Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Οι άνθρωποι επιδιώκουν να βολευτούν. Μόνο όμως όσο είναι ξεβολεμένοι υπάρχει ελπίδα γι' αυτούς" (Ralph Waldo Emerson). Όσο για τις δικαιολογίες πως δεν υπάρχει κανένας αξιόλογος "Σχεδιασμός" για να ακολουθήσει κανείς,δεν είναι αυτό το "πρωτεύον"...Ακόμη κι αν υπήρχε, ιδού τι έλεγε ένας Αρχιστράτηγος (Von Moltke) περί τούτου: "Ένα σχέδιο μάχης έχει διάρκεια ζωής όσο τα πρώτα λεπτά της μάχης..." Πράγμα που σημαίνει: Τόσο πριν όσο και μετά το «Σημείο 0 της Σύγκρουσης» είναι θέμα "Ψυχής", Αποφασιστικότητας, προετοιμασίας, ικανότητας προσαρμογής...Όσο όμως οι "βολεμένοι" είναι "απίστευτα πολλοί", "ισχυροί" και "αδίστακτοι" και όσο η Φτωχολογιά είναι ένα τσούρμο "ΔΕΙΛΟΙ", κανένα Φονικό Καθεστώς δεν κινδυνεύει...κι αυτό το "ΞΕΡΟΥΝ"..."

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Η κουλτούρα της αγένειας-Πώς φτάσαμε να θεωρείται κανονικότητα η επίδειξη των κακών τρόπων...



Χαριτίνη Καρακωστάκη

Οταν συναντιούνται τυχαία δύο άγνωστοι στον δρόμο, έλεγε ο Ερβιν Γκόφμαν (αμερικανός κοινωνιολόγος των ηθών της καθημερινής ζωής), αυτό που ακούγεται συχνότερα να βγαίνει από το στόμα τους είναι «καλημέρα» και «συγγνώμη». 

Και συμπλήρωνε: 

Αυτά τα «καλημέρα» και τα «συγγνώμη» πρέπει να τα λάβουμε σοβαρά υπόψη και να τα μελετήσουμε, αν θέλουμε να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί μια κοινωνία.

Αν ο Γκόφμαν μπορούσε να κάνει μια βόλτα σε ένα ελληνικό αστικό κέντρο τού σήμερα, ας πούμε στην πρωτεύουσα, θα παρατηρούσε ότι όταν συναντιούνται δύο άγνωστοι μπορούν να ακουστούν πολλά διαφορετικά πράγματα, εκ των οποίων σπανιότερα «καλημέρα» και «συγγνώμη». 



Ο εισαγωγικός χαιρετισμός συχνά απουσιάζει ή στην καλύτερη περίπτωση αντικαθίσταται από ένα, μάλλον επιθετικό, «να σας πω!». 

Η έκφραση δε του αιτήματος που πυροδοτεί την επικοινωνία είναι συχνά αδιαμεσολάβητη: 

«Θέλω αυτό» ή «Εχετε το τάδε;» ή «Το τσιγάρο σας έρχεται κατευθείαν πάνω μου!». 

Η απουσία της λεκτικής ευγένειας συνοδεύεται συχνά και από εκφράσεις αγένειας πέραν της φυσικής γλώσσας: η παντελής αδυναμία συγκρότησης ουράς σε ένα ταμείο και οι συνακόλουθοι αναστεναγμοί δυσαρέσκειας που βγαίνουν από το παρατοποθετημένο μπουλούκι των ανθρώπων, το σολιψιστικό μπλοκάρισμα του διαδρόμου ή της πόρτας στο βαγόνι του μετρό, η ευκολία με την οποία κάποιος «δεν σε βλέπει» και σε προσπερνά κλέβοντας τη σειρά σου, χωρίς να αντιλαμβάνεται καν το «δυνατό άγγιγμα» που προκύπτει από το «ασυναίσθητο» σκούντημα ή ποδοπάτημα, δεν είναι παρά μερικές από αυτές.

Η αγένεια δεν είναι προφανώς ελληνικό προνόμιο. Σε όλες τις πόλεις, όπου η επικοινωνία δεν γίνεται με όρους γνωριμίας όπως συμβαίνει στις πιο μικρές κοινότητες, οι άνθρωποι συχνά απογοητεύονται από τη συμπεριφορά τρίτων απέναντί τους. 

Το ενδιαφέρον όμως της ελληνικής αγένειας στις τυχαίες δημόσιες συναντήσεις μεταξύ αγνώστων είναι ότι αυτή δεν γίνεται ποτέ αντιληπτή ως μεμονωμένη παρέκκλιση από έναν κανόνα αστικής ευγένειας παρά θεωρείται κανονικότητα. 

Αντίθετα, μέσα σε ένα καθεστώς απόλυτης αστικής διαστροφής, οι τύποι ευγένειας είναι εκείνοι που θεωρούνται παρέκκλιση και γίνονται συχνά αντικείμενο γελοιοποίησης, σχολιασμού και (καλοπροαίρετης;) πλάκας.

Η κουλτούρα της αγένειας διαμορφώνει ασφαλώς και τους όρους δημοσιότητας των δημοσίων προσώπων. 

Φωνές, τσιρίδες, υποτιμητικός πληθυντικός και μάγκικος ενικός κυριαρχούν στη ζωντανή και τηλεοπτική πολιτική αντιπαράθεση. 

«Ακούς τι σου λέω, ρε; Ακούς τι σου λέω;», «Αυτό που σου λέω, εγώ!» ακούγονται να βγαίνουν από το στόμα μελιτζανοκόκκινων προσώπων έτοιμων να εκραγούν. 

Περιγραφικά επίθετα εν είδει κατηγορητηρίου (Καραγκιόζης, μαφιόζοι, λαμόγια, ρουφιάνοι) και ηθικολογίζοντες αφορισμοί («σα δεν ντρέπεστε!», «καλά, εντάξει, μπαρμπούτσαλα») και πού και πού κανένα αναστοχαστικό συγγνώμη («Μα είστε εντελώς ηλίθιος, συγγνώμη κιόλας») δίνουν και παίρνουν προτού τα διακόψει ρυθμικά η τέλεια μονοτονία της επανάληψης: 

«Με αφήνετε να μιλήσω; Με αφήνετε να μιλήσω; Μα γιατί δε με αφήνετε να μιλήσω;».

Η ελληνική κουλτούρα της αγένειας δεν είναι καθαυτή κακή, όπως αντίστοιχα μια άλλη εθνική κουλτούρα ευγένειας δεν είναι καθαυτή καλή.

 Πράγματι η χρήση κάποιων λέξεων όπως «καλημέρα», «συγγνώμη», «ορίστε», «παρακαλώ», «ευχαριστώ», καθώς και η χρήση του πληθυντικού αριθμού δεν εξασφαλίζουν από μόνες τους την καλή συμβίωση των κατοίκων των πόλεων, ούτε επαρκούν για να εξαλείψουν τη βία – βίαιες συμπεριφορές εκδηλώνονται κάλλιστα και σε συνθήκης απόλυτης ευγένειας. 



Επιτελούν όμως, όπου χρησιμοποιούνται, μια σειρά από πολύπλοκες κοινωνικές λειτουργίες τις οποίες δεν πρέπει να παραβλέψουμε: 

οργανώνουν τις τυχαίες αλλά αναπόφευκτες συναντήσεις μεταξύ αγνώστων, φτιάχνουν μικρές καθημερινές τελετουργίες, αισθητικοποιούν την επικοινωνία κρύβοντας την πραγματική αδιαφορία που μπορεί να νιώθει ο ένας για τον άλλον, επιτρέπουν την έκφραση μέχρι και των πιο παράδοξων αιτημάτων διαλύοντας και ξαναφτιάχνοντας στιγμιαίες σχέσεις εξάρτησης. 

Κυρίως, όμως, υφαίνουν το πλαίσιο μιας κουλτούρας που υπολογίζει τον Αλλον, επιτρέπει την κριτική, αλλά επιζητά τη συναίνεση.

Οχι, η κουλτούρα της αγένειας δεν είναι καθαυτή κακή. 

Ευνοεί όμως τις εκρήξεις, τις φορμαλιστικές αντιπαραθέσεις και τις ανταγωνιστικές επιδείξεις υπέρμετρων εγώ. 

Αντίθετα, η αναγνώριση του Αλλου και η προσοχή στις ανάγκες του, που αυτόματα προκύπτουν από τη μηχανική χρήση ξερών τύπων ευγένειας, καθρεφτίζουν μία προδιάθεση συναίνεσης, απαραίτητη για την αστική συμβίωση. 

Ευγένειες και αγένειες, ήρθε η ώρα όλες αυτές τις λέξεις, τις στάσεις, τις συμπεριφορές, να τις πάρουμε στα σοβαρά.

Η Χαριτίνη Καρακωστάκη είναι πολιτική επιστήμων, υποψήφια διδάκτωρ Κοινωνιολογίας στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales (Paris)

http://www.tanea.gr/

..................................................

Κομπλάροντας απ’ την αγένεια... 




Δεν είναι ο πληθυντικός το θέμα, αλλά το πόσο έτοιμοι και πρόθυμοι είμαστε να... είμαστε θρασείς. 

 Το πόσο ορεξάτα θα διακόψουμε τον άλλο για να πούμε (μια βλακεία, συνήθως), το πόσο δεν θέλουμε να είμαστε ευχάριστοι, για να μην μας πουν φλώρους, να μη μας πάρουν τον «αέρα», να μην μας πιάσουν τον κώλο (συγνώμη). 

 Aπό την ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ 

«- Ναι, καλημέρα σας και καλό μήνα. Λέγομαι Έτσι και θα ήθελα να μιλήσω με τον κ. Τάδε». 

«- ...» 

«- Ναι;» 

«- Δεν είναι εδώ» 

«- Θα μπορούσα να αφήσω ένα μήν...» 

«- ...(κλικ)...». 

Είναι η αμήχανη στιγμή της εβδομάδας. 
Εκεί που αισθάνεσαι λίγο βλάκας, λίγο εξωγήινος, κάτι σα να «δουλεύεις» με άλλο λογισμικό, λίγο παλιό. 

Ξαναπαίρνω. 

«- Τον κύριο Τάδε». 

«- Δεν είναι εδώ». 

«- Γνωρίζετε τι ώρα θα επιστρέψει;» 

«- Ποιά είσαι;» 

«- Γαλανοπούλου» 

«- Περίμενε». 

 Μη συνεχίσω. 

Έκοψα τις ευγένειες, η δουλειά έγινε, ο κύριος Τάδε βρέθηκε, αλλά αυτό το αμήχανο τσακ, κάθε φορά που σκάει στα μούτρα η λαστιχιά του χοντροκομμένου, δεν συνηθίζεται. 

 Ναι, ναι, υπάρχουν κι οι ενοχλητικοί. 

Ναι, ναι, έχουμε ντράβαλα, προβλήματα, απλήρωτους λογαριασμούς, σκοτούρες, δεν είμαστε για ευγένειες και κορδελίτσες. 

 Ναι, ο πληθυντικός, κάποιους τους μπερδεύει, τους φέρνει ανακάτεμα στα στομάχια και, ναι, δεν υπάρχει μεγαλύτερο παραμύθι ότι με την ευγένεια και ένα χαμόγελο, κερδίζεις. 

 Τρίχες. 



Στις πολύ βάρβαρες περιπτώσεις (δημόσιες υπηρεσίες, γκισέ τραπεζών και εφορίας, νοσοκομεία, οπουδήποτε βασιλεύει χάρβαλο τελοσπάντων), κερδίζεις βλέμματα συμπάθειας, στην καλύτερη, περιφρονητικό άδειασμα στη μέτρια και ελαφρύ σατραπιλίκι στη χειρότερη. 

 Και ειλικρινά δεν είναι ο πληθυντικός το θέμα. 

 Ειδικά, αν δεν συνοδεύεται από χαμόγελο (που το ακούς και στο τηλέφωνο ή το ραδιόφωνο) ή από γελαστά μάτια στις «από-κοντά» συναλλαγές, βράστα. 

Η γλίτσα περιβάλλει τους εμπλεκόμενους και τα αποτελέσματα είναι για γέλια. 

Ή για σφαλιάρες. 

 Το θέμα είναι στο πόσο έτοιμοι, διατεθειμένοι, πρόθυμοι είμαστε να είμαστε θρασείς. 

Να πούμε (και να γράψουμε) μία χοντράδα, επειδή μπορούμε. 

 Το πόσο βολικό μας έρχεται να σούρνουμε την παντόφλα, την κακή μας διάθεση, το λυτό μας ζωνάρι, στο τηλέφωνο, στο εκδοτήριο εισιτηρίων (σχεδόν κανείς μας δεν λέει «καλημέρα» στον δόλιο υπάλληλο), στο ταξί, στη σύσκεψη. 

Το πόσο ορεξάτα θα διακόψουμε τον άλλο για να πούμε (μια βλακεία, συνήθως), το πόσο χαϊλίδικα θα αποφασίσουμε ότι το τελευταίο μας όπλο για να μπούμε ή να βγούμε από κάπου είναι η σπρωξιά, το πόσο δεν θέλουμε να είμαστε ευχάριστοι, για να μην μας πουν φλώρους, να μη μας πάρουν τον αέρα, να μην μας πιάσουν τον κώλο (συγνώμη). 

 Το πόσο σίγουροι είμαστε ότι για να μας ακούσουν, πρέπει να γκαρίξουμε, να τραμπουκίσουμε, να «σκίσουμε τη γάτα» (το βλέπεις σε όλο το ζωντανό κοινωνικό δίκτυο: 

από τους security των νοσοκομείων, μέχρι τις συζητήσεις στα κανάλια). 

 Το πόσο μεγάλη ιδέα έχουμε για τον εαυτό μας. 

Το «ξέρεις ποιός είμαι εγώ, ρε;», μπορεί να μας εγκατέλειψε ως ατάκα – αξεσουάρ, αλλά έχει τόσο γράψει μέσα μας, που ξεχύνεται γαϊδουρινά, όταν τα πράγματα ζορίζουν σε μια ουρά, ας είναι και θερινού σινεμά. 

 Ας είναι και σ’ ένα γραφείο, όπου μεταξύ ίσων, πάντα θα πεταχτεί ο πιο ανεπαρκής για να πουλήσει μούρη. 

Πήζουμε από τέλειους και τέλειες, που δεν λένε «καλημέρα». 

Και που την ίδια στιγμή, έχει έρθει ο κόσμος τόσο κοντά τους – ας όψεται η ψευδαίσθηση που δημιουργούν τα social media – που θεωρούν ότι η «απόσταση» καταργήθηκε και μπορούν να πουν και να γράψουν τα πάντα, με την ίδια άνεση, αγνοώντας την «απόσταση» που υπάρχει για κάποιο λόγο. 

 Και το πόσο φανερό έχουμε πλέον το κεντρί μας. 

Δεν είμαστε μέλισσες να το χάσουμε, θα είναι πάντα εκεί να μας εξυπηρετεί, οπότε ας το χρησιμοποιήσουμε. 

 Θα απαντάμε με ειρωνεία, θα διακόπτουμε, θα τσιρίζουμε στο κινητό σε δημόσιους χώρους, δεν θα χτυπάμε ποτέ τις ρημάδες τις πόρτες πριν μπούμε κάπου, θα χαρακτηρίζουμε, απλώς, γιατί μπορούμε, γιατί βγαίνει πιο εύκολα, πιο αυθεντικά, χωρίς κόπο, τόσο κόπο, όσο χρειάζεται μια καλή κουβέντα και το να μην είσαι δυσάρεστος. 

Μεγαλειώδες. 

 Εξαιρέσεις; 
Ευτυχώς, είναι πολλές, υπάρχουν. 

 Αλλά, εκείνο το πράμα, που στο τέλος της ημέρας νιώθεις αδύναμος, χαζούλης, από άλλο πλανήτη στη χειρότερη περίπτωση, ή σαν τη Μιράντα Μυράτ στη «Βίλλα των Οργίων» (- «Μιλάτε μου στον πληθυντικό θα με υποχρεώσετε, είμαι κόρη ναυάρχου») στην καλύτερη, ειλικρινά; 

Δεν αντέχεται. 

http://www.lifo.gr/