμα ή να επαινεί και να τα έχει καλά, ει δυνατόν, με όλους ή να ελέγχει και να δυσαρεστεί πολλούς κάνοντάς τους έτσι εχθρούς του. 

Όμως, όπως ο άριστος διδάσκαλος δεν πρέπει να ακολουθεί τις επιθυμίες των μαθητών του, αλλά να τους καθοδηγεί στο ορθό και στο πρέπον, έτσι και ο ιερεύς πρέπει να ελέγχει αλλά και να εξηγεί τους λόγους δια τους οποίους κάνει τους ελέγχους, όπως και ο ίδιος, ο Χρυσόστομος, έδιδε εξηγήσεις για τους ελέγχους που έκανε και μάλιστα καθόριζε και τους τρόπους του ελέγχου.

Ο έλεγχος, έλεγε, πρέπει να γίνεται· 


α) με ειλικρινή αγάπη και πόνο ψυχής , ωσάν να γίνεται σε αδελφούς· 

β) να γίνεται με πραότητα, χωρίς εμπάθεια και οργή· 

γ) να μην εξευτελίζεται προσωπικά ο ελεγχόμενος αλλά το πάθος του, η αμαρτία του· 

δ) να έχει ποικιλία ο έλεγχος, να μην είναι πάντοτε μόνο σκληρός αλλά και γλυκύς - μαλακός · να είναι δηλ. φιλόστοργος , όπως ο ίδιος έλεγε προς όλες τις κατευθύνσεις και γι᾿ αυτό χαρακτηρίσθηκε ιεροκήρυκας του ελέγχου και της παρρησίας· έλεγχε το λαό για την ανθρώπινη ματαιοδοξία του· έλεγχε τα θέατρα, τα οποία ήταν ό,τι τα σημερινά και η σημερινή τηλεόραση· έλεγχε τους βασιλείς και τους άρχοντες για τις σπατάλες, την αδικία, την πολυτέλεια, την διαφθορά. 

Όμως έλεγχε σφοδρώς και τους ιερείς που ζούσαν ως παράσιτα στοιχεία. Τους έλεγε για την ανηθικότητα, την φιλαργυρία, την γαστριμαργία· έλεγχε εκείνους που πλούτιζαν από την Ιερωσύνην, τους «βαλαντιοσκόπους», όπως τους ονόμαζε· εκείνους που ζούσαν κοσμική ζωή, «τους παρασίτους και κόλακες», και εκείνους που ζούσαν με «συνεισάκτους», τις δήθεν αδελφές τους, σκανδαλίζοντας έτσι το ποίμνιο.

Βέβαια ο έλεγχός του αυτός έγινε η αιτία να τον μισήσουν οι θιγόμενοι και να τον διώξουν· ποιοι ήταν αυτοί; 


α. Οι ανήθικοι μοναχοί, και ιερομόναχοι ακόμη και επίσκοποι , όλοι αυτοί που συζούσαν με τις δήθεν αδελφές τις λεγόμενες «συνεισάκτους», προκαλώντας δημόσιον σκάνδαλον. 

β. Οι πλεονέκτες , των οποίων καυτηρίαζε την πλεονεξίαν, χαρακτηρίζοντάς την μητέρα όλων των κακών. 

γ. Όσοι συνήθιζαν να κατατρώγουν τα εκκλησιαστικά χρήματα, με αρπαγές και γαστριμαργίες, είτε αυτοί ήταν άνθρωποι της Εκκλησίας είτε ήταν ισχυροί κοσμικοί άρχοντες. 

δ. Οι μισθωτοί ποιμένες. 

ε. Οι φιλόσαρκοι και κοσμικόδουλοι μοναχοί και άτακτοι ιερείς. 

στ. Οι πλουτόδουλοι εγωϊστές και αλαζόνες. 

ζ. Οι άνομοι της αυλής και ιδίως τα αυλικά γύναια –τα όποια αυλικά γύναια κάθε εποχής– με τις ματαιόδοξες φιλαρέσκειές τους, τις σπατάλες και την άστατη ζωή τους.

5) Συνυφασμένο με την ιερατική διακονία είναι επίσης το χάρισμα η αρετή της φιλανθρωπίας , ήτοι η αγάπη και - η φροντίδα για τους πτωχούς, τους πονεμένους, τους κατατρεγμένους και γενικά τους αναξιοπαθούντες.

Ο Χρυσόστομος προτρέπει τους ιερείς να δείχνουν το παράδειγμα της φιλανθρωπίας και όχι της φιλαργυρίας, να τον μιμούνται σ᾿ ό,τι έκανε και αυτός στο κοινωνικό έργο. 


Στην Αντιόχεια περιέθαλπτε περί τους 3.000 πτωχούς καθημερινά, στην Κωνσταντινούπολη περί τους 7.000 και σ᾿ όλη αυτή την οργάνωση της κοινωνικής προνοίας είχε βοηθούς και συνεργάτες τους ιερείς και τις διακόνισσες· είχε οργανώσει φιλοξενία των ξένων και αστέγων, περιέθαλπτε αρρώστους σε νοσοκομεία· επεσκέπτετο τις φυλακές κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, και απελευθέρωνε συχνά πολλούς φυλακισμένους αιχμαλώτους.

6) Ένα ακόμη ουσιαστικό χάρισμα - αρετή, που πρέπει να διακρίνει τον ιερέα είναι η υπομονή , η συγχωρητικότητα και η αγάπη απέναντι στους μετανοούντες και σε όσους τον εχθρεύονται. 


Ο ιερεύς ως πνευματικός πατέρας όλων πρέπει να βλέπει με στοργή όλους όσους αμαρτάνουν και τηρούν εχθρική στάση απέναντί του· να νοιώθει την ανθρώπινη αδυναμία τους και να τους συμπαραστέκεται· να τους προτρέπει να εξομολογούνται, να επανέλθουν κοντά στην Εκκλησία και να αποκατασταθούν· να είναι μαζί τους συγκαταβατικός - συγχωρητικός.

Γι᾿ αυτό ο Θεός δεν έβαλε αγγέλους, αλλά ανθρώπους να εξομολογούν για να μπορούν αυτοί ως άνθρωποι με τις δικές τους αδυναμίες, να καταλαβαίνουν καλύτερα τα παραπτώματα των συνανθρώπων τους και να δείχνουν κατανόηση και συγχωρητικότητα, κρίνοντες από τις δικές τους ανθρώπινες αδυναμίες. 


Ο ιερεύς πρέπει να είναι ανεξίκακος και να συγχωρεί όχι μόνο τους λαϊκούς που τον εχθρεύονται και τον κατηγορούν, αλλά κυρίως τους συναδέλφους του, τους ιερείς από τους οποίους πολλές φορές προέρχονται οι χειρότερες κατηγορίες, οι απίθανες συκοφαντίες, οι διάφορες διαβολές και άλλες συμπεριφορές μεταξύ τους, απαράδεκτες για λειτουργούς του Υψίστου. 

Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι παρ᾿ ότι οι χριστιανοί διαφθείρουν την Εκκλησίαν του Χριστού χειρότερο και περισσότερο από τους εχθρούς και τους αντιπάλους της, ο αγαθός Θεός εξακολουθεί να τους αγαπά και να τους καλεί σε μετάνοια. 

Την κατάκριση γενικότερα και τους ιεροκατηγόρους ο Χρυσόστομος βρίσκει σε δύο κυρίως τάξεις - κατηγορίες ανθρώπων· α) στους πτωχούς και ιδίως στις γυναίκες , οι οποίες είναι μεμψίμοιρες και κακολόγοι και β) δυστυχώς στους συναδέλφους τους, τους κληρικούς, οποιουδήποτε βαθμού. 

Οι ιερείς με τις κατηγορίες και συκοφαντίες τους για τους συνιερείς, κυρίως υπονομεύουν και κλονίζουν τη θέση και το κύρος τους στις συνειδήσεις των πιστών και του κοινού· και αυτό γίνεται είτε από αντιζηλεία, είτε από επιθυμία να καταλάβουν κάποια θέση είτε και από όποιους άλλους λόγους, επειδή αυτοί γνωρίζουν καλύτερα έτσι από τους λαϊκούς τα τρωτά σημεία της διακονίας τους και μπορούν να κάνουν καλύτερα πιστευτές τις διαβολές και τις συκοφαντίες τους. 

Να σημειωθεί ότι οι χειρότεροι κατήγοροι και εχθροί του Χρυσοστόμου απεδείχθει ότι ήσαν οι κακοί κληρικοί και μάλιστα επίσκοποι, πράγμα που τον ανάγκασε να ειπεί· «ουδένα γαρ λοιπόν δέδοικα ως τους επισκόπους, πλην ολίγων».

Επειδή βεβαίως οι κατακρίσεις και οι συκοφαντίες είναι αναπόφευκτες και αναμενόμενες, απ᾿ όποιους και αν προέρχονται αυτές, και οσονδήποτε άψογη και αν είναι η συμπεριφορά και υποδειγματική η διαγωγή των ιερέων, γι᾿ αυτό οφείλουν οι ιερείς να τις αντιμετωπίζουν με συγγνώμη και επιείκεια και όχι με οργή και βίαιον τρόπον, ενώ εκ παραλλήλου οφείλουν να προσπαθούν με ηπιότητα και πραότητα να διαλύσουν τις όποιες κατηγορίες και συκοφαντίες και κυρίως να αγωνίζονται συνεχώς να βελτιώνουν την συμπεριφορά της προσωπικής τους ζωής και των μελών της οικογενείας ή του περιβάλλοντός τους.

Γενικά οι ιερείς και ειδικά οι επίσκοποι ενώπιον της καταστάσεως αυτής οφείλουν να είναι πολύ προσεκτικοί στη συμπεριφορά τους· οφείλουν να συμπεριφέρονται και συναναστρέφονται κατά τον ίδιον, ει δυνατόν, τρόπον προς όλους τους πιστούς, χωρίς να δείξουν κάποια εύνοια ή συμπάθεια προς ορισμένα μόνον πρόσωπα, ιδίως τους πλουσίους, ευγενείς, άρχοντες, ισχυρούς και να φαίνονται αδιάφοροι προς τους απλούς πιστούς. 

Διότι, λέγει ο ιερός πατήρ, τα αμαρτήματα επιφέρουν πολύ βαρύτερη τιμωρία, όταν διαπράττονται από τους ιερείς, απ᾿ όσην, όταν διαπράττονται από λαϊκούς. 

Διότι ο λαός προσέχει και τις μικρότερες λεπτομέρειες και κινήσεις και βρίσκει αφορμές ακόμη και εκεί που δεν υπάρχουν πολλές φορές, όχι μάλιστα όταν τους δίνονται αφορμές. 

Ο Χρυσόστομος, όπως και άλλοι πατέρες και εκκλησιαστικοί συγγραφείς, δίνουν μεγάλην σημασίαν και στις εξωτερικές κινήσεις και συμπεριφορές των ιερέων, διότι με αυτές, πολλές φορές, εκφράζονται οι εσωτερικές διαθέσεις τους.

Γι᾿ αυτό δεν πρέπει να δημιουργούνται δυσμενείς εντυπώσεις, έστω και αν αυτές συχνά είναι άδικες ή υπερβολικές σε βάρος των κληρικών. 


Ακόμη, παρατηρεί ο Χρυσόστομος, ο ιερεύς - επίσκοπος πρέπει να είναι ειρηνικός, να ειρηνεύει με όλους· και όταν κατηγορείται δικαίως ή αδίκως, να μην οργίζεται, να είναι ανεξίκακος και να μη θέλει να εκδικηθεί, (γιατί η εκδίκηση είναι έργον του Θεού), αλλά να κάνει υπομονή, σκεπτόμενος ότι και ο Χριστός συκοφαντήθηκε και σταυρώθηκε από ψευδομάρτυρες· και ότι όπως Εκείνος προσηύχετο για τους σταυρωτές του, έτσι και ο ιερεύς πρέπει να προσεύχεται και να ευλογεί τους κατηγόρους - συκοφάντες και να μη τους καταράται, γιατί έργο της Ιερωσύνης είναι η ευλογία και όχι η κατάρα και η εκδίκηση. 

Και ο ίδιος ο ιερός πατήρ εύρισκε τη δύναμη να προσεύχεται και είχε την υπομονή να λέγει μπροστά στα όσα υπέστη «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν». Αλλά και σε κάθε παρουσιαζόμενη δυσκολία έλεγε· «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν· ου γαρ παύσομαι τούτο επιλέγων αεί επί πάσι μοι τοις συμβαίνουσ ι».

Το χάρισμα της υπομονής και καρτερικότητος, που πρέπει να διακρίνει τους ιερείς, είναι, έλεγε, απαίτηση του Θεού· «ο υπομείνας εις τέλος σωθήσεται». Διότι οι θλίψεις και οι στενοχώριες της ζωής υπηρετούν τα σχέδια της θείας Προνοίας. 


«Ας βαδίζομε με ορθωμένο το μέτωπο στις δυσχέρειες της ζωής και όχι μόνο με αυταπάρνηση, αλλά με χαρά και ευγνωμοσύνη προς την Θεία Πρόνοια, που μας οδηγεί πάντοτε στην ευτυχία, όταν εμείς αγαπούμε το αγαθό».

Αρχή και πεποίθηση του αγίου Χρυσοστόμου ήταν ότι τίποτε άλλο δεν είναι κακό σε μας παρά μόνο η αμαρτία, επειδή την κάνομε εμείς και γι᾿ αυτό γινόμεθα και δυστυχείς. 


Χαρακτηριστικά, έλεγε, είναι χάρισμα λοιπόν του ιερέως να υπομένει καρτερικά τις θλίψεις και τις στενοχώριες της καθημερινής ζωής. ’λλωστε, παρατηρεί ο ιερός πατήρ, το τέλος του ιερέως είναι το επισφράγισμα της διακονίας του· ήτοι είναι προνόμιο των αγίων ιερέων το μακάριον τέλος. 

Ο ίδιος, όταν του ανήγγειλαν νέα εξορία σε χειρότερα μέρη απ᾿ εκείνα που τον είχαν στείλει αρχικά, απήντησε· «Το θέλημα του Κυρίου γενέσθω· εάν τε ζώμεν, εάν τε αποθνήσκωμεν του Κυρίου εσμέν».

Μετά από αυτά, δικαιολογημένα, ο Χρυσόστομος αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο ιερατικό έργο και μάλιστα στο αγιαστικό έργο του ιερέως. Διότι αυτό αποτελεί το θεμέλιο της πραγματικής χριστιανικής ζωής αλλά και την πηγή της ηθικής τελειώσεως και σωτηρίας των πιστών. 


Βεβαίως ο ιερός πατήρ δεν ενδιαφέρεται να υποδείξει τρόπους διεξαγωγής της λατρείας, αλλά ενδιαφέρεται να τονίσει την σπουδαιότητα του αγιαστικού έργου, αναφέροντας ειδικότερα τα μυστήρια του Ευχελαίου, της Εξομολογήσεως, του Βαπτίσματος, της θείας Ευχαριστίας.

Διότι· α) δια του Ευχελαίου αποδίδεται η σωματική και ψυχική υγεία· β) δια της Εξομολογήσεως συγχωρούνται τα αμαρτήματα των ειλικρινώς μετανοούντων και τα αποτελέσματά της οδηγούν στη μέλλουσαν ζωήν και την ουράνιον βασιλείαν· γ) δια του Βαπτίσματος επιτυγχάνεται η αναγέννηση στη νέα εν Χριστώ ζωή και τέλος δ) δια της Θείας Ευχαριστίας μεταδίδεται το σώμα και αίμα του Κυρίου, αφού ο ιερεύς κατά την τέλεσή της με τη χάρη του Θεού κρατεί «το πυρ της θυσίας», περιστοιχιζόμενος από τις αγγελικές δυνάμεις.

Η Εκκλησία δεν θέλει, λέγει ο Χρυσόστομος, τους πιστούς της να γνωρίζουν απλώς τις αλήθειες της πίστεως και να παρακολουθούν παθητικά τη λατρεία και τις άλλες τελετές, αλλά θέλει τα μέλη της να εφαρμόζουν στη ζωή τους τις θείες εντολές. 


Σ᾿ αυτό βοηθός και αρωγός έρχεται ο ιερεύς με το διδακτικό και αγιαστικό έργο του για τη διόρθωση των ψυχών και ενσυνείδητη συμμετοχή τους στα της λατρείας.

Το έργο όμως της διορθώσεως των ψυχικών καταστάσεων των πιστών είναι πολύ λεπτόν και απαιτεί ιδιαίτερη και μεγάλη προσοχή για να είναι δυνατόν να παρακολουθούνται οι κακές έξεις της ψυχής· απαιτεί ακόμη και μεγάλην επιδεξιότητα για να προσφέρεται σε κάθε περίπτωση η ανάλογη θεραπεία.

Χαρακτηριστικά, λέγει ο ιερός πατήρ, όταν ο ψυχικά ασθενής, ο αμαρτωλός, αναγκασθεί από υπερβολική αυστηρότητα να δεχθεί κάποια μέτρα - επιτίμια για να διορθωθεί, ενίοτε αντιδρά βίαια και οδηγείται πεισματικά σε πνευματική καταστροφή. 


Αν όμως δεν του επιβληθεί ανάλογον με το παράπτωμά του επιτίμιον ίσως τότε αυτός μπορεί να συνεχίζει την ίδια με την προηγούμενη αμαρτωλή ζωή και να μη διορθωθεί. 

Η συνεχής και επίμονη προσπάθεια προς διόρθωση των αμαρτανόντων επιτυγχάνεται με την επιβολή αναλόγων προς το μέγεθος των αμαρτημάτων επιτιμίων, αλλά και αυτή πρέπει να γίνεται πάντοτε αναλόγως με τις διαθέσεις του κάθε αμαρτάνοντος.

Επειδή, όπως ανεφέρθη, οι ψυχικές ασθένειες των ανθρώπων τους οποίους διακονεί είναι δυσδιάκριτες και δυσδιάγνωστες, η θεραπεία τους δεν μπορεί να επιβληθεί δια της βίας, αφού, ως γνωστόν, ο Θεός βραβεύει και στεφανώνει μόνον εκείνους που οικειοθελώς και από μόνοι τους αποφεύγουν το κακό και αγωνίζονται για τη διόρθωσή τους και όχι αναγκαστικώς.

Μάλιστα, η δυσκολία αυτή του ιερέως γίνεται, κατά την άσκηση του έργου του, ακόμη μεγαλύτερη και από έναν πρόσθετον λόγον, από άλλους εγγενείς παράγοντες, από τις αδυναμίες δηλ. του εαυτού του και από τον σκληρόν και συνεχή εσωτερικόν πόλεμον τον οποίον αδιακόπως κάνει ο ίδιος με τον εαυτόν του. 


Έτσι γίνεται κατανοητόν πόσον δυσκολότερον είναι να αντεπεξέρχεται ο ιερεύς στα πολλαπλά και δυσχερή καθήκοντά του, όταν δεν είναι σε θέση ούτε τον εαυτόν του να γνωρίζει και να εξουσιάζει. 

Υπάρχει όμως ελπίδα να φέρει σε πέρας με επιτυχία το έργο του και να επιτελέσει την υψηλή και δυσπρόσιτη αποστολή του, της σωτηρίας των ψυχών, των ανθρώπων τους οποίους του ενεπιστεύθη ο ίδιος ο Θεός και του ανέθεσε ο επίσκοπός του, ο εις «τύπον και τόπον Χριστού», όταν ο ιερεύς κοσμείται από εξαιρετικές ηθικές και πνευματικές αρχές και αρετές –ωσάν αυτές που μέχρι τώρα ανεφέρθησαν προηγουμένως– και αποβλέπει σε ένα και μόνον σκοπόν, «την οικοδομήν του ποιμνίου, την εκκλησιαστικήν οικοδομήν».

Κατόπιν τούτων γίνεται φανερόν πόσον μεγάλες είναι οι δυσκολίες αλλά και οι ευθύνες του ιερατικού αξιώματος και ακόμη, πόσοι κίνδυνοι υπάρχουν κατά την άσκηση του σπουδαιοτάτου ποιμαντικού έργου του. 


Διότι, αν για κάθε άνθρωπον στον οποίον έχει ανατεθεί η άσκηση ενός οιουδήποτε σημαντικού έργου, αυτός έχει την ευθύνην της διεκπεραιώσεώς του και εφ᾿ όσον δε το έργο αυτό αναφέρεται σε υλικά πράγματα, σε περίπτωση αποτυχίας οποιαδήποτε και αν είναι η ενδεχόμενη υλική ζημία, εάν δεν τύχει συγγνώμης, μπορεί να καταβληθεί χρηματική αποζημίωση, εφ᾿ όσον οδηγηθεί στα δικαστήρια.

Στην περίπτωση όμως της Ιερωσύνης, τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά· διότι ο ιερεύς υπηρετεί πνευματικά αγαθά και έχει την ευθύνη για όλες τις ψυχές που του έχουν ανατεθεί από τον Θεόν και γι᾿ αυτό και η τιμωρία του θα είναι μεγαλύτερη και σκληρότερη, θα είναι αιώνια.

Σύμφωνα, λοιπόν, λέγει με τα όσα αναφέρθησαν παραπάνω, το έργο αυτό ή άλλα παρόμοια με αυτό, μπορούν εύκολα να επιτελέσουν και πολλοί από τους αρχομένους και όχι μόνον άνδρες, αλλά και γυναίκες. 


Προκειμένου όμως περί του μεγέθους της εξουσίας της Ιερωσύνης, της διακυβερνήσεως δηλ. της Εκκλησίας, των εκκλησιαστικών πραγμάτων και της επιμελείας τόσων ψυχών, πρέπει να παραμερίσει ολόκληρον το γυναικείον φύλον, αλλά και το μεγαλύτερον μέρος, η πλειονότητα, από το ανδρικόν φύλον. 

Και μόνον όσοι πλεονεκτούν, υπερτερούν και διακρίνονται δια τις ψυχικές αρετές τους να προσέρχονται να υπηρετήσουν τον Κύριον και να διακονήσουν την Εκκλησίαν.

Όταν ο ιερός Χρυσόστομος τονίζει με τόσον κατηγορηματικόν τρόπον, τις προϋποθέσεις της Ιερωσύνης και τις αρετές που πρέπει να διακρίνουν ένα άξιον ιερέα, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις τόσες δυσκολίες και να ξεπεράσει τα πάμπολλα εμπόδια κατά την άσκηση του ποιμαντικού έργου του, και που μόλις το κατορθώνει, τότε μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς ποια κατάσταση θα επικρατήσει στα εκκλησιαστικά πράγματα, όταν μερικοί θεωρούν την ιερωσύνη ασήμαντη και μάλιστα την θεωρούν ως μία ευκαιρία επαγγελματικής αποκαταστάσεως και ως ένα «βόλεμα» στην επικρατούσα ανεργία. Αυτό είναι παραφροσύνη!

Συνέπεια τούτου είναι ένα άλλο, όχι ασυνήθιστο, φαινόμενο· ο ξηρός επαγγελματισμός μερικών, ασχέτων προς το αγγελικόν υπούργημα, την Ιερωσύνη, αδιαφόρων κληρικών, που τους κάνει να λειτουργούν εντελώς τυπικά και ψυχρά και που έχει ως αποτέλεσμα τότε να βλέπει κανείς τους εκκλησιαζομένους να χασμουριούνται, αν δεν κοιμούνται, ή να συζητούν διάφορα πράγματα της καθημερινής τους ζωής, όχι όμως να συμμετέχουν στα της θείας λατρείας. 


Για να μην αναφέρομεν και άλλες περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ιερείς δεν μένουν καν στην ενορία τους και πηγαίνουν κτυπούν την καμπάνα δια του νεωκόρου και μετά τη λειτουργία, αν την κάνουν, φεύγουν αμέσως και δεν έχουν καμιά επαφή και επικοινωνία με το ποίμνιό τους.

Καλά όλα αυτά, που μας αναφέρει ο ιερός Χρυσόστομος, θα μπορούσε να διερωτηθεί κάποιος, αλλά τι θα πρέπει να γίνει με τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υπάρχουν τα προσόντα αυτά; 

Τότε, λέγει ο ιερός πατήρ, η εκλογή κληρικών χωρίς τα απαραίτητα και τα βασικά τουλάχιστον από τα αναφερόμενα προσόντα γίνεται σε βάρος της Εκκλησίας και είναι επιβλαβής τόσον γι᾿ αυτούς που εκλέγονται όσο και για το έργο που καλούνται και πρόκειται να προσφέρουν. 

Και στην περίπτωση αυτή η ευθύνη βαρύνει κυρίως και πρωταρχικώς τους εκλέγοντες επισκόπους και κατόπιν τους εκλεγομένους ιερείς.

Δυστυχώς, παρατηρεί ο Χρυσόστομος, οι εκλέγοντες επίσκοποι δεν ενεργούν πάντοτε με βάση τα υπό των ιερών κανόνων της Εκκλησίας προβλεπόμενα διοικητικά και πνευματικά κριτήρια και συχνά, αντιθέτως προς τους κανόνες της Εκκλησίας, λαμβάνουν άλλα πράγματα υπ᾿ όψη τους όπως, συγγενικές σχέσεις, (ανήψια, γαμβρούς κ.λπ.), οικονομικές συναλλαγές, πλούτο, ηλικία, επιδόσεις κολακείας, τίτλους σπουδών και διάφορους άλλους λόγους. 


Με αυτές τις ανεπίτρεπτες ενέργειες των επισκόπων, η όποια εκλογή και με οποιονδήποτε τρόπον γίνεται, λέγει ο ιερός πατήρ, αποβαίνει αφορμή για μεγαλύτερα κακά μέσα στην Εκκλησία και για δημόσιο σκανδαλισμό στο ποίμνιο.

Αλλά και οι εκλεγόμενοι ιερείς έχουν βαρυτάτην ευθύνην εφ᾿ όσον γνωρίζουν ότι δεν υπάρχουν γι᾿ αυτούς οι προβλεπόμενες από τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας προϋποθέσεις, δεν διαθέτουν τα απαιτούμενα προς εκλογήν τους προσόντα, κρίνουν δηλ. τους εαυτούς τους ανεπαρκείς να αναλάβουν ένα τόσο σημαντικόν υπούργημα, οφείλουν αμέσως να αποφύγουν την εκλογήν και χειροτονίαν τους. 


Μάλιστα ο Χρυσόστομος δεν διστάζει να τονίσει –και τούτο είναι χαρακτηριστικόν του απολύτου της διδασκαλίας του– ότι εάν οι ιερείς αντιληφθούν μετά την εκλογήν τους την ανεπάρκειάν τους και διαπιστώσουν την ακαταλληλότητά τους μετά την χειροτονία τους, οφείλουν και τότε να παραιτηθούν του ιερατικού αξιώματος.

Άλλως, λέγει, το κακό που θα γίνεται μέσα στην Εκκλησία θα είναι ανεπανόρθωτο, και θα γίνουν και οι δύο –επίσκοπος και ιερείς– αιτία να σκανδαλισθούν και απωλεσθούν αθώες ψυχές, τις οποίες τους ενεπιστεύθη ο ίδιος ο Θεός.

Και τότε η αμαρτία τους θα είναι ασυγχώρητη και η τιμωρία βαρυτάτη και δια τους δύο.



σχετικά:

Πώς να διώχνεις τους πιστούς από την Εκκλησία - Η τραγωδία του να είσαι παπάς χωρίς τη Χάρη.

(π.Νεκτ. Μουλατσιώτη) "Εμείς, οι Κληρικοί ευθυνόμαστε που η πλειοψηφία των Πιστών έχει απομακρυνθεί από την Εκκλησία"....(Α)

(π.Νεκτ. Μουλατσιώτη) "Εμείς, οι Κληρικοί ευθυνόμαστε που η πλειοψηφία των Πιστών έχει απομακρυνθεί από την Εκκλησία"....(Β)

(σ.Μητρ.Ναυπάκτου Ιεροθέου) "...Ο Ιερέας έχει μεν την Μυστηριακή Ιερωσύνη...αλλά όχι απαραίτητα και την "Πνευματική Ιερωσύνη"...ενώ αυτή μπορεί να την έχει ένας - μη Ιερέας - Μοναχός/χή ή και ένας λαϊκός, είτε άντρας είτε γυναίκα..."

Ι.Χρυσόστομος: Όχι, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ "Ιεροκατηγορία" να επιτιμά Λαϊκός Ιερέα για τα αμαρτήματά του (και όχι μόνον για θέματα Πίστεως αλλά ακόμη και για θέματα ηθικής)...αντιθέτως, ΥΠΟΧΡΕΟΥΤΑΙ!!!