Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Οι άνθρωποι επιδιώκουν να βολευτούν. Μόνο όμως όσο είναι ξεβολεμένοι υπάρχει ελπίδα γι' αυτούς" (Ralph Waldo Emerson). Όσο για τις δικαιολογίες πως δεν υπάρχει κανένας αξιόλογος "Σχεδιασμός" για να ακολουθήσει κανείς,δεν είναι αυτό το "πρωτεύον"...Ακόμη κι αν υπήρχε, ιδού τι έλεγε ένας Αρχιστράτηγος (Von Moltke) περί τούτου: "Ένα σχέδιο μάχης έχει διάρκεια ζωής όσο τα πρώτα λεπτά της μάχης..." Πράγμα που σημαίνει: Τόσο πριν όσο και μετά το «Σημείο 0 της Σύγκρουσης» είναι θέμα "Ψυχής", Αποφασιστικότητας, προετοιμασίας, ικανότητας προσαρμογής...Όσο όμως οι "βολεμένοι" είναι "απίστευτα πολλοί", "ισχυροί" και "αδίστακτοι" και όσο η Φτωχολογιά είναι ένα τσούρμο "ΔΕΙΛΟΙ", κανένα Φονικό Καθεστώς δεν κινδυνεύει...κι αυτό το "ΞΕΡΟΥΝ"..."

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Οι Βογόμιλοι, ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ


1ο κείμενο από το Ο.Ο.Δ.Ε 
2ο κειμ. από την Ι.Μ. Παντοκράτορος

Ένας αναγνώστης της «Ελευθερίας» μου έδωσε αφορμή, με μια επιστολή του, να γράψω για ένα πολύ σπουδαίο θέμα, για τους Βογόμιλους, που σίγουρα θα έχη ενδιαφέρον και για πολλούς άλλους γιατί είναι λίγοι αυτοί που θα γνωρίζουν τι ήτανε αυτοί οι Βογόμιλοι.

Οι Βογόμιλοι ήτανε μια αίρεση της Χριστιανικής θρησκείας, που γεννήθηκε από άλλες παλαιότερες αιρέσεις, που ανακατωθήκανε και κάνανε μία. 


Είπανε πως οι Βογόμιλοι βγήκανε από τους Παυλικιανούς αλλά το πιο σωστό ίσως είναι πως η βογομιλίτικη αίρεση πήρε πολλά από τους Μανιχαίους, από τους Μεσαλιανούς και από Ευχίτας. 

Όπως κι’ αν είναι κι’ αυτή η αίρεση όπως και όλες οι άλλες πιάσανε ρίζα στη Μικρά Ασία. Όπως έγραφε ο άγιος Βασίλειος, είναι αξιοσημείωτο ότι οι αιρέσεις πρωτοφανερωθήκανε εκεί που άνθησε για πρώτη φορά η ευσέβεια.

Η αιτία που γεννηθήκανε όλες οι αιρέσεις είναι το γύρισμα του μυαλού πάλι πίσω στη Φιλοσοφία, δηλαδή στην ανθρώπινη γνώση, που μεταχειρίζεται τους συλλογισμούς για να ερευνήση τα μυστήρια της θρησκείας. 

Έτσι κ’ οι Βογόμιλοι, ψάξανε να βρούνε πως μπορούν να εξηγηθούν τα κακά που υπάρχουν στον κόσμο. Στη Γένεση είναι γραμμένο πως αφού εδημιούργησεν ο Θεός τον κόσμο, «είδεν ο Θεός τα πάντα όσα εποίησε, και ιδού καλά λίαν». (Γένεσ. α΄ 31). 

Γι’ αυτό οι Βογόμιλοι δεν παραδεχόντανε πολλά από την Παλ. Διαθήκη. Κατά τους ορθολογιστές Βογόμιλους, «τα πάντα» δεν είναι «καλά λίαν» στον κόσμο. 

Δεν είχαν όμως υπ’ όψιν τους πως το αμάρτημα των πρωτοπλάστων έφερε το κακό στον κόσμο, την κατάρα της φθοράς και του θανάτου. 

Ο απόστολος Παύλος λέει πως, μαζί με τον άνθρωπο που τον διέφθειρε η αμαρτία χάλασε και η φύση ολόκληρη και πως πονά κι’ αναστενάζει μαζί με τον άνθρωπο περιμένοντας να λυτρωθή από τη φθορά κι’ από την κατάρα μαζί με τους λυτρωμένους ανθρώπους που ήλθε ο Χριστός να τους σώση. 

«Η γαρ αποκαραδοκία της κτίσεως , την αποκάλυψιν των υιών του Θεού απεκδέχεται». «Γιατί η κτίσις περιμένει με πόθο με λαχτάρα να σωθή κι’ αυτή μαζί με τους δικαίους, μαζί με τους σωσμένους, που είναι τα τέκνα του Θεού». 

Και λέγει παρακάτω: «Τη γαρ ματαιότητι η κτίσις υπετάγη ουχ εκούσα, αλλά δια τον υποτάξαντα επ’ ελπίδι ότι και αυτή η κτίσις ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού. 

Οίδαμεν γαρ ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδένει άχρι του νυν». (Ρωμ. η΄ 19). Ώστε, κ’ η κτίσις πονά κι’ αναστενάζει από την κατάρα που χτύπησε τον άνθρωπο.

Αυτή την καταδίκη της κτίσης δεν την είχαν στον νουν τους οι Βογόμιλοι, και μη μπορώντας να εξηγήσουν τα ανάποδα που βλέπανε στον κόσμο, επιχειρήσανε να τα δικαιολογήσουνε με μια δική τους θεωρία. 

Γιατί, όσοι θέλουν να εξηγήσουν τα μυστήρια του κόσμου με το μυαλό τους, φτιάνουν κι’ από μία θεωρία. 

Κατά τη βογομίλικη θεωρία, ο Θεός γέννησε δυό γυιούς, τον πρωτότοκο Σατανιήλ, και τον δευτερότοκο Χριστό. 

Ο Σατανιήλ εδημιούργησε τον κόσμο, όπως είναι και ο Χριστός τον ελύτρωσε, παίρνοντας μορφή Αγγέλου. Ο κόσμος είναι καμωμένος αμαρτωλός και κακός. 

Η ύλη είναι, κατά τη γνώμη τους ένα πράγμα κακό, και το πνεύμα είναι φυλακισμένο μέσα σ’ αυτή. 

Για τούτο οι Βογόμιλοι πιστεύανε πως ο γάμος και το ζευγάρωμα του ανδρός με την γυναίκα, είναι καταραμένο και πως είναι αμαρτία το ν’ αποχτούνε παιδιά.
Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο, κατά τους Βογόμιλους, για να τον σώση από τον Σατανά, αλλά δεν έγινε άνθρωπος. 

Γι’ αυτό οι Βογόμιλοι, βλασφημούσαν την Παναγία, κι’ αρνιόντανε τη γέννηση του Χριστού.
Λοιπόν, η βάση της αίρεσης αυτής είναι πως ο υλικός κόσμος βρίσκεται στην εξουσία του Σατανά, κι’ αυτή είναι η αιτία που πιστεύανε στην άρνηση τούτου του κόσμου, όχι όμως όπως οι Χριστιανοί ασκητές και αναχωρητές, που φεύγανε στην έρημο. 

Οι Βογόμιλοι δεν παραδεχόντανε μήτε Κράτος, μήτε Εκκλησία, μήτε καμμιά εξουσία κοσμική ή πνευματική, μήτε αυτή την οικογένεια, μήτε ιδιοκτησία καμμιά, μήτε τίποτα. Για τούτο καταδιωχθήκανε με τόση λύσσα από τους βασιλιάδες.

Από τη Μικρά Ασία μεταφυτεύθηκε η αίρεση στη Θράκη και στη Βουλγαρία, κατά τα 700 μ. Χ. με τους άποικους που στέλνανε οι βασιλιάδες, κ’ εκεί φούντωσε επειδή η ταραγμένη κι’ ανήσυχη σλάβικη ψυχή ολοένα ψάχνει κ’ ερευνά με πάθος. 

Και ή βουτά απελπισμένη στη φουρτούνα της απιστίας, ή γαληνεύει στο τέλος, καταφεύγοντας στο λιμάνι της πίστης.

Οι Βογόμιλοι ριζώσανε περισσότερο στη Βουλγαρία και στη Σερβία, προπάντων στη Μποσνία, αλλά απλώσανε και σε όλη τη Μακεδονία. 

Τότε πήρανε και τόνομα Βογόμιλοι από το «Βόγος» που θα πη «Θεός» και «μίλος» που θα πη «ελέησον», ήγουν «Ελέησόν με ο Θεός» ή «Ηλεημένοι παρά Θεού».

Γρήγορα λοιπόν η αίρεση άπλωσε, πρώτα στο λαό, κ’ ύστερα στην ανώτερη τάξη. 

Από τη Βουλγαρία κι’ από τη Σερβία έφταξε και στην Κωνσταντινούπολη. 

Ο πρωτοκήρυκάς της στάθηκε ένας Βασίλειος, καλόγερος Βούλγαρος, που ήτανε στην όψη σκελετωμένος, φαλακρός και ψηλόκορμος, «προς την έξω ιδέαν το μεν πρόσωπον είχε κατεσκληκός την δε ιτήνην ψηλήν, την δε ηλικίαν ευμήκη», όπως γράφει ο σοφός Ζυγαβηνός, ο φανατικός εχθρός των Βογόμιλων. 

Ήτανε δε και γιατρός, αυτός ο Βασίλειος. 

Είχε δώδεκα μαθητές σαν το Χριστό, κ’ ένα «πλήθος από γύναια παμπόνηρα και κακοήθη».

Η πρώτη και σπουδαία εντολή του ήτανε «κοιτάξετε να γλυτώνετε με κάθε τρόπο». 

Για τούτο, στα μεν φανερά υποκρινόντανε πως ήταν πιστοί Ορθόδοξοι, κρυφά όμως κατηγορούσαν και διαπόμπευαν τα δόγματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. 

Κι’ αυτή ήτανε η αιτία που μπορέσανε να μην τους πάρουνε είδηση επί πενήντα χρόνια.

Διδάσκανε πως αυτοί ήτανε οι αληθινοί μαθητές του Χριστού, ενώ οι άλλοι Χριστιανοί ήτανε μαθητές του Σατανιήλ, που είχανε για κέντρο τους την Αγιά Σοφιά της Κωνσταντινούπολης. 

Δεν παραδεχόντανε την εξωτερική λατρεία, καθώς και τα μυστήρια, ιδίως το βάπτισμα και την θείαν ευχαριστίαν, μήτε αγίους, μήτε τις εικόνες τους. 

Την Αγία Γραφή την ερμηνεύανε αλληγορικά, κι’ απ’ την Παλ. Διαθήκη δεν παραδεχόντανε κάποια βιβλία, όπως είπαμε παραπάνω. 

Μα ήτανε τόσο μυστικοί και δύσπιστοι που κανένας δεν ήξερε καλά – καλά τι πιστεύανε.

Οι βασιλιάδες του Βυζαντίου τους καταδιώξανε αλύπητα, προ πάντων ο Αλέξιος ο Κομνηνός. 

Ύστερ’ από πολύ ψάξιμο, βρέθηκε ο αρχηγός τους Βασίλειος, και τον πήγανε στην Πόλη, και τον παρουσιάσανε στον αυτοκράτορα. 

Κ’ εκείνος, επειδή ο αιρεσιάρχης δεν ωμολογούσε τι πιστεύει, ο Κομνηνός έκανε πως τον είχε σε μεγάλη τιμή για τις ιδέες του, και πως ήθελε τάχα να γίνη μαθητής του, κ’ έτσι, σιγά – σιγά, τον κατάφερε να βγη στο φανερό. 

Τότε κάλεσε στο παλάτι την Σύγκλητο και τον Πατριάρχη Νικόλαο, και μπροστά τους ωμολόγησε ο Βασίλειος ανοιχτά και με παρρησία, τι πίστευε αυτός κ’ οι δικοί του, λέγοντας πως δεν φοβάται καμμιά τιμωρία που θα του κάνανε. 

Τότε τον πήγανε και τον κλείσανε σ’ ένα κελλί, κοντά στο παλάτι, κι’ ο βασιλιάς τον καλούσε κάθε τόσο, προσπαθώντας να τον τραβήξη από την πλάνη του. Μα στάθηκε αδύνατο.

Στο μεταξύ πιάνανε τους οπαδούς του παντού, κι’ ανάμεσα σ’ αυτούς, πιάσανε και τους δώδεκα μαθητές του, που τους έλεγε «Αποστόλους». 

Από τους Βογόμιλους, άλλοι επιμένανε στις ιδέες τους, άλλοι τις αρνιόντανε. Ο αυτοκράτορας επιχείρησε να γυρίση στην Ορθοδοξία τους πλανημένους, συμβουλεύοντάς τους ο ίδιος, είτε στέλνοντας στις φυλακές κάποιους θεολόγους κληρικούς για να τους τραβήξουνε από την αίρεση. 

Έτσι όσοι ξαναγυρίσανε στη σωστή πίστη, ελευθερωθήκανε, κι’ όσοι επιμείνανε στην αίρεση, απομείνανε στις φυλακές, όπου δεν στερηθήκανε τίποτα από τα χρειαζούμενα, φαγητά, ρούχα και σκεπάσματα.

Τον Βασίλειο τον καταδίκασε ο βασιλιάς να καή, αν δεν αρνηθή την πλάνη του. 

Πρόσταξε λοιπόν μέσα στον ιππόδρομο να στήσουν από μια μεριά έναν σταυρό, κι’ από την άλλη ν’ ανάψουνε μια φωτιά, ώστε ο κατάδικος να φοβηθή τη φωτιά και να βαδίση προς τον σταυρό κ’ έτσι να γλυτώση. 

Aλλά ο Βασίλειος πίστευε πως θα τον αρπάξουν οι Άγγελοι, και τράβηξε προς τη φωτιά. Όταν όμως πήγε κοντά στη φωτιά, δείλιασε κι’ άρχισε να γυρίζη το πρόσωπό του από δώ κι’ από κει και να χτυπά τα χέρια του και τα μεριά του. 

Στο τέλος στάθηκε ακίνητος. Τότε οι δήμιοι πετάξανε στη φωτιά τον μανδύα του για να δη πως κάηκε και να μην πέση μέσα. Μα ο Βασίλειος μ’ όλο που κάηκε ο μανδύας του, φώναζε πως τον βλέπει να ανεβαίνη ψηλά στον ουρανό, κ’ έτσι έπεσε κι’ ο ίδιος μέσα στις φλόγες, και κάηκε. 

Ύστερα κάψανε και τους «δώδεκα αποστόλους» καθώς κι’ όλους τους κορυφαίους Βογόμιλους.

Κοντά στα άλλα, οι Βογόμιλοι λέγανε πως πιστεύανε στα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, αλλά πως ο Υιος και το Πνεύμα είναι απλές ιδιότητες του Πατρός. 

Λέγανε πως τον Πατέρα τον βλέπανε με τα σωματικά μάτια τους σαν ένα γέροντα με άσπρα και μακρυά γένεια, το Υιόν σαν ένα άνδρα με πυκνά μαλλιά, και το Πνεύμα σαν ένα νεανία αμούστακον. 

Και πως ο Θεός αφού στάθηκε τριπρόσωπος επί πέντε χιλιάδες πεντακόσια χρόνια, έγινε πάλι μονοπρόσωπος. Και πως ήτανε μεν χωρίς υλικό σώμα, αλλά πως είχε σχήμα όμοιο με του ανθρώπου.

Σατανιήλ λέγανε τον Σατανά, και πως ήτανε δεύτερος μετά τον Πατέρα αλλά πως από τη υπερηφάνειά του κρημνίσθηκε από τον ουρανό, κ’ επειδή δεν είχε γίνει ακόμα η γη, αλλά υπήρχε χάος, έκανε κι’ αυτός έναν κόσμο, όπως ο Θεός. 

Έτσι έγινε η γη. Ύστερα έπλασε τον άνθρωπο. Αλλά δεν είχε τη δύναμη να του δώση ζωή, και παρακάλεσε τον Πατέρα να τον εμψυχώση, και Εκείνος, από ευσπλαχγνία, του εμφύσησε τη ζωή. Πλήν ο Σατανιήλ τον φθόνησε κι’ αφού έγινε όφις και απάτησε τη Εύα βρέθηκε μαζί της κ’ εκείνη γέννησε τον Κάϊν. 

Και πάλι η Εύα γέννησε τον Άβελ από τον Αδάμ, και ο Κάϊν τον σκότωσε. Τότε ο Πατήρ καταράστηκε πάλι τον Σατανιήλ κ’ έγινε κατάμαυρος και άσχημος. Ωστόσο τον άφησε εξουσιαστή της γης και του υλικού κόσμου που είχε κάνει ο ίδιος.

Για τον Χριστό λέγανε ότι είναι αληθινά όσα λέγει γι’ αυτόν το Ευαγγέλιο, αλλά πως είναι φανταστικά κι’ όχι πραγματικά. Και σαν αναστήθηκε, τότε καταπάτησε τον Σατανιήλ και τον έκλεισε μέσα στον τάρταρο. 

Κι’ από Σατανιήλ, τον ωνόμασε Σατανάν, γιατί η κατάληξη «ήλ» είναι για τα αγγελικά ονόματα. Κι’ ο Χριστός, αφού τελείωσε το έργο του στη γη, ανήλθε στους ουρανούς και ενώθηκε πάλι με τον Πατέρα.

Το «Πάτερ ημών» το λέγανε εφτά φορές την ημέρα. Πιστεύανε πως κατά τη Δευτέρα Παρουσία μοναχά το αθάνατο πνεύμα θα αναστηθή ντυμένο την άφθαρτη στολή του Χριστού.

Γι’ αυτούς υπήρχαν αλληγορικές λέξεις στο Ευαγγέλιο: «Βηθλεέμ» λέγανε την αίρεσή τους, γιατί σ’ αυτή γεννήθηκε ο Χριστός, «Ναζαρέτ» λέγανε την Ορθόδοξη Εκκλησία και «Καπερναούμ» λέγανε τους Βογόμιλους κατά το ρήμα του Ευαγγελίου, που λέγει: «Και καταλιπών ο Ιησούς την Ναζαρέτ, ελθών κατώκησεν εις Καπερναούμ». (Ματθ. στ΄ 13). 

Τούς μακαρισμούς πιστεύανε ότι τους είπε ο Χριστός μοναχά για τους Βογόμιλους. Γραμματείς και Φαρισαίοι λέγανε πως είναι ιερείς και αρχιερείς της Εκκλησίας. 

Οι Βογόμιλοι νηστεύανε πολύ αυστηρά.

Με τον θάνατο του Βασιλείου και των δικών του, Αποστόλων και εκλεκτών, η αίρεση σιγά – σιγά εξαφανίσθηκε. Κατά τα 1140 φανήκανε πάλι κάποιοι καλόγεροι Βογόμιλοι επί πατριάρχου Μιχαήλ Οξείτου. 

Αυτοί ήτανε ένας μοναχός Νήφων και δυό επίσκοποι Λεόντιος και Κλήμης από τη μητρόπολη των Τυάνων της Καππαδοκίας, κ’ η Εκκλησία τους καθήρεσε.

Όπως και να είναι, οι Βογόμιλοι αργήσανε να εξαφανισθούνε. 

Κάποιοι απ’ αυτούς καταφύγανε στις Δυτικές χώρες κ’ εκεί συστήσανε την αίρεση των Καθαρών. 

Η αίρεση έφταξε ως τη Βοημία και την Προβηγκία, αλλά κ’ εκεί έσβησε. Σήμερα υπάρχει μοναχά ένα χωριό με τόνομα Βογκόμιλα στη Σερβία.

Στη Βουλγαρία διατηρήθηκε η βογομίλικη αίρεση ίσαμε τα 1300. Στη Μποσνία βάσταξε περισσότερο, ίσαμε τα 1463 που την πήρανε οι Τούρκοι κ’ οι Μποσνάκηδες τουρκέψανε. 

Οι περισσότεροι Πομάκοι της Βουλγαρίας και της Θράκης ήτανε Βογόμιλοι και γινήκανε μωχαμετάνοι. 

Η αίρεση αυτή έφταξε ίσαμε τη Ρωσία.

Σήμερα δεν απόμεινε τίποτα από αυτή την πνευματική και ψυχική φωτιά που άναψε και κόντεψε να κάψη τα Μπαλκάνια. 


Τα βιβλία τους καήκανε, η παράδοση και οι συνήθειές τους σβήσανε. 

Απομείνανε μοναχά κάτι λόγια μυστικά που τα λέγει ο λαός καμμιά φορά, για τον διάβολο. 

Και σαν ρωτήση κανένας έναν χωριάτη της Μποσνίας ή της παλιάς Σερβίας πόσα παιδιά έχει, ντρέπεται συχνά να το πη, και σαν το ειπή ύστερα λέγει «με το συμπάθειο». 

Κι’ όταν γίνεται λόγος για τη γυναίκα τους, δεν λένε «η γυναίκα μου» αλλά την ονομάζουνε με το οικογενειακό όνομά της.

Τα πιο χειροπιαστά σημάδια, που αφήσανε οι Βογόμιλοι, είναι κάποια μνήματα που βρίσκονται σκόρπια στη Μποσνία, στην Ερζεγοβίνα, στη δυτική Σερβία και στη Δαλματία. 

Μερικά απ’ αυτά είναι μαζεμένα σε κάποια νεκροταφεία, όπως είναι κάμποσα που βρίσκονται στην Ερζεγοβίνα. 

Είναι κανωμένο το καθένα από έναν μονόπετρον βράχο όρθιον, που στενεύει προς τα κάτω και που είναι στημένος απάνω σε μια βαρειά ίσια, και μεγάλη πλάκα. 

Τα ψηλότερα είναι περισσότερο από δυό μπόγια, κ’ έχουν απάνω σκαλισμένον με μία σκληρή κι’ άγρια τέχνη, έναν πολεμιστή με μεγάλα μουστάκια, που έχει σηκωμένο απάνω κι’ ανοιχτοπάλαμο το δεξί μεγάλο χέρι του, ενώ το αριστερό το κρατά πίσω από τη μέση του. 


Φορά απάνω ένα πουκάμισο σαν θώρακα και μία κοντή φουστανέλλα, ζωσμένη στη στενή μέση του καθώς και βαρειά υποδήματα. 

Όλοι έχουνε, κοντά στο κεφάλι από τα δεξιά ένα στρογγυλό σχήμα που ίσως παρισταίνει τον ήλιο και απ’ αριστερά ένα δοξάρι με μια σαγίτα. Κάποιοι απ’ αυτούς έχουνε δίπλα τους κ’ ένα τετράγωνο σκουτάρι (ασπίδα) κ’ ένα ρόπαλο. 

Αποπάνω ο τεπές του βράχου είναι τριγωνικός, σαν αέτωμα, κ’ έχει απάνω στρογγυλό σχέδιο κ’ ένα σκάλισμα σαν κισσό ή μια γραμμή με τσακίσματα. 

Σ’ ένα – δυο μνήματα κοντά στον μεγάλο πολεμιστή βρίσκεται κ’ ένας μικρός με την ίδια χειρονομία. Είναι και μερικά που είναι σκέτα μοναχά με το αέτωμα ή έχουνε κάτι παράξενα σχέδια σκαλισμένα που μοιάζουνε με τα τούρκικα μεζάρια. Κάποια απ’ αυτά έχουνε και κάτι γράμματα που δεν διαβάζονται.

Βουβαμάρα βαρειά κ’ ερημιά τα σκεπάζει τόσο που φοβάται κανένας βλέποντας εκείνα τα μυστηριώδη πρόσωπα με τα μικρά και πλατειά κεφάλια να τον κοιτάζουνε αμίλητα σαν βροικολακιασμένα.

Αλλού πάλι βρίσκονται πολλά ρημαγμένα χτίρια και μικρά βογομίλικα μοναστήρια χαλασμένα καθώς και λιγοστά κάστρα ρεπασμένα από εκείνα που χτισθήκανε από τους βασιλιάδες της Βουλγαρίας και της Σερβίας για την εξόντωση των Βογόμιλων. 

Όλα είναι βουβά χορταριασμένα ρημάδια του θανάτου: 


«Και θηρίον φωνήσαι εν τοις διορύγμασιν αυτών και κόρακες εν τοις πυλώσιν αυτών». (Σοφονίας α΄ 2).

Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ


http://oodegr.co

................................

Βογόμιλοι - Πρακτικές

5.3.6. Πρακτικές

α. Προσηλυτισμός.

Πρώτο μέλημα των Βογομίλων, όπως και όλων των αιρετικών σεκτών, ήταν η διάδοση της αίρεσης. Στην περίπτωση αυτών, διάδοση της αίρεσης σήμαινε πρωτίστως προσυλητισμό νέων μελών και όχι διάδοση της διδασκαλίας τους. Τις πραγματικές πεποιθήσεις τους τις κρατούσαν κρυφές και τις αποκάλυπταν μόνο σε αυτούς που εμπιστεύονταν, σε αυτούς που τους θεωρούσαν ότι είχαν δεθεί στην σέκτα και δεν υπήρχε κίνδυνος να τις αποκαλύψουν.

Για τον προσυλητισμό νέων οπαδών δρούσαν ύπουλα και υποκριτικά. Προσποιούνταν τους Χριστιανούς και προσπαθούσαν να εμφανίζουν μία σωστή χριστιανική ζωή. Το μόνο που θα μπορούσε να υποψιάσει ήταν ο κάπως επιδεικτικός τρόπος με τον οποίον συμμετείχαν στην κοινή εκκλησιαστική ζωή. Αυτά τα ομολογούσαν και οι ίδιοι:

«ὅμως οἱ δόλιοιμέσον ἡμῶν περιπατοῦντες καί συναναστρεφόμενοι ἐν ὑποκρίσει φαίνονται τά ἡμέτερα πάντα φρονοῦντες. Κτίζουσιν ἐκκλησίας οἱ ἀσεβεῖς, καθώς αὐτοί ταῦτα πάντα ὡμολόγησαν, οὐ πίστει, ἀλλά εἰς τό ἑμπαίζειν, καί μιαίνειν αὐτάς, ἐν αὐτῷ τῷ θυσιαστηρίῳ τάς μιαράς πράξεις, καί μίξεις αἰσχράς ποιεῖν μή παραιτούμενοι. Ζωγραφοῦσιν εἰκόνας, οὐ πίστει, ἀλλ’ εἰς τό ὑβρίζειν αὐτάς. Ποιοῦσι σταυρούς εἰς τό καταπατεῖν, καί μιαίνειν αὐτούς˙ βαπτίζουσι τά ἄθεα αὐτῶν νήπια ἐν ἐκκλησίαις φανερῶς οἴκοι δέ ἀπελθῶντες ἀποσπογγίζουσιν αὐτά ἐξανάτριχα μετά μεμιασμένου ὕδατος καί οὔρων, ὑπαναγινώσκοντες αὐτοῖς Σατανικήν ἐπῳδήν, καί τό τοιοῦτον ἀπόλουμα χέουσιν ἐν αἰσχρῷ τόπῳ καί μιαρῷ, ἀπαλλοτριοῦντες αὐτά τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. Κοινωνοῦσι τῶν ἀχράντων μυστηρίων, οὐ νήστεις˙ εἰ δέ καί λαθεῖν δυνηθῶσι, πτύουσι τά ἅγια, καί καταπατοῦσιν οἱ παμμίαροι, κοινόν ἄρτον ταῦτα καί οἶνον ἡγούμενοι[i]».

Τον τρόπο της υποκρισίας κληρονόμησαν από τους Μανιχαίους, στους οποίους είχε διδάξει ο ίδιος ο Μάνης να πράττουν:

«Τότε ξανά του είπαμε, “Εφόσον, όπως παραδέχεσαι, όσα κάνετε και ο θεατρινισμός προέρχεται από τον διάβολο, τότε γιατί μιμείστε τα των Χριστιανών;” Ο δυστυχισμένος απάντησε έτσι, “Ο,τιδήποτε δεν ξεκινά από την πίστη είναι αμαρτία. Αν τα κάνουμε όλα, ωστόσο δεν τα κάνουμε από πίστη, είτε βάπτισμα, είτε ιεροσύνη, είτε μοναχικούς όρκους, είτε ό,τι άλλο χριστιανικό. Τα κάνουμε όλα προς επίδειξη, ή καλύτερα για κοροϊδία, με σκοπό την συγκάλυψη. Ο άρχοντάς μας μάς δίδαξε να συμπεριφερόμαστε έτσι λέγοντας, Κανείς δεν θα κινδυνέψει για χάρη μου. Προσποιηθήτε σε όλα. Δεν είμαι σκληρόκαρδος όπως ο Χριστός, για να πώ στους οπαδούς μου, όπως αυτός, «ὅστις δέ ἄν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτόν κἀγώ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. 10.33), αλλά σε περίπτωση ανάγκης να με αρνηθείτε και να με καταραστείτε. Πράξτε και πέστε τα πάντα εναντίον μου, προσποιηθήτε σε όλες ις δραστηριότητες τους Χριστιανούς, τότε επστρέψτε σε μένα και θα σας δεχθώ ξανά με χαρά[ii]».

Για την υποκριτική συμπεριφορά τους εύρισκαν αγιογραφικά ερείσματα:

«Ἔτι προσεγγεγράφθαι καί ταύτην ἔλεγε τοῦ Κυρίου φωνήν, Τρόπῳ σώθητε˙ τουτέστι, Μετά μηχανῆς καί ἀπάτης ὑποκρινόμενοι τήν πίστιν τῶν ἀναγκαζόντων ὑμᾶς, καί οὕτω σωζόμενοι ἀπό κινδύνου, καί θανάτου τοῦ παρ’ αὐτῶν, εἰς τοῦτο γάρ φέρειν καί τό, Ὅσα ἄν εἴπωσιν ὑμῖν ποιεῖν, ποιεῖτε, ἐν ὑποκρίσει δηλονότι, κατά δέ τά ἔργα αὐτῶν μή ποιεῖτε, ἐν ἀληθεία[iii]»


β. Τελετή μύησης – Σατανική Επωδή.

Όταν κάποιος από τους Χριστιανούς εξαπατούνταν και έπεφτε στα δίκτυα της αίρεσής τους, έπρεπε να περάσει από τελετή μύησης. Περιγράφεται από τον Ευθύμιο της Περιβλέπτου:

« Όταν με την συγκαλυμμένη διδασκαλία πείθαμε κάποιον ν’ απομακρυνθεί από τον Θεό και τον παρασέρναμε στο θέλημά μας, δηλ. στο θέλημα του διαβόλου, καί ξέραμε ότι η χάρις του Αγίου Πνεύματος, την οποία έλαβε κατά το βάπτισμα τόν άφησε, τότε”, είπε, “τότε έχουμε τυπικό να διαβάζουμε αυτή τη σατανική επωδή πάνω από το κεφάλι του σαν επισφράγισμα. Την στιγμή που τελειώνει το διάβασμα, η χάρις του Αγίου Πνεύματος τον εγκαταλείπει, την οποία έλαβε με το βάπτισμα, και σατανική ενέργεια έρχεται στον πλανεμένο, κι έκτοτε αν θέλει κάτι μιλά”. Όταν ρωτήθηκε αν το πλανεμένο άτομο γνωρίζει ότι διαβάζεται η σατανική επωδή επάνω του, είπε ότι δεν γνωρίζει: “Τον ξεγελάμε λέγοντας, Προτιθέμεθα να διαβάσουμε τα τέσσερα ευαγγέλια πάνω σου. Τοποθετούμε το βιβλίο πάνω από το κεφάλι του και ξεκινάμε με γνωστές λέξεις από το Ευγγέλιο, ώστε να μην αντιληφθεί. Έτσι, μυστικά μαζί με τις λέξεις του Ευαγγελίου απαγγέλουμε την επωδή πάνω στο κεφάλι του. Όταν τελείωσει αυτό και η χάρις του Αγίου Πνεύματος τον έχει εγκαταλείψει, λαμβάνει το σφράγισμα του διαβόλου, και πνεύμα πονηρίας εισέρχεται και εμφωλεύει στην καρδιά του. Στο μέλλον κανείς δεν μπορεί να τον γλιτώσει από τα χέρια του διαβόλου˙ δεν ξέρω αν θα μπρούσε και ο Θεός ο ίδιος”… Μετά τον ρωτήσαμε ξανά να μας πει, Μαθαίνει αργότερα αυτός που έχει παραστρατήσει σχετικά με την επιβολή της επωδής; Απάντησε: “Όχι δεν γνωρίζει, μόνο οι διδάσκαλοι του κακού το γνωρίζουν[iv]”».

Από την παρπάνω διήγηση επιβεβαιώνεται ο σατανιστικός χαρακτήρας των τελετών των Βογομίλων. Δεν γνωρίζει ο γράφων αν μπορεί ακόμα το θέμα να συζητείται ως αίρεση ή αν πρέπει να γίνει επαναπροσδιορισμός και κατάταξη στις σατανιστικές λατρείες. Οπωσδήποτε, ο Βογομιλισμός ήταν μια καταστροφική λατρεία. Επίσης επιβεβαιώνεται και η ύπαρξη της εσωτερικής διδασκαλίας, την οποία γνωριζαν όχι οι τέλειοι αλλά ένας ακόμη πιο στενός κύκλος, αυτός των διδασκάλων. Το τυπικό της τελετής επιβεβαιώνεται και από τον Ευθύμιο Ζιγαβηνό:

«Διό καί τόν προσερχόμενον αὐτοῖς ἀναβαπτίζουσι, πρώτα μέν αφορίζοντες αὐτῷ καιρόν εἰς ἐξομολόγησιν, καί ἀγνείαν, καί σύντονον προσευχῆν. εἶτα τῇ κεφαλῇ αὐτοῦ τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον ἐπιτιθέντες, καί τό παρ’ αὐτοῖς ἅγιον Πνεῦμα ἐπικαλούμενοι, καί τό Πάτερ ἡμῶν ἐπάδοντες[v]».


γ. Consolamentum.

Ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός περιγράφει και δεύτερη τελετή, η οποία ακολουθεί την άσκηση του νεοσκότιστου:

«εἶτα μαρτυρίαν ἀπαιτοῦσιν, εἰ ἐφύλαξε πάντα, εἰ σπουδαίως διηγωνίσατο, καί μαρτυρούντων ἀνδρῶν, ὀμοῦ καί γυναικῶν ἄγουσιν αὐτόν ἐπί τήν θρυλλουμένην τελείωσιν, καί στήσαντες τον ἄθλιον κατά ἀνατολάς ἐπιτιθέασιν αὖθις τῇ μιαρᾷ τούτου κεφαλῇ τό Εὐαγγέλιον, καί τάς ἐναγεῖς αὐτῶν ἐπέχοντες χεῖρας οἱ παρατυχόντες ἄνδρες καί γυναῖκες τήν ἀνόσιον ἐπάδουσι τελετήν. Αὕτη δέ ἐστιν εὐχαριστήριος ὕμνος, ὅτι διεφύλαξε τήν παραδεδομένην ἀσέβειαν. Καί οὗτω τελοῦσι, μᾶλλον δέ συντελοῦσι, καί καταποντίζουσι τόν βυθοῦ καί διαφθορᾶς ἐπάξιον[vi]».

Αυτή η δεύτερη τελετή, στην οποία γίνονταν και επιχειρίαση, ενδέχεται να ήταν το consolamentum των δυτικών πηγών. Την σατανική επωδή είχε συνθέσει ο Λυκοπέτρος. Η ιστορία του Πέτρου Λυκοπέτρου βρίσκεται σε μετάφραση στο παράρτημα.


δ. Οργιαστικές τελετές.

Οι Βογομίλοι κατηγορήθηκαν πολλές φορές για συμμετοχή σε οργιαστικές τελετές. Πολλοί ιστορικοί δυσφορούν ότι πρόκειται για κοινό θέμα στις αιρέσεις και είναι αλήθεια ότι για τις ίδιες κατηγορίες βρέθηκαν ένοχοι οπαδοί πολλών αιρέσεων, κυρίως αντινομικών. Είναι, όμως γεγονός ότι ο αντινομισμός, απορρέων από την απόρριψη της Παλαιάς Διαθήκης και του μωσαϊκού νόμου, είναι χαρακτηριστικό και του βογομιλισμού, όπως ήταν και του μανιχαϊσμού. Επίσης είναι γεγονός ότι αναφέρεται δίκη, με κατηγορούμενο τον Τζουρίλα, η οποία αναφέρθηκε παραπάνω. Στην δίκη αυτή ο Τζουρίλας βρέθηκε ένοχος για φθορά παρθένου. Παρόμοιες δίκες έγιναν κατά την μαρτυρία του αγίου Αυγουστίνου στην επαρχία του και βρέθηκαν ένοχοι μανιχαίοι, για την ίδια κατηγορία. Λοιπόν, δεν αρκεί η δυσφορία του τάδε και του τάδε, για να γίνει η μαρτυρία που διασταυρώνεται σε πολλές πηγές, φαντασιά ή πολεμική κακεντρέχεια.

Η τελετή περιγράφεται πλήρως στο Περί δαιμόνων του Ψελλού:

«Ἑσπέρας γάρ περί λύχνων ἁφάς ὁπόθ’ ἡμῖν τό σωτήριον ἐξυμνεῖται πάθος, εἰς ἀποτεταγμένον δωμάτιον ἀγηοχότες τάς παρ’ αὐτοῖς ἐνασκουμένας κόρας, τούς τε λύχνους ἀποσβέννυντες, ἵνα μή τό φῶς τοῦ γινομένου μύσους ἔχωσι μάρτυρα, ταῖς κόραις ἐνασελγαίνουσιν ὁποίᾳ ἄν ἕκαστος, κἄν ἀδελφῇ, κἄν ἰδίᾳ θυγατρί ξυντύχῃ˙ οἴονται γάρ κἀν τούτῳ χαριεῖσθαι τοῖς δαίμοσιν, εἰ παραλύουσι τούς θείους θεσμούς, ἐν οἷς τά περί τῶν ἐξ αἵματος ὁμογνίου γάμων ἀπαγορεύουσι. Καί τότε μέν ταυτί τελέσαντες ἀπαλλάττονται[vii]»

Στην συνέχεια της διήγησης περιγράφεται σατανιστική θυσία βρέφους. Σκοπός και αυτών των τελετών κατά τον Θράκα του διαλόγου είναι η εξάλειψη από την ψυχή των θείων συμβόλων, ώστε να λάβει την ευκαιρία ο δαίμονας να εγκατοικίσει.


ε. Ασκητισμός.

Σημαντική διαφορά του βογομιλισμού από τον παυλικιανισμό είναι η αποδοχή του μοναχισμού από τον πρώτο. Θέλοντας κάποιοι ιστορικοί να δείξουν ότι ο ασκητισμός των βογομίλων ακολουθούσε την μανιχαϊκή παράδοση, ξεκίνησαν μια άστοχη συζήτηση για το πώς η παράδοση έφτασε στους Βογομίλους από τους Μανιχαίους. Έτσι υπέθεσαν ότι, αν και ο μανιχαϊσμός έσβησε από την Ρωμανία περίπου το 600, επέζησε στον Ισλαμικό κόσμο. Ο χαλίφης αλ-Μουχταδίρ (908-932) εδίωξε τους Μανιχαίους. Την ίδια εποχή ο μανιχαϊσμός ήταν η επίσημη θρησκεία στο βασίλειο των Ουιγούρων στο Τουρφάν, ενώ στην Κίνα υπήρχε ισχυρή μανιχαϊκή κοινότητα. Σε θεωρητικό επίπεδο, λοιπόν, προτείνουν ότι ο ασκητισμός πέρασε στους Βογομίλους από τους Μανιχαίους[viii].

Σε πρακτικό επίπεδο κάτι τέτοιο ήταν απίθανο. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τις τεράστιες αποστάσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων, οι οποίες με τα μέσα της εποχής καθιστούσαν την επικοινωνία ανέφικτη, τις διαφορές της γλώσσας, οι οποίες μεγαλοποιούνται, όταν πρόκειται για εξειδικευμένους όρους, θρησκευτικού ή φιλοσοφικού περιεχομένου, και βέβαια, θα πρέπει να εξηγηθεί, γιατί οι Βογομίλοι υιοθέτησαν επιλεκτικά στοιχεία από τον Μανιχαϊσμό.

Τα πράγματα είναι πιο απλά. Ασκητισμό είχαν και οι Μεσσαλιανοί, και είναι πιθανότερο οι Βογομίλοι να επηρεάστηκαν σε αυτό το ζήτημα από τους γείτονές τους παρά από του απόμακρους Κινέζους ή Ουιγούρους ομοϊδεάτες τους. Στα Βαλκάνια δρούσαν οι Μεσσαλιανοί, όπως και οι Παυλικιανοί, και το μόνο που μένει να συζητηθεί είναι ο βαθμός επιρροής της κάθε σέκτας στην άλλη. Δεν είναι αναγκαίες εξωτικές θεωρίες.

Υπάρχει πάντα και η εξήγηση των εκκλησιαστικών συγγραφέων:

«Στολίζονται κατά μοναχούς, καί τό σχῆμα τούτων ὡς δέλεαρ, περιβάλλονται, τῷ κωδίῳ τόν λύκον ὑποκρύπτοντες, ὡς ἄν εὐλαβῶς διά τό σχῆμα παραδεχόμενοι, καί χώραν ὀμιλίας λαμβάνοντες, ἀνυπόπτως διά της χρηστολογίας ἐναποπτύωσι τον ἰόν ταῖς ἀκοαῖς τῶν ἀκροωμένων[ix]»

Για την ειλικρίνια του ασκητισμού τους αμφιβάλει ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός με παραδείγματα:

«Πάσης ἐβδομάδος δευτέραν, καί τετράδα, καί παρασκευήν παραγγέλλουσι νηστεύειν ἕως ὤρας ἐνάτης. Εἰ δέ τις αὐτούς ἐπί τράπεζαν καλέσειεν, εὐθύς ἐκλαθόμενοι τῆς παραγγελίας ἐσθίουσι, καί πίνουσιν ὡς ἐλέφαντες. Ἐκ τούτου δέ πρόδηλον, ὅτι ἀσελγαίνουσιν, εἰ καί πορνείαν καί τήν ἄλλην ἀκαθαρσίαν λόγῳ κολάζουσιν, ὡς ἄσαρκοι καί ἀσώματοι[x]».

Η ασκητική ηθική των Βογομίλων είχε την ίδια βάση με την ηθική όλων των δυαρχικών συστημάτων, την θεώρηση της κακότητας της ύλης. Έτσι απέρριπταν την συζυγική ζωή, την κρεωφαγία και την οινοποσία. Αναγκαστικά η αυστηρότητα δημιουργούσε δύο τάξεις πιστών. Ο βογομιλικός ασκητισμός υποθετικά εφαρμοζόταν στην τέλεια μορφή του από τους εκλεκτούς.


στ. Προσευχή.

Παρά την απόρριψη της ιερωσύνης, της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, της αποστολικής και της ιεράς Παράδοσης, παρά την αντιεκκλησιαστική και αντικληρικαλιστική οπτική τους, οι Βογομίλοι ήταν υποχρεωμένοι να προσεύχονται. Ως μόνη προσευχή αναγνώριζαν το Πάτερ ημών, ενώ απέρριπταν όλες τις άλλες ακολουθίες και προσευχές της Εκκλησίας:

«Μόνην ὁνομάζουσι προσευχήν τήν ὑπό του Κυρίου παραδοθείσαν ἐν τοῖς εὐαγγελίοις, ἥγουν τό Πάτερ ἡμῶν, καί τά ἐξῆς. Καί ταύτην μόνην προσεύχονται ἐπτάκις τῆς ἡμέρας, πεντάκις δέ τη νυκτός[xi]».


ζ. Επαιτία.

Κάθε κίνημα, ομάδα, σέκτα, αίρεση, η οποία θέλει ν’ αποσπάσει πιστούς από την Εκκλησία και να τους προσκολλήσει στην δική της οργάνωση, οφείλει να εμφανίζει αντιεκκλησιαστική συμπεριφορά. Οφείλει επίσης να αιτιολογεί αυτή την συμπεριφορά. Η πιο συνηθισμένη δικαιολογία είναι ο υποτιθέμενος ξεπεσμός της Εκκλησίας, προβαλλόμενος σε συνδυασμό με πραγματικές ή φανταστικές ατοπίες του κλήρου. Σε αυτήν την περίπτωση προβάλλεται το αίτημα της επιστροφής στην πρώτη αποστολική εποχή, το αίτημα της μίμησης της ζωής της πρώτης Εκκλησίας (vita apostolici). Αυτό το αίτημα ακούγεται αντιφατικό, ειδικά όταν προβάλλεται από οργανώσεις, οι οποίες απορρίπτουν την αποστολική διαδοχή και Παράδοση. Κι όμως συμβαίνει ακόμη και σήμερα.

Στην περίπτωση του βογομιλισμού, έχουμε την «κλασσική» λύση της επαιτίας. Στον Μεσαίωνα η επαιτία είχε καταντήσει θρησκευτικό κίνημα κυρίως στην Δύση, και αντιμετωπίστηκε από τον Παπισμό με την δημιουργία των επαιτικών ταγμάτων (π.χ. Φραγκισκανών). Το θέμα θα αναλυθεί εκτενέστερα σε επόμενο κείμενο. Εδώ δίνεται μια εισαγωγική πληροφόρηση για την κατανόηση της υιοθέτησης της επαιτίας από τους Βογομίλους. Όλοι οι θρησκευτικοί επαίτες κήρυτταν την λεγόμενη «μίμηση του Χριστού» μέσω αυτής, αλλά είναι πιθανό πίσω από την δικαιολογία να κρύβονταν στυγνοί εκμεταλλευτές. Για την εφαρμογή της επαιτίας και την αγιογραφική παρελκυστική αιτιολόγησή της από τους Βογομίλους, καταγράφει ο πρεσβύτερος Κοσμάς:

«Θα ήθελα ν’ αναφέρω σ’ εσάς τις απόψεις τους, τις οποίες χρησιμοποιούν για να παγιδεύσουν ψυχές˙ “Δεν πρέπει ν’ απασχολείσθαι με ανθρώπινες δραστηριότητες, διότι ο Κύριος λέγει, μή οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἤ τί πίωμεν ἤ τί περιβαλώμεθα; πάντα γάρ ταῦτα τά ἔθνη ἐπιζητεῖ. (Ματθ. 6.31) Γι’ αυτό τον λόγο κάποιοι από αυτούς ζουν σε αργία και είναι απρόθυμοι να εμπλακούν με χερωνακτικές εργασίες˙ πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι και τρώνε από τα αγαθά των άλλων, αυτών που έχουν εξαπατήσει. Ας ακούσουν τον απ. Παύλο, εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδέ ἐσθιέτω. (Β’ Θεσσ. 3.10) Οι αιρετικοί έτσι πετυχαίνουν διπλή καταδική, για την διάδοση αιρετικών δογμάτων και διότι γίνονται οι νέοι απόστολοι και πρόδρομοι του αντιχρίστου, ετοιμάζοντας τον κόσμο να δεχθεί τον υιό της απωλείας».

Όπως πολύ ωραία το τοποθετεί ο παπα-Κοσμάς, οι αιρετικοί με τν ψευδαίσθηση ότι μιμούνται τους αποστόλους, γίνονται ψευδο-απόστολοι του αντιχρίστου.

Στην Βουλγαρία η συγκεκριμένη πρακτική έβρισκε απήχηση εξαιτίας της καταπίεσης των χωρικών από τος βογιάρους[xii]. Στα εδάφη της Ρωμανίας, όπου η φεουδαρχία δεν ευδοκίμησε, δεν υπήρξαν αντίστοιχα κοινωνικά ερεθίσματα. Αυτό προκύπτει από το γεγονός της αποδοχής του Βογομιλισμού και από μέλη της πρωτευουσιάνικης αριστοκρατίας.


η. Αποφυγή όρκου.

Τέλος, οι Βογομίλοι απέφευγαν τους όρκους. Η πληροφορία δεν υπάρχει ούτε στην Ομιλία του Κοσμά, ούτε στην Πνευματική Πανοπλία του Ζιγαβηνού. Την αναφέρει ο Ούγο Ετεριάνο στο Contra Patarenos:

«Πάλι, μιλάνε καθαρά και απροκάλυπτα κατά του Χριστού και της ίδιας της αλήθειας όταν αφαιρούν τους όρκους από την εκκλησία, αδυνατώντας να κατανοήσουν τι διέταξε ο Χριστός στο Ευαγγέλιο και ο Ιάκωβος στην Επιστολή του, καθώς επαναλαμβάνει τον Κύριο. Δεν απαγόρευσαν ποτέ τον όρκο στον Θεό αλλά μόνο στα πλάσματα, λέγοντας Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν μή ὀμόσαι ὅλως˙ μήτε ἐν τῷ οὐρανῷ, ὅτι θρόνος ἐστι τοῦ Θεοῦ˙ μήτε ἐν τῇ γῇ, ὅτι ὑποπόδιον ἐστι τῶν ποδῶν αὐτοῦ (Ματθ. 5.35), ούτε σε κανένα άλλο πλάσμα, και αυτό για τον λόγο ότι δεν θα πρεπε να υπάρχει χώρος για την ειδωλολατρία, διότι θεοποιούσαν τον ουρανό και τη γη και τα άλλα κτιστά, στα οποία ορκίζονταν. Μόνο ο Θεός, ο οποίος δεν είναι υποκείμενος κανενός, ορκίζεται στον εαυτό του, αλλά εμείς που δεν έχουμε καμιά εξουσία δική μας, πως θα μπορούσαμε να ορκιστούμε στο κεφάλι μας – αφού ανήκει σε άλλον – αν σου ανήκει το κεφάλι σου άλλαξε, αν μπορείς, το φυσικό χρώμα μιας τρίχας. Ο όρκος δεν πρέπει ν’ απαγορεύεται, ούτε να επιθυμείται, σαν να είναι κάτι καλό. Το να ορκίζεται κανείς ελέυθερα και χωρίς ενδοιασμό, η να ορκίζεται ψευδώς, είναι αμαρτία, αλλά ο όρκος από ανάγκη, προς απόδειξη της αθωότητας ή προς επικύρωση μια συνθήκης ειρήνης ή για να πεισθούν οι ακροατές για το συμφέρον τους είναι καλό και αναγκαίο[xiii]».

Το σκεπτικό του Ούγου περί όρκου προέρχεται από τις αντίστοιχες απόψεις του Paschasius Radbertus[xiv] (Θ’ αι.). Ο αναγνώστης μπορεί να βρει την ορθόδοξη άποψη στην Θ’ Ομιλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στις Πράξεις των Αποστόλων, κεφ. ε’-στ’ (PG 60.81-84). Συμπληρωματικά, για την ερμηνευτική του χωρίου τον Ι’ αι. Ευθύμιος Ζιγαβηνός, Σχόλια εις το Κατά Ματθαίον, κεφ. ε’[xv].


[i] Ευθυμίου της Περιβλέπτου, Συγγραφή Στηλιτευτική (PG 131.56A-B)


[ii] B. Hamilton, Christian dualist heresies, p.148 (Ευθύμιος)


[iii] Ευθύμιος Ζιγαβηνός, Πνευματική Πανοπλία ΚΖ’ 21 (PG 130.1316D)


[iv] B. Hamilton, Christian dualist heresies, p.147 (Ευθύμιος)


[v] Ευθύμιος Ζιγαβηνός, Πνευματική Πανοπλία ΚΖ’ 16 (PG 130.1312B-C)


[vi] Ευθύμιος Ζιγαβηνός, Πνευματική Πανοπλία ΚΖ’ 16 (PG 130.1312C-D)


[vii] Μ. Ψελλός, Περί δαιμόνων, ed. P. Gautier, p. 141.


[viii] B. Hamilton, Christian dualist heresies, p.30


[ix] Ευθύμιος Ζιγαβηνός, Πνευματική Πανοπλία ΚΖ’ 25 (PG 130.1320C)


[x] Ευθύμιος Ζιγαβηνός, Πνευματική Πανοπλία ΚΖ’ 26 (PG 130.1320C)


[xi] Ευθύμιος Ζιγαβηνός, Πνευματική Πανοπλία ΚΖ’ 19 (PG 130.1313D)


[xii] D. Obolensky, The Bogomils, p.140


[xiii] Hough Eteriano, Contra Patarenos, ed. J. Hamilton, p.179.


[xiv] PL 120.254-5


[xv] PG 129.217B-220D

http://www.impantokratoros.gr