Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Η Ν.Τ.Π. βρήκε τη "λύση" στην ευρεία χρήση του (ψυχιατρικού) όρου ΦΟΒΙΚΟΣ" (πχ ισλαμοφοβία, ομοφοβία,ξενοφοβία, κλπ)...οι "διαφωνούντες" ταμπελώνονται ως "ψυχικά ασθενείς", "νεκρώνονται πολιτικοκοινωνικά" και περιθωριοποιούνται ...





Παραθέτουμε το πολύ ενδιαφέρον και διαφωτιστικό άρθρο του κοινωνιολόγου Φρανκ Φουρέντι σχετικά με την εισαγωγή των λεγόμενων «φοβιών» και τον διόλου «αγνό» ρόλο τους στο σύγχρονο πολιτικό λεξιλόγιο ως απόπειρα απάλειψης του πολιτικού διαλόγου διαμέσου της ψυχιατρικοποίησης αντιλήψεων που έρχονται σε αντίθεση με την σύγχρονη κατεστημένη «πολιτική ορθότητα».

"ουσιώδες" απόσπασμα από τον επίλογο:

-Πέμπτον, αν και ο όρος «φοβία» υποβιβάζει την ανθρώπινη συμπεριφορά σε ένα ιατρικής μορφής ζήτημα, είναι κάτι περισσότερο από μια διάγνωση: είναι επίσης μια δήλωση ηθικής καταδίκης. 

Οι ομοφοβικοί ή οι ισλαμοφοβικοί είναι άρρωστα άτομα των οποίων τα επιχειρήματα και οι πεποιθήσεις δεν πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. 

Πρόκειται για σαφώς κατώτερα άτομα από ηθικής απόψεως, που στερούνται της απαραίτητης συναισθηματικής συγκρότησης για να μπορέσουν να συμμετάσχουν στη σύγχρονη κοινωνία.


ΦΟΒΙΕΣ

τίτλος πρωτοτύπου:

Υπάρχει κάτι σάπιο[1] στην τάση να χαρακτηρίζονται πολιτικές ή πολιτιστικές απόψεις ως «φοβίες» που χρήζουν θεραπευτικής αγωγής



Σήμερα η «φοβία» θεωρείται όλο και περισσότερο ως κάποιο είδος υπερβατικής δύναμης που, καταπώς φαίνεται, δύναται να κάνει τους ανθρώπους μισαλλόδοξους οδηγώντας τους στη διάπραξη λεκτικών και σωματικών επιθέσεων. Πολλές κοινωνικές ομάδες σήμερα ισχυρίζονται ότι είναι θύματα των φοβιών κάποιων άλλων ανθρώπων ή ισχυρίζονται ότι έχουν πέσει θύματα κάποιας «φοβικής» άποψης. Η ομοφοβία και η ισλαμοφοβία αποτελούν τους πιο γνωστούς από αυτούς τους πρόσφατα κατασκευασμένους όρους, αλλά ωστόσο υπάρχουν πολύ περισσότερες ομάδες που χρησιμοποιούν τη ρητορική της φοβίας για να προσδιορίσουν τη θυματοποιημένη θέση τους στην κοινωνία. 

Φαίνεται ότι έχει παρέλθει προ πολλού ο καιρός που οι φοβίες μας περιορίζονταν στα φίδια, τις αράχνες ή τα ύψη. Ο ιστότοπος με την ονομασία Phobialist [κατάλογος φοβιών] διαθέτει έναν μακροσκελή κατάλογο στον οποίο περιλαμβάνονται περισσότερες από 500 διαφορετικές φοβίες, οι οποίες εκτείνονται από τη «σχολική φοβία» [didaskaleinophobia], δηλαδή τον φόβο του μαθητή να πάει στο σχολείο, έως την «ξυροφοβία» [xyrophobia], δηλαδή τον φόβο προς τα ξυράφια.[2]

Η λέξη «φοβία» εμφανίσθηκε στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα. Στην αρχή χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τον φόβο απέναντι σε ένα φανταστικό κακό ή την υπερβολική αντίδραση σε μια πραγματική απειλή. 

Εν ολίγοις, όριζε μια αντίδραση απέναντι σε έναν παράλογο φόβο ή την αποστροφή προς ένα συγκεκριμένο αντικείμενο ή μια ιδιαίτερη κατάσταση. Ο όρος ενσωματώθηκε στο πρωτοεμφανιζόμενο επάγγελμα του ψυχιάτρου περίπου στο γύρισμα του εικοστού αιώνα και στην πορεία έγινε ιατρικός όρος. 

Στις πιο πρόσφατες δεκαετίες η «φοβία» χρησιμοποιήθηκε ως επίθημα για να υποδηλώσει την αρνητική στάση απέναντι σε ορισμένες κατηγορίες ανθρώπων. 

Η λέξη «ξενοφοβία» (μια βαθιά αντιπάθεια για τους αλλοδαπούς) χρησίμευσε ως πρότυπο για τη διεύρυνση της φοβίας -και ό,τι θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «φοβική φαντασίωση»- στη σφαίρα των ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων και σχέσεων. 

Κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών η χρήση της λέξης «φοβία» έχει γίνει μέρος του καθημερινού λόγου για να υποδηλώσει τον φόβο ή το άγχος απέναντι σε άλλους ανθρώπους.

Σύμφωνα με το Oxford English Dictionary [Αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης], η λέξη «υδροφοβία» [hydrophobia] (που κυριολεκτικά σημαίνει τον «φόβο προς το νερό» αλλά σημαίνει επίσης και την ασθένεια της λύσσας) αποτέλεσε μάλλον το πρότυπο για τον μετέπειτα σχηματισμό διαφόρων όρων στην αγγλική γλώσσα που συνδέονται με τη φοβία. 

Τον δέκατο έβδομο αιώνα υπήρχε ένας μικρός αριθμός τέτοιων όρων και τον δέκατο όγδοο εμφανίσθηκαν μερικοί όροι επιπλέον. Ωστόσο, ο αριθμός τους αυξήθηκε σημαντικά στη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα και στη συνέχεια σημειώθηκε μια εκρηκτική αύξηση στον εικοστό αιώνα. 

Η φοβική θεώρηση εντάθηκε μαζί με την θεραπευτική κουλτούρα, η οποία έχει την τάση να ερμηνεύει τις συγκρούσεις και την ενοχλητική συμπεριφορά διαμέσου της ψυχολογίας.

Σήμερα επικρατεί η άποψη ότι οι συναισθηματικές δυσλειτουργίες είναι υπεύθυνες για τα κοινωνικά προβλήματα. 

Με βάση την άποψη αυτή, τα συναισθήματα που δεν έχουν τύχει της πρέπουσας επεξεργασίας και τα οποία τα άτομα δεν μπορούν να διαχειριστούν ευθύνονται για πολλά από τα δεινά που πλήττουν τη σύγχρονη κοινωνία. 

Συχνά μάλιστα λέγεται ότι ακόμη και η βία μεταξύ των εθνών, οι πόλεμοι, ανάγεται σε κάποια συναισθηματική αιτία. Ο πρώιμος όρος του εικοστού αιώνα «ξενοφοβία» δεν αποτελεί πια απλώς και μόνο έναν όρο που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την άποψη που έχει κάποιος για τους ξένους, αλλά έχει γίνει πλέον μια θεραπευτική διάγνωση της διανοητικής κατάστασης ενός ατόμου. 

Οι διάφοροι παράλογοι φόβοι που εμπεριέχονται στον γενικό όρο «φοβία» τώρα εκλαμβάνονται ως μια απλή υποδιαίρεση των συναισθηματικών διαταραχών που κυριαρχούν στην καθημερινή ζωή. 

Η διάγνωση της φοβίας έχει προσλάβει κεντρική θέση σε μια θεραπευτική κοσμοθεωρία, που θεωρεί το άγχος, την οργή, το τραύμα, τη χαμηλή αυτοεκτίμηση και τον εθισμό ως κυρίαρχα στοιχεία της ανθρώπινης εμπειρίας.

Η επινόηση του όρου «ομοφοβία» άνοιξε τον δρόμο για την επινόηση των υπόλοιπων φοβικών προκαταλήψεων στα τέλη του εικοστού αιώνα. 

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μέχρι τη δεκαετία του 1960 η έννοια της ομοφοβίας αναφερόταν στον φόβο απέναντι στους άνδρες ή στην αποστροφή προς το ανδρικό φύλο.[3] 

Σύμφωνα με το Αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης [OED] η σύγχρονη σημασία της λέξης, από τον Οκτώβριο του 1969, είναι ο φόβος ή η προκατάληψη απέναντι στους ομοφυλόφιλους. 

Ο κλινικός ψυχολόγος Τζωρτζ Γουάινμπεργκ [George Weinberg], ο οποίος ισχυρίζεται ότι επινόησε τον όρο, τον περιγράφει ως εξής: «Η ομοφοβία είναι ακριβώς αυτό: μία φοβία. 

Πρόκειται για έναν νοσηρό, παράλογο φόβο που υπαγορεύει την εκδήλωση κάποιας παράλογης συμπεριφοράς, την τροπή σε φυγή ή την επιθυμία να καταστρέψει το ερέθισμα που του προκαλεί την φοβία και οτιδήποτε την υπενθυμίζει».[4]

Η εκ νέου κατάταξη της ομοφοβίας ως συναισθηματική διαταραχή, ως έναν παράλογο φόβο απέναντι στις σχέσεις μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου, συνδυάζεται παράλληλα με μια ευρύτερη τάση να θεωρούνται οι προκαταλήψεις και οι συγκρούσεις αποτέλεσμα των συναισθηματικών ελλειμμάτων [emotional deficits] ενός ατόμου[5]

Όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα με τίτλο «Η ομοφοβία στην Ευρώπη», τον Ιανουάριο του 2006, διακήρυξε ότι η ομοφοβία πρέπει να θεωρείται ως ένας παράλογος φόβος και μια απέχθεια απέναντι στους ομοφυλόφιλους, τις λεσβίες, τους γκέι, τα αμφισεξουαλικά και τα τρανσεξουαλικά άτομα, που εδράζεται σε προκαταλήψεις παρόμοιες με τον ρατσισμό, την ξενοφοβία, τον αντισημιτισμό και τον σεξισμό. 

Η έμφαση στην «παράλογη» φύση της ομοφοβίας συνάδει με τη σημερινή τάση να αντιμετωπίζονται οι ανάρμοστες συμπεριφορές ως ένα είδος διαταραχής της προσωπικότητας [personality disorder]. 

Η δε διάγνωση της ομοφοβίας δεν περιορίζεται σε καταφανώς συναισθηματικώς διαταραγμένα άτομα. Η διάγνωση δύναται να αφορά ακόμη και ολόκληρα έθνη. 

Τον Απρίλιο [του 2007] μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου χαρακτήρισαν την Πολωνία «απεχθή» και «αηδή» εξαιτίας της φερόμενης ως ομοφοβικής πολιτικής της κουλτούρας.

Αυτή η σύνδεση της εχθρικής στάσης απέναντι στους ομοφυλόφιλους με τη συναισθηματική διαταραχή της «φοβίας» έχει επίσης ενθαρρύνει και πάρα πολλούς άλλους να χαρακτηρίζουν τον εαυτό τους θύματα φοβίας. 

Η επινόηση του όρου «ισλαμοφοβία» είναι η πιο επιτυχημένη πρόσφατη προσπάθεια για να χρησιμοποιηθεί η ετικέτα της «φοβίας» προς μια νέα ομάδα ανθρώπων: τους μουσουλμάνους. 

Η ετικέτα της ισλαμοφοβίας καθιερώθηκε τη δεκαετία του 1990. Το 1996, η βρετανική «Επιτροπή για τους Βρετανούς Μουσουλμάνους και την Ισλαμοφοβία» Runnymede Trust έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να προσλάβει η προκατάληψη έναντι των μουσουλμάνων τη μορφή ενός παράλογου συναισθήματος. 

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, και κυρίως μετά την 11η Σεπτεμβρίου [2001], η λέξη άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως από ολόκληρη την κοινωνία. 

Οι διεθνείς οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ασπάσθηκαν τον όρο «ισλαμοφοβία» ως άλλη μια προκατάληψη που πρέπει να καταδικαστεί. 

Ο Κόφι Ανάν είχε δηλώσει σε μια διάσκεψη του ΟΗΕ το 2004: «όταν ο κόσμος αναγκάζεται να πλάσει έναν νέο όρο λαμβάνοντας υπόψη την ολοένα και πιο διαδεδομένη μισαλλοδοξία, τότε πρόκειται για μια λυπηρή και ανησυχητική εξέλιξη». «Τέτοια είναι η περίπτωση της ισλαμοφοβίας», πρόσθεσε.[6]

Στην πραγματικότητα, ο κόσμος γενικά σπανίως «πλάθει έναν καινούργιο όρο». Κατά κύριο λόγο αυτό γίνεται συνήθως μετά από τις αξιώσεις οργανώσεων προάσπισης δικαιωμάτων που προσπαθούν να προωθήσουν τη δικιά τους ατζέντα. 

Ο κόσμος δεν είχε ανάγκη τη δημιουργία ενός «καινούργιου όρου». Θα αρκούσαν οι ήδη υπάρχουσες φράσεις, όπως για παράδειγμα η προκατάληψη εναντίον των μουσουλμάνων ή εναντίον του Ισλάμ. 

Ωστόσο, με βάση την επιτυχημένη επινόηση του όρου «ομοφοβία», οι υποστηρικτές της καινούργιας έννοιας, της «ισλαμοφοβίας», είχαν τη δυνατότητα να καταφύγουν σε μια καθιερωμένη συναίνεση γύρω από την πολιτική της ταυτότητας και της πολυπολιτισμικότητας. 

Επιπλέον, οι επινοητές της «ισλαμοφοβίας», όπως εκείνοι που επανακαθόρισαν την έννοια της «ομοφοβίας», μπόρεσαν να αξιοποιήσουν την ισχυρή θεραπευτική θεώρηση που κυριαρχεί στις κοινωνίες της Βρετανίας και της Αμερικής σήμερα. 

Στη θεραπευτική κουλτούρα μας κάθε μορφή λεκτικής σύγκρουσης θεωρείται ότι προκαλείται από άτομα που δεν είναι σε θέση να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους με αποτέλεσμα να προκαλούν συναισθηματικό πόνο στους άλλους.

Η επινόηση νέων όρων δεν αποτελεί πάντοτε απάντηση σε κάθε επαπειλούμενη αύξηση της μισαλλοδοξίας ή των διακρίσεων. 

Τον τελευταίο καιρό πολλά λόμπι έχουν προσπαθήσει να παρουσιάσουν τις ομάδες τους ως θύματα κάποιου είδους φοβίας. Έτσι, αν οι μουσουλμάνοι μπορούν να ισχυρίζονται ότι αποτελούν θύματα κάποιας φοβίας, τι γίνεται με τους χριστιανούς; 

Ορισμένοι χριστιανοί φονταμενταλιστές ανακάλυψαν πρόσφατα τη μάστιγα της «χριστιανοφοβίας». 

Ισχυρίστηκαν, σε μια δήλωσή τους, ότι «οι χριστιανοί στιγματίζονται, γελοιοποιούνται, κατηγορούνται και υφίστανται νομοθετικές ρυθμίσεις εις βάρος τους», γεγονός το οποίο καταδεικνύει ότι «υπάρχει σήμερα ένας παράλογος φόβος και ένα αυξανόμενο μίσος κατά του χριστιανισμού σε πάρα πολλές χώρες».[7] 

Ο αιδεσιμότατος Τρίσταν Εμμάνιουελ [Tristan Emmanuel], ένας Καναδός υπουργός, ανησυχεί επίσης για το αυξανόμενο κύμα της χριστιανοφοβίας. 

Πιστεύει ότι «το είδος του μίσους που εκφράζεται σήμερα στον Καναδά κατά των χριστιανών αποτελεί πιθανό πρόδρομο μιας μελλοντικής δίωξης εις βάρος τους, με τον ίδιο τρόπο που στο παρελθόν η αποπροσωποποίηση των Εβραίων στη ναζιστική Γερμανία οδήγησε στο Ολοκαύτωμα».[8]

Κάποιοι άλλοι έχουν γράψει περί «εβραιοφοβίας». Η Μέλανι Φίλιπς [Melanie Phillips], αρθρογράφος της βρετανικής εφημερίδας Daily Mail, επισημαίνει την ύπαρξη μιας «αχαλίνωτης ισραηλοφοβίας και μίσους για τους Εβραίους». 

Ο συνάδελφός της αρθρογράφος Πίτερ Χίτσενς [Peter Hitchens] θεωρεί προτιμότερο τον όρο «ιουδαιοφοβία», αν και παραδέχεται ότι χρησιμοποιεί τον όρο για να εκνευρίσει εκείνους που κατατάσσουν κάποιους στα θύματα της «ομοφοβίας» ή της «ξενοφοβίας».[9] 

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι υπήρξε μια μετατόπιση από το «-ισμός» του αντισημιτισμού σε κάποια φοβία, την «ιουδαιοφοβία». Ορισμένοι σήμερα στην Ευρώπη αμφισβητούνται εξαιτίας της «ευρωφοβίας» τους, δηλαδή της πολιτικής τους αντίθεσης όσον αφορά την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή την υιοθέτηση του ευρώ. 

Φαίνεται ότι ακόμη και η Ε.Ε. μπορεί να παρουσιαστεί ως κακόμοιρο θύμα παράλογων φόβων και προκαταλήψεων εκ μέρους των επικριτών της. 

Με άλλα λόγια, όποιος διατηρεί κάποιο βαθύ σκεπτικισμό για την Ε.Ε. πρέπει αναμφισβήτητα να αφορμάται από παράλογους φόβους.

Πρόκειται για κάτι παραπάνω από ένα ιδιοτελές ορολογικό ζήτημα

Η τάση να περιγράφονται οι πολιτικές και πολιτιστικές στάσεις ως «φοβίες» είναι κάτι παραπάνω από απλώς ένα σύμπτωμα πνευματικής ένδειας. 

Διαμέσου του πρίσματος της φοβίας ζητήματα που αφορούν τη δημόσια ζωή υποβιβάζονται σε προσωπικής φύσεως ψυχολογικά προβλήματα. Υπάρχουν πέντε πολύ σημαντικοί λόγοι για τους οποίους θα πρέπει να απορρίψουμε την ανάπτυξη αυτής της φρασεολογίας των φοβιών.

– Πρώτον και σημαντικότερον, διότι υποβιβάζει τις στάσεις, που στην πραγματικότητα διαμορφώνονται από κοινωνικούς και πολιτιστικούς παράγοντες, σε προβλήματα ατομικής ψυχολογίας. 

Σύμφωνα με την θεραπευτική κοσμοαντίληψη, οι σχέσεις εξουσίας και οι πολιτιστικές και κοινωνικές συγκρούσεις παίζουν μονάχα περιθωριακό ρόλο στο άτομο που εκδηλώνει φοβική συμπεριφορά. 

Υπό αυτό το πνεύμα, ο Μάρτιν Κάντορ [Martin Kantor] στο βιβλίο του Homophobia: Description, Development and Dynamics ofGay Bashing, αποδίδει στο φοβικό άτομο παθολογική συμπεριφορά. 

Σε παλαιότερες εποχές η ομοφυλοφιλία ερμηνευόταν ως παθολογική συμπεριφορά, ως μια μορφή ψυχιατρικής διαταραχής, και οι πρώτοι υπέρμαχοι της απελευθέρωσης των ομοφυλόφιλων είχαν αμφισβητήσει έντονα την παθολογικοποίηση της ομοφυλοφιλίας. 

Σήμερα η κατάσταση έχει αντιστραφεί. Οι υποστηρικτές του όρου «ομοφοβία», οι οποίοι είναι συχνά ακτιβιστές υπέρ των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων, είναι εκείνοι που τώρα ιατρικοποιούν ρητά τους αντιπάλους τους. 

Για τον Κάντορ, η ομοφοβία είναι το αποτέλεσμα συναισθηματικών διαταραχών. Ισχυρίζεται ότι συνδέεται με κάποια ψυχαναγκαστική διαταραχή, διαταραχή της διάθεσης, φοβικές-αποφευκτικές διαταραχές καθώς και με μια ποικιλία άλλων διαταραχών της προσωπικότητας. 

Προφανώς, οι ομοφοβικοί είναι βαθιά διαταραγμένοι και άρρωστοι άνθρωποι. Και φυσικά, υπάρχουν και προκατειλημμένοι άνθρωποι στον κόσμο -άνθρωποι που είναι επιφυλακτικοί και δηκτικοί απέναντι στους ομοφυλόφιλους, τους μουσουλμάνους, τους μαύρους και άλλους. 

Ωστόσο, αυτή η προκατάληψη δεν αποτελεί κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας.

– Δεύτερον, με το που βαφτίζεται ο λόγος, η στάση ή η συμπεριφορά κάποιου ως «φοβία», αμέσως κλείνει κάθε συζήτηση. 

Όταν κάποιος έχει διαγνωστεί ως φοβικός, τότε θεωρείται ότι βρίσκεται εκτός της σφαίρας του ορθού λόγου ή της δυνατότητας διεξαγωγής διαλόγου. 

Όπως υποστήριξε ο Βρετανός συγγραφέας Κέναν Μάλικ [Kenan Malik] όσον αφορά αυτό που αποκαλεί «μύθο της ισλαμοφοβίας», η λέξη ισλαμοφοβία «έχει γίνει όχι απλώς μια περιγραφή των αντιμουσουλμανικών προκαταλήψεων, αλλά και μια συνταγή για το τι μπορεί ή δεν μπορεί να ειπωθεί για το Ισλάμ».[10] 

Τα τελευταία χρόνια η επίκληση στον όρο ισλαμοφοβία γίνεται συχνά για να φιμωθεί η κριτική απέναντι στο Ισλάμ. Οι επικρίσεις κάθε πτυχής του Ισλάμ εκλαμβάνονται ως εκδηλώσεις μιας νέας μορφής ρατσισμού. 

Στην πραγματικότητα, οι επικριτές του Ισλάμ αμφισβητούν τις αξίες που σχετίζονται με τη θρησκεία και όχι με τη φυλετική υπόσταση των μουσουλμάνων. Σήμερα, η προώθηση της έννοιας της ισλαμοφοβίας έχει ως στόχο την απαλλαγή του Ισλάμ από κάθε κριτική.

Πρόσφατοι ισχυρισμοί περί μιας «ισλαμοφοβικής επιδημίας» βασίζονται σε μια μεθοδολογία που στηρίζεται σε υποκειμενικά και επιφανειακά κριτήρια. 

Η έκθεση της βρετανικής Επιτροπής Runnymede Trust [στην οποία έγινε αναφορά παραπάνω] πλαισιώνεται με σχόλια και παρατηρήσεις από πλευράς ενδιαφερόμενων ομάδων και νεαρών μουσουλμάνων. 

Στη συνέχεια, οι εντυπώσεις αυτής της αυτόκλητης ομάδας ατόμων διατρέχουν ολόκληρη την έκθεση ως «γεγονότα». 

Η έκθεση αναφέρει επίσης ότι οι απόψεις οι οποίες επικρίνουν το Ισλάμ, και οι οποίες σε μια ανοικτή δημοκρατική κουλτούρα θα αποτελούσαν αντικείμενο μιας νόμιμης συζήτησης είναι στην πραγματικότητα «στενόμυαλες απόψεις για το Ισλάμ» και, συνεπώς, ισοδυναμούν με «ισλαμοφοβία». 

Εκείνοι που ισχυρίζονται ότι το Ισλάμ δεν ανταποκρίνεται στη νέα πραγματικότητα, ότι είναι σεξιστικό, παράλογο και ότι κατά κάποιο τρόπο αποτελεί μια πολιτική ιδεολογία, καταγγέλλονται από την έκθεση ως «ισλαμοφοβικοί». 

Ουσιαστικά κάθε κριτική κατά του Ισλάμ μπορεί πλέον να ερμηνευθεί ως «ισλαμοφοβία». Ακόμη χειρότερα, η χρήση του όρου αυτού καθιστά δυσδιάκριτη την διαφορά μεταξύ της κριτικής προς το Ισλάμ και των διακρίσεων έναντι των μουσουλμάνων. 

Προφανώς λοιπόν τόσο η κοσμική κριτική απέναντι στο Ισλάμ όσο και η μεροληπτική συμπεριφορά εις βάρος των μουσουλμάνων σήμερα θεωρούνται εξίσου ως αποτελέσματα της «ισλαμοφοβίας».

Φαίνεται ότι σύμφωνα με το φοβικό φαντασιακό της εποχής μας οι άνθρωποι δεν επιτρέπεται να έχουν αρνητικές ή ενάντιες απόψεις για τον τρόπο ζωής ή τον πολιτισμό άλλων ανθρώπων. 

Ο όρος «φοβία» υποδηλώνει ότι αν δεν αρέσει σε κάποιον ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής, τότε θα πρέπει να είναι κάποιος παράλογος μισαλλόδοξος. 

Υπό αυτές τις συνθήκες, η άσκηση κριτικής στον τρόπο ζωής ή σε μια θρησκεία γίνεται μια πράξη που μάλλον ισοδυναμεί με ιεροσυλία. 

Η ελευθερία του λόγου και η ανοικτή συζήτηση θεωρούνται πολυτέλειες σε έναν κόσμο όπου η προσβολή θεωρείται ασυγχώρητη αμαρτία.

-Τρίτον, η προώθηση των φοβιών προσδίδει στις προκαταλήψεις έναν υποκειμενικό και αυθαίρετο χαρακτήρα. 

Αυτό που μετράει δεν είναι αυτό που λες ή αυτό που εννοείς, αλλά το πώς διαγιγνώσκεται ο λόγος ή η σκέψη σου. 

Η διάγνωση της φοβίας είναι πολύ υποκειμενική: σημαίνει το να ερμηνεύεις ή να μαντεύεις τα πραγματικά κίνητρα κάποιου. 

Και από τη στιγμή που έχει γίνει η συγκεκριμένη διάγνωση είναι πολύ δύσκολο να τεθεί υπό αμφισβήτηση.

Αναλογισθείτε τον ισχυρισμό της Runnymede Trust, σύμφωνα με τον οποίο η ισλαμοφοβία είναι διαδεδομένη στο Ηνωμένο Βασίλειο. 

Ένας από τους υποστηρικτές αυτής της άποψης, ο Δρ. Αμπντουλζαλίντ Σάζιντ [Abduljalil Sajid], είχε δηλώσει ότι η Βρετανία είναι «θεσμικά ισλαμοφοβική».[11] 

Ο όρος «θεσμική ισλαμοφοβία» είναι δηλωτικός. Αντιγράφει συνειδητά τον όρο «θεσμικός ρατσισμός», ο οποίος επινοήθηκε από την έκθεση Μακφέρσον το 1999 κατά τη διάρκεια μιας αστυνομικής έρευνας για τη δολοφονία του Στίβεν Λόρενς.[12] 

Σύμφωνα με την τρέχουσα τάση να ερμηνεύεται κάθε ανθρώπινη εμπειρία με ψυχολογικούς όρους, ο ρατσισμός έχει αναδιατυπωθεί ως ημισυνειδητή ψυχολογική διαδικασία. 

Έτσι, η επίδραση της έκθεσης Μακφέρσον βοήθησε να κωδικοποιηθούν τα συναισθήματα και η συγκίνηση υπό τη μορφή ενός νόμου. 

Ο Μακφέρσον όρισε τον θεσμικό ρατσισμό ως πρόβλημα του νου, υποστηρίζοντας ότι «μπορεί να βρεθεί ή να εντοπιστεί σε διαδικασίες, στάσεις και συμπεριφορά που ισοδυναμούν με διακρίσεις που γίνονται μέσω ασυνείδητων προκαταλήψεων, άγνοιας, απερισκεψίας και φυλετικών στερεοτύπων που θέτουν σε μειονεκτική θέση άτομα εθνικών μειονοτήτων». 

Η λέξη-κλειδί εδώ είναι «ασυνείδητων». Μια ασυνείδητη αντίδραση οδηγείται από ανεξέλεγκτα και αχαλίνωτα συναισθήματα. 

Σε έναν κόσμο όπου ο «ασυνείδητος ρατσισμός» αντικαθιστά τον πραγματικό ρατσισμό κάθε πράξη έχει τη δυνατότητα να διαγνωστεί ως προκατειλημμένη ή «φοβική».

–Τέταρτον, η τάση στιγματισμού των εν γένει επικριτών με μια διάγνωση που προέρχεται από την ψυχιατρική έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται ασθένεια η αντίρρηση και η διαφωνία. 

Οι αυταρχικές επιπτώσεις ενός τέτοιου εγχειρήματος φάνηκαν ξεκάθαρα στη σταλινική Ρωσία όπου οι αντιφρονούντες αντικαθεστωτικοί συχνά εγκλείονταν σε ιδρύματα ψυχικής υγείας. 

Στις δυτικές κοινωνίες τα φοβικά άτομα δεν φυλακίζονται, απλά αντιμετωπίζουν τον στιγματισμό και περιθωριοποιούνται από την καλλιεργημένη κοινωνία. 

Αλλά πόσο απέχουμε από την εποχή που οι «ασυνείδητοι» φοβικοί θα ενθαρρύνονται να συμμετέχουν σε μαθήματα διαχείρισης θυμού ή θα ωθούνται να αυξήσουν και να επαναπροσδιορίσουν την «ευαισθητοποίησή» τους;

-Πέμπτον, αν και ο όρος «φοβία» υποβιβάζει την ανθρώπινη συμπεριφορά σε ένα ιατρικής μορφής ζήτημα, είναι κάτι περισσότερο από μια διάγνωση: είναι επίσης μια δήλωση ηθικής καταδίκης. 

Οι ομοφοβικοί ή οι ισλαμοφοβικοί είναι άρρωστα άτομα των οποίων τα επιχειρήματα και οι πεποιθήσεις δεν πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. 

Ακριβώς όπως και οι ασυνείδητοι φοβικοί, έτσι και οι προαναφερθέντες δεν μπορούν παρά να συμπεριφέρονται με τον τρόπο που συμπεριφέρονται. 

Πρόκειται για σαφώς κατώτερα άτομα από ηθικής απόψεως, που στερούνται της απαραίτητης συναισθηματικής συγκρότησης για να μπορέσουν να συμμετάσχουν στη σύγχρονη κοινωνία.

Η ψυχολογική στροφή στη δημόσια ζωή ουσιαστικά κάνει λίγα πράγματα για να προστατεύσει τους ανθρώπους που αποτελούν στην πραγματικότητα τους στόχους της μισαλλοδοξίας και των προκαταλήψεων. 

Με το να αντιμετωπίζεται η μισαλλοδοξία ως ασθένεια, αυτό που γίνεται είναι απλώς να ευτελίζεται η ίδια η διαφωνία. 

Επίσης, με τον τρόπο αυτό αποθαρρύνονται οι άνθρωποι από το να λένε όσα έχουν στο νου τους και να συμμετέχουν σε μια ανοιχτή συζήτηση.

Τίτλος πρωτοτύπου: Phobias – There is something rotten in the trend to label political or cultural views as ‘phobias’ that must be treated

Ο Frank Furedi, γεννημένος στην Ουγγαρία το 1947, είναι κοινωνιολόγος, σχολιαστής και συγγραφέας. Διδάσκει κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο του Κεντ στη Βρετανία.

[1] Απόδοση της φράσης «there is something rotten», η οποία προέρχεται από την γνωστή φράση του Άμλετ «υπάρχει κάτι σάπιο στο βασίλειο της Δανιμαρκίας». (Σ.τ.Μ.)
[2] Βλ. http://phobialist.com/
[3] Βλ. Oxford English Dictionary
[4] Βλ. George Weinberg, Love is Conspiratorial, deviant & magical, καθώς και τη συνέντευξη στο http://www.gaytoday.com/interview/110102in.asp.
[5] Το σημείο αυτό αναπτυχθεί στο πρώτο και στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου του Frank Furedi, Therapy Culture: Cultivating Vulnerability In An Anxious Age, Routledge, 2004.
[6] Βλ. United Nations Press Release, Secretary General: Addressing headquarters seminar on confronting Islamophobia.
http://www.un.org/press/en/2004/sgsm9637.doc.htm
[7] Βλ. Frontline Fellowship: Christophobia
[8] Βλ. Media’s ‘Christophobia’ is destroying democracy
http://tg-media.blogspot.gr/2004/08/medias-christophobia-is-destroying.html

[9] Βλ. Peter Hitchens, ‘Israel is our front line whether we like it or not’, Mail on Sunday, 26 Ιουλίου 2007.
[10] Βλ. Kenan Malik, The Islamophobia Myth. http://www.kenanmalik.com/

[11] Βλ. ‘Islamophia pervades UK – report’ [Η ισλαμοφοβία διαποτίζει το Ηνωμένο Βασίλειο], BBC News, 2 Ιουνίου 2004.
[12] Βλ. https://en.wikipedia.org/wiki/Murder_of_Stephen_Lawrence (Σ.τ.Μ)