Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Η διαμάχη του ψυχιατρικού και του δικαστικού λόγου στις αρχές του 19ου αιώνα

                 
του Παναγιώτη Ζώτου

Η διαμάχη του ψυχιατρικού και του δικαστικού λόγου στις αρχές του 19ου αιώνα: Θέσπιση κανονικοτήτων και συγκρότηση της ψυχιατρικής ως επιστήμης.

Ο Ριβιέρ είχε την ατυχία να έχει μιαν πνευματική
διαταραχή ιδιάζουσα σε σχέση με την πλειονότητα των περιπτώσεων φρενοβλάβειας, μανίας και μονομανίας
Το σπίτι, το δικαστήριο και το ψυχιατρικό άσυλο ερίζουν
μεταξύ τους για το πού μπορεί τελικά να ανήκει
Καέν,12 Νοεμβρίου 1835

Στις αρχές του 19ου αιώνα ο πρωτοεμφανιζόμενος ψυχιατρικός λόγος συναντιέται με τη δικαστική εξουσία. 

Με αφορμή μια σειρά από τερατώδη εγκλήματα της περιόδου, ο ψυχίατρος καλείται να απαντήσει στα αδιέξοδα του δικαστηρίου περί της απόφανσης για την ψυχική ασθένεια ή την κανονικότητα του κατηγορουμένου. 



Εγκλήματα όπως αυτό του εικοσάχρονου αγρότη Πιέρ Ριβιέρ, ο οποίος στις 3 Ιουνίου του 1835 σκοτώνει τη μητέρα του, την αδερφή του και τον αδερφό του έδωσαν αφορμή για την επίσημη εμπλοκή του νεοεμφανιζόμενου ψυχιατρικού λόγου με τη δικαστική εξουσία. 

Η διαμάχη αυτή θα είναι καθοριστική για την ανακήρυξη της ψυχιατρικής ως ιατροδικαστικής και για τη συγκρότησή της ως επιστήμη και ως γενική ρυθμιστική εξουσία. 

Διατυπώνοντας πια έναν λόγο κανονιστικό η δικαστική ψυχιατρική θα διαμορφώσει μια σειρά από νέες κανονικότητες, που αφορούν στην οικογενειακή ζωή, τη σεξουαλικότητα, την πολιτικοκοινωνική συμπεριφορά, την ευρύτερη σωματική στάση. 

Κατασκευάζοντας τον ψυχικά ασθενή η δικαστική ψυχιατρική παράγει την ίδια στιγμή κι έναν λόγο για τον επικίνδυνο άνθρωπο, για τον εγκληματία, ο οποίος δεν εμπίπτει στις κατηγοριοποιήσεις της. 

Αυτό το διαρκές παιχνίδι στις δύο αυτές κατηγορίες, τον ψυχικά ασθενή και τον λογικό επικίνδυνο εγκληματία θα σημάνει την έναρξη μιας συζήτησης, που δε φαίνεται ακόμη να έχει τελειώσει. 

Η συγκρότηση της νεωτερικής αστικής κοινωνίας, οι αλλαγές στο χώρο των τιμωρητικών πρακτικών και η θετική εγκληματολογία θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στη μετάβαση αυτή στον επικίνδυνο εγκληματία.

Αφού γίνει μια σύντομη ιστορική επισκόπηση του περάσματος από το παράδειγμα της φρενοβλάβειας στη νέα ψυχιατρική, μια αναφορά στον σχετικό νόμο του 1832 και στις αλλαγές στο χώρο της δικαστικής εξουσίας θα επιχειρηθεί να σκιαγραφηθεί η ανάδειξη των νέων κανονικοτήτων και του επικίνδυνου εγκληματία.

Η Ψυχιατρική εγκαθιδρύεται στα τέλη του 18ου κυρίως με το έργο του Pinel (1745-1826) στη Γαλλία. 

Ο Pinel ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να κατηγοριοποιήσει τις ψυχικές διαταραχές, τις οποίες διαίρεσε σε τέσσερις κατηγορίες: 

τις μανίες ή γενικευμένες ψευδαισθήσεις, τις μελαγχολίες, την άνοια (dementia) και τις λογικές ανισορροπίες (idiots). 

Στο έργο του Pinel εμφανίζεται για πρώτη φορά η έννοια του ατόμου υποκειμένου και γίνεται μια κριτική της ολικής τρέλας ή αλλοτρίωσης (alienation).

Η αλλοτρίωση κατά τον Pinel δεν είναι ποτέ ολική, δηλαδή το αλλοτριωμένο άτομο διατηρεί πάντα κάποια απόσταση από αυτήν. 

Αυτό σημαίνει ότι δεν αναιρεί ολοκληρωτικά κάθε υποκειμενική λειτουργία. 

Οι ασθενείς δεν είναι εντελώς κλεισμένοι στον εαυτό τους. 

Αντίθετα, στο προηγούμενο παράδειγμα της φρενοβλάβειας, οι έννοιες της μονομανίας, άνοιας, παραληρήματος, γενικευμένης αλλοτρίωσης επικρατούν. 

Ο τρελός είναι ολοκληρωτικά άλλος, ξένος, μη θεραπεύσιμος, μόνο προς εγκλεισμό.

Στο πλαίσιο της φρενοβλάβειας, η ανθρωποκτόνος μανία είναι κεντρική για τον ορισμό της τρέλας, για το χαρακτηρισμό του τρελού. 

Η ανθρωποκτόνος μανία βρίσκει ευρύτατη εφαρμογή στο δικαστικό επίπεδο και στην εξήγηση παράλογων, τερατωδών εγκλημάτων.

 Πρόκειται για ένα μερικό παραλήρημα που χαρακτηρίζεται από μια ώθηση περισσότερο ή λιγότερο βίαιη προς το φόνο. 

Οφείλεται σε μια εσωτερική πεποίθηση που είναι παραληρηματική, σε μιαν έξαρση της φαντασίας, σε ένα πλανερό συλλογισμό ή πάθος. 

Η νέα ψυχιατρική διαλύει τις έννοιες αυτές σε μικρότερες κατηγοριοποιήσεις, και εγκαθιδρύει τη δυνατότητα θεραπείας τους. 

Ανοίγεται μια προοπτική θεραπευτικής συναλλαγής με τον ασθενή. 

Η δυνατότητα ύπαρξης μιας θεραπευτικής σχέσης καθώς και μια πίστη στο ιάσιμο της τρέλας καθορίζουν την ψυχιατρική από τη γέννησή της (Σακελλαρόπουλος,1990).


Μεταξύ 1845 με 1847 οι ψυχίατροι παίρνουν τη σκυτάλη από τους φρενολόγους με την επιβεβαίωση ότι τα συμπτώματα της ψυχικής ασθένειας, ακόμη κι αν είναι τοπικά, επηρεάζουν ολόκληρο το υποκείμενο (Foucault,2010:307). 

Η φρενολογία βασιζόταν στη σύνδεση της τρέλας με το παραλήρημα και δεν εξέταζε ούτε την περιοδικότητα των ψυχικών ανωμαλιών, ούτε το σύνολο της συμπεριφοράς του ασθενούς. 

Στο εξής καθιερώνεται η συμπτωματολογική λειτουργία της συμπεριφοράς, ερευνάται δηλαδή η παραβατικότητα ως σύμπτωμα της ασθένειας και πιο συγκεκριμένα της παρέκκλισης. 

Το παραλήρημα χάνει τη σπουδαιότητα των αρχών του 19ου αιώνα και στη θέση του εμφανίζεται η παρέκκλιση σε σχέση με τους κανόνες τήρησης της τάξης, τους κανόνες συμμόρφωσης, οι οποίοι ορίζονται είτε με βάση μια διοικητική ικανότητα είτε με βάση οικογενειακές υποχρεώσεις είτε με βάση μια πολιτική και κοινωνική κανονιστικότητα. 

Αυτές οι αποκλίσεις θα ορίζουν μια συμπεριφορά ως ενδεχόμενο σύμπτωμα ασθένειας (Foucault,2010:308). 

Μέσα από αυτήν την αποφρενολογικοποίηση της ψυχιατρικής πρακτικής, από το γεγονός ότι δεν υπάρχει πια η ανάγκη αναφοράς στο παραλήρημα ή στη παραληρηματική μοναδικότητα της παραβατικής συμπεριφοράς ανοίγεται μπροστά της και στοχοποιείται ο τομέας όλης της βιωμένης ζωής, όλων των δυνατών συμπεριφορών.

Παράλληλα, στο πλαίσιο της νέας ψυχιατρικής στα μέσα του 19ου αιώνα συναρμόζονται η αντικανονικότητα με τη νευρολογία, την οργανική ή λειτουργική ιατρική. 

Στο εξής η αντικανονική συμπεριφορά αποκτά ένα ψυχοβιολογικό υπόβαθρο, μια διάσταση νευρολογικής φύσης. 

Συγκροτείται ένα μεικτό πεδίο, όπου οι παρεκκλίσεις από την κοινωνική τάξη θεωρούνται παθολογικές διαταραχές. 

Αυτή η παθολογικοποίηση ή ιατρικοποίηση της κοινωνικής παρέκκλισης δημιουργεί, παράγει νέες κανονικότητες. 

Πρόκειται για τη θετική διάσταση της εξουσίας, μιας εξουσίας που περισσότερο διαμορφώνει, συγκροτεί κανονικοποιημένες φιγούρες συμπεριφοράς, παρά καταστέλλει ή εμποδίζει. 

Όπως σημειώνει ο Foucault το μεγάλο αντιφυσικό και αντικοινωνικό τέρας των εγκλημάτων των αρχών του 19ου αιώνα διαλύεται σε μια πληθώρα πρωτογενών ανωμαλιών, σε μια πληθώρα ανωμαλιών, η οποία αποτελεί τον πρωταρχικό τομέα της ψυχιατρικής, ο μεγάλος δράκος του τέλους της ιστορίας γίνεται ο “κοντορεβιθούλης”, το πλήθος των μη κανονικών “κοντορεβιθούληδων” με τους οποίους αρχίζει πλέον η ιστορία (Foucault, 2010:316) και τους οποίους στοχοποειεί πλέον η δικαστική ψυχιατρική.

Αυτή η μετατόπιση από τη φρενοβλάβεια στη ψυχιατρική θεσμοθετείται με τον πρώτο νόμο το 1838 στη Γαλλία περί δημόσιας υγείας. 

Παράλληλα εφαρμόζεται η κλινική μέθοδος, η οποία οδηγεί στον τομέα της ψυχικής παθολογίας, στην απομόνωση της τρέλας και των συμπτωμάτων της. 

Αυτά γίνονται αντικείμενο παρατήρησης και ανάλυσης παρά καταστολής και φόβου όπως παλιότερα. 

Οι απώτεροι στόχοι του νόμου είναι ο εγκλεισμός του αρρώστου και η απομόνωση του κινδύνου, ενώ με το νόμο αυτό η ψυχιατρική επίσημα αποφρενολογικοποιείται. 

Από την εξαιρετικότητα, τη σπανιότητα και το τερατώδες της μονομανίας η ασθένεια εντοπίζεται πια στην καθημερινή συμπεριφορά, στη γενικευμένη ζωή του ατόμου, στη συμπτωματολογία της τρέλας στη βιωμένη ζωή.

Παράλληλα, η τρέλα συνδέεται με τη διοίκηση, την οικογένεια και την προστασία της κοινωνικής τάξης. 

Ο νόμος αυτός ορίζει τον αυτεπάγγελτο εγκλεισμό ενός φρενοβλαβούς σε ψυχιατρικό νοσοκομείο μετά από διαταγή της αστυνομικής διοίκησης και σχετική πρόταση της οικογένειας. 

Η φρενοβλάβεια πρέπει να είναι τέτοια που να θέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη και ασφάλεια και ο εντοπισμός της ανατίθεται σε ένα πρώτο στάδιο στην οικογένεια του ασθενούς. 

Ο ψυχίατρος γίνεται ο επιτηρητής των ενδοοικογενειακών σχέσεων, καθώς οι σχέσεις γονέων-παιδιών, αδελφιών, άνδρα-γυναίκας γίνονται ως προς τις εσωτερικές τους διαταραχές, το πεδίο έρευνας, το σημείο απόφασης, ο τόπος παρέμβασης της ψυχιατρικής (Foucault,2010:286). 

Στο εξής η ψυχιατρική συνδέεται πια όχι με μια διακυβέρνηση των τρελλών, αλλά με την οικογένεια και τη σεξουαλικότητα του εγκληματία. 

Το πεδίο της σεξουαλικότητας ήταν εξαιρετικά περιορισμένο στη φρενοβλάβεια, αν όχι ανύπαρκτο. 

Η ψυχιατρική από το 1844-5 αντίθετα οργανώνεται γύρω από τις ορμές, τα σεξουαλικά ένστικτα και τους αυτοματισμούς.

Οι παιδικές φάσεις της ιστορίας των ενστίκτων και της φαντασίας αποκτούν καθοριστική αξία για την αιτιολογία των ασθενειών και ιδιαίτερα των ψυχικών ασθενειών. 

Το σεξουαλικό ένστικτο, η (νοσηρή) φαντασία και η ηδονή ως κατηγοριοποιήσεις της περιόδου και ως ένα συνεχές που αποδίδεται στην εγκληματική φιγούρα τροφοδοτεί τη ψυχιατρική για νέες ψυχιατρικές κατηγοριοποιήσεις και σεξουαλικές κανονικότητες: 

ο μικρός αυνανιζόμενος, ο εκφυλισμένος, ο μαζοχιστής, ο επιδειξίας, ο ομοφυλόφιλος (Foucault,2010:586) αποτελούν νεότευκτες κατηγορίες της περιόδου με ένα κοινό χαρακτηριστικό: 

την εγγραφή τους όχι ως ένα σύμπτωμα ασθένειας, αλλά ως ένα σύνδρομο σταθερό, το οποίο αναφέρεται σε μια γενική κατάσταση ανωμαλίας. 

Η οικογενειακή ζωή, η σεξουαλικότητα του εγκληματία και οι διαπροσωπικές σχέσεις ερευνώνται για να διαπιστωθεί η ¨ανωμαλία¨ που οδηγεί στο έγκλημα.

Παράλληλα, το ερώτημα που θέτει η διοικητική απόφαση στη ψυχιατρική επιστήμη είναι αυτό της διασάλευσης της τάξης, του κινδύνου, η τρέλα δηλαδή συνδέεται πια άμεσα με τον κίνδυνο. 

Θεσμικά με τη παλιότερη μονομανία παρουσιαζόταν η τρέλα ως ιδιαίτερο στοιχείο, τρομαχτικά επικίνδυνη. 

Τώρα όμως στις τερατώδεις περιπτώσεις οι ψυχίατροι δε χρειάζεται να αποδείξουν το δεσμό μεταξύ κινδύνου και τρέλας. 

Τη σχέση αυτή την υπογραμμίζει η ίδια η διοίκηση αφού αυτή εγκλείει, στο βαθμό που η φρενοβλάβεια συνδέεται με κίνδυνο για τον άνθρωπο ή τη δημόσια ασφάλεια. 

Η πολιτική απόδειξη που αναζητούνταν στην επιστημολογική συγκρότηση της μονομανίας ικανοποιείται άμεσα και θεσμικά από τη διοίκηση. 

Μεταξύ 1840 και 1870 συγκροτούνται τρία νέα πλαίσια αναφοράς για τη ψυχιατρική: 

ένα διοικητικό, στο βαθμό που η αστυνομική διοίκηση εγκλείει. ένα οικογενειακό, καθώς η οικογένεια αιτείται τον εγκλεισμό και καθώς ερευνώνται οι οικογενειακές σχέσεις και ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο αναφοράς, στο βαθμό που ο εγκλεισμός γίνεται λόγω πιθανής επικινδυνότητας για την κοινωνία. 

Σε τελική ανάλυση, η ίδια η ψυχική παρέκκλιση νοείται πια σε σχέση με τους κανόνες συμμόρφωσης, με βάση μια διοικητική κανονικότητα, με βάση οικογενειακές υποχρεώσεις, ή με μια ευρεία πολιτική και κοινωνική κανονιστικότητα[1]

Νέες κανονικότητες και επίσημες παρεκκλίσεις διαμορφώνουν το μωσαϊκό μιας νέας μορφής διακυβέρνησης.

Παράλληλα η νευρολογία επηρεάζει τη ψυχιατρική. 

Η ψυχική παρέκκλιση σωματοποιείται και συγκροτείται μια νευροψυχιατρική, που εκτείνεται από τη λειτουργική ή οργανική διαταραχή μέχρι τις διαταραχές συμπεριφοράς. 

Καθόλου τυχαία στο επίκεντρο της ψυχιατρικής τίθεται πια η επιληψία. 

Η μικρή επιληψία αντικαθιστά το παραλήρημα. 

Πρόκειται για ένα βαθύ ρίζωμα της ψυχιατρικής στην ιατρική του σώματος διαμέσου της νευρολογίας.

 Έτσι στη ψυχιατρική έχουμε τη συναρμογή δύο χρήσεων της νόρμας: 

Ως κανόνα συμπεριφοράς και ως λειτουργικής, σωματικής κανονικότητας (Foucault,2010:314). 

Η ψυχιατρική εξυφαίνεται από αυτό το παιχνίδι ανάμεσα στις δύο νόρμες. 

Οι διαταραχές της κοινωνικής τάξης συμπλέκονται με τις διαταραχές τις λειτουργίας, παθολογικοποιούνται και εγγράφονται στο σώμα του ασθενούς. 

Μια μάζα σωματικών συμπεριφορών (αταξία,ανυπακοή,έλλειψη προσοχής στο σχολείο κ.α.) ιατρικοποιείται, θεωρείται δυσλειτουργική, αντικανονική και χρήζουσα απομόνωσης από την κοινωνία, επικίνδυνη. 

Η σωματοποίηση αυτή της ασθένειας ανοίγει τον ασκό του Αιόλου για την επέμβαση της ψυχιατρικής (και της δικαστικής εξουσίας) στην προσωπική, οικογενειακή, σεξουαλική και πολιτική ζωή του ατόμου. 

Στη σωματική παρέκκλιση, στην διαφοροποίηση της συμπεριφοράς εγγράφεται η εγκληματική τάση ή η πιθανή τρέλα.

Το συνολικό αυτό σχήμα της ψυχιατρικής κωδικοποιείται ως εξής: ασθένεια - σωματική αποτύπωση – αντικανονικότητα -επικινδυνότητα. 

Η ψυχιατρική γίνεται μέσα από αυτή τη διάρθρωση ιατροδικαστική. 

Διατυπώνει δηλαδή έναν λόγο παθολογικό-κανονιστικό, αποκτά μια εξουσία καθορισμού της κανονικότητας και της παρέκκλισης, οριακά του νόμιμου και του μη νόμιμου. 

Διαμορφώνεται ένα ψυχιατρικοδικαστικό σύμπλεγμα με βάση το τέρας ή το πρόβλημα του εγκλήματος χωρίς αιτία, ένα συγκεχυμένο πεδίο, σύνθετο, αντιστρέψιμο, αφού φαίνεται ότι πίσω από κάθε έγκλημα θα μπορούσε να υπάρχει κάτι σαν συμπεριφορά τρέλας, αλλά και, αντίστροφα, θα μπορούσαμε να διαβλέψουμε τον κίνδυνο εγκλήματος μέσα σε κάθε τρέλα. (Foucault,2010:521).

H ψυχιατρική συγκροτείται σε νομικό επίπεδο, αποκτά εξουσία θεσμικού καθορισμού, ενώ a priori και (όχι εκ των υστέρων και μετά από αίτημα του δικαστηρίου όπως παλιά) θέτει προϋποθέσεις για την υπαγωγή ενός κατηγορουμένου στο πεδίο του νόμου ή της ψυχιατρικής. 

Αρθρώνει πια έναν λόγο για την κανονικότητα όλου του πληθυσμού, για τις προϋποθέσεις αυτής της κανονικότητας. 

Η συνάντηση εγκλήματος και τρέλας δεν είναι στο εξής οριακή περίπτωση, αλλά η συνήθης περίπτωση. 

Από το 1840-75 η ψυχιατρική γίνεται μια γενικευμένη τεχνολογία της ανωμαλίας με νομικές εκφάνσεις και κανονιστικό χαρακτήρα.

Παράλληλα με τη μετατόπιση από τη μοναδικότητα της φρενοβλάβειας σε μια γενικευμένη ψυχιατρική και με τη σωματοποίηση και παθολογικοποίησή της καθημερινής συμπεριφοράς, παρατηρούνται αλλαγές αυτοτελώς στο νομικό επίπεδο.

Στο επίπεδο των τιμωρητικών πρακτικών γίνεται ήδη από τον 18ο αιώνα το πέρασμα από την τιμωρία στο σώμα του εγκληματία του μοναρχικού καθεστώτος -για την εντύπωση της μοναρχικής εξουσίας και την αποκατάσταση του πληγωμένου κύρους του μονάρχη - στην τιμωρία της ψυχής του εγκληματία. 

Η άνοδος της αστικής τάξης, η διαφοροποίηση των συμφερόντων της σε σχέση με το παλαιό καθεστώς, η ανάδυση του ατομικού συμφέροντος, νέων εργασιακών σχέσεων και κεφαλαιακών αναγκών και η συγκρότηση της νεωτερικής κοινωνίας παίζουν καθοριστικό ρόλο στη μετάβαση αυτή. 

Από τις αρχές του 19ου αιώνα, οι τιμωρητικές πρακτικές, ο νομικός και κατασταλτικός μηχανισμός παρουσιάζουν μια πιο συγκροτημένη και ολοκληρωτική μετατόπιση σε αυτό που (με μια δόση ευκολίας και αυτονόητου) αποκαλείται διόρθωση του εγκληματία, σωφρονισμό και επαναφορά στην κοινωνία. 

Το βέβαιο είναι ότι το ενδιαφέρον μεταπίπτει από το έγκλημα στον εγκληματία και τα κίνητρά του. 

Η ψυχιατρική έρχεται να δέσει, να συνταιριάξει με τις αλλαγές αυτές στο χώρο των τιμωρητικών πρακτικών. 

Στο βαθμό που οι τιμωρητικές πρακτικές τείνουν να δείχνουν εφεξής τον εγκληματία και τα αίτιά του, έτσι και η ψυχιατρική καλείται να τοποθετείται για αυτόν και να κατευθύνει με τον λόγο της τις τιμωρητικές πρακτικές.

Η ψυχιατρική ιατρική δεν εισβάλλει στο ποινικό σύστημα από τα πάνω, μέσω νομικών κωδίκων ή θεωρητικών αρχών. 

Περισσότερο επεκτείνεται από τα κάτω, μέσω των μηχανικών της τιμωρίας και τη λειτουργία της τιμωρίας ως τεχνικής για το μετασχηματισμό του υποκειμένου. 

Η ποικιλία των μορφών τιμώρησης - φυλάκιση, αναγκαστική εργασία, διαρκής παρακολούθηση, απομόνωση, ηθική αναμόρφωση - δείχνει ότι η τιμωρία απευθύνεται και εξαντλεί το νόημά της στο πρόσωπο του εγκληματία παρά στο έγκλημα. 

Το κέντρο βάρους των τιμωρητικών πρακτικών μεταπίπτει συνολικά από το έγκλημα στον εγκληματία. 

Στόχος είναι ο μετασχηματισμός, η αναμόρφωση, η διόρθωση του εγκληματία και όχι η απεικόνιση της βαρύτητας του εγκλήματος επάνω στο σώμα του εγκληματία, όπως γινόταν το μεσαίωνα.

Παράλληλα το 1832 ο νεοεισαχθείς θεσμός των ελαφρυντικών θα επιτρέψει την καταδίκη όχι με βάση τις συνθήκες του εγκλήματος ή το βαθμό αιτιότητας, αλλά με βάση το χαρακτηρισμό, τη διάγνωση για τον ίδιο τον εγκληματία (Foucault,2010 :p.77). 

 Η τιμωρία στρέφεται πια στον εγκληματία αυτόν καθ' εαυτόν και πιο συγκεκριμένα σε αυτά που τον κάνουν εγκληματία, στα αίτιά του, στα κίνητρά του, στην εσωτερική του θέληση, στα ένστικτά του. 

Σε αυτή τη νέα λογική το μέτρο της προσβολής δεν ήταν η εσωτερική του ηθική σοβαρότητα, αλλά η δυνατότητα για επανάληψη, η δυναμική της γενίκευσης της πράξης, η συμπτωματική του αξία(Foucault,1977:92-93). 

Για τη διατύπωση της τιμωρίας, ο δικαστής πια επιθυμεί να μάθει τα κίνητρα, τα αίτια, την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. 

Η ίδια η ποινή εξαρτάται και διαβαθμίζεται από τον εσωτερικό κόσμο του δράστη, από την αποφασιστικότητά του κατά την εκτέλεση του εγκλήματος. 

Γι' αυτό και εγκλήματα, όπως αυτά που ήρθαν στην επιφάνεια το 1820 (θανάτωση οικογενειακών προσώπων, ανήλικων γειτόνων κ.α.), εμφανίζονταν ως παράδοξα και τερατώδη, ως αντίθετα και στη φύση και στην κοινωνία, όχι λόγω της σκληρότητάς τους, αλλά γιατί δεν διακρινόταν κίνητρο ή συμφέρον στον εγκληματία. 

Τώρα που η αιτία του εγκλήματος έγινε η αιτία για την τιμωρία, πώς μπορεί κανείς να τιμωρήσει κάποιον εάν το έγκλημα έγινε χωρίς λόγο?(Foucault,78:9). 

Η τιμωρία πια εξαρτάται από τα αίτια του εγκληματία, από το κίνητρό του και όχι από τη βαρύτητα της πράξης του.

Η ψυχιατρική αντίστοιχα επιδιώκει να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά που θέτει ο δικαστικός χώρος. 

Τα κίνητρα, τα αίτια του εγκληματία, όταν δεν βρίσκονται εύκολα και με τα παραδοσιακά εργαλεία του δικαστικού μηχανισμού, αναζητώνται με τη βοήθεια της ψυχιατρικής, τουλάχιστον κατά την πρώτη φάση της εισαγωγής της ψυχιατρικής στο νομικό πεδίο. 

Έκτοτε και με την αναγωγή της ψυχιατρικής σε μορφή εξουσίας, με τη διατύπωση δηλαδή ενός κανονιστικού λόγου και την ανακήρυξη της σε ιατροδικαστική (στα μέσα του 19ου αι.), αυτή στο εξής θα καθορίζει στον εφαρμοστή του νόμου γενικότερα κριτήρια κανονικότητας και επικινδυνότητας, που ο δικαστής θα πρέπει να λάβει υπ'όψιν για την εφαρμογή της ποινής. 

 Η δικαστική εξουσία περνά λοιπόν από το έγκλημα στον εγκληματία και με την ώθηση της ψυχιατρικής στον επικίνδυνο άνθρωπο.

Η στροφή αυτή από το έγκλημα στον εγκληματία στο νομικό επίπεδο και η σωματοποίηση της παρέκκλισης στη βιογραφία του εγκληματία αναδεικνύει τη συμπτωματολογική φύση του εγκλήματος. 

Η ψυχιατρική του 19ου αι. θα προσπαθήσει να αναζητήσει παθολογικά στίγματα που μπορούν να χαρακτηρίσουν επικίνδυνα άτομα: 

ψυχολογική ανωριμότητα, ελλιπώς δομημένη προσωπικότητα, ηροστρατισμός, δονζουανισμός(!). 

Αυτές οι έννοιες επαναλαμβάνουν ταυτολογικά την παράβαση ώστε να την εγγράψουν και να τη συγκροτήσουν ως ατομικό χαρακτηριστικό. 

Η πραγματογνωμοσύνη επιτρέπει το πέρασμα από την πράξη στη καθημερινή συμπεριφορά, από το αδίκημα στον τρόπο ύπαρξης, και παρουσιάζει τον τρόπο ύπαρξης σαν να μην είναι τίποτα άλλο από το ίδιο το αδίκημα σε κατάσταση γενικότητας. (Foucault,2010:50). 

Πίσω από τη ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη κρύβεται ένα ψυχολογικοηθικό ανάλογο του αδικήματος, κάτι το αντικανονικό σε σχέση με άρρητες ή καλύτερα μη εγγεγραμμένες στο νομικό κανονιστικό πεδίο αρχές: 

σωματικές, ψυχολογικές, σεξουαλικές και ηθικές. 

Ο επικίνδυνος άνθρωπος είναι πια ο αντικανονικός άνθρωπος, αυτός που παρεκκλίνει από τη σωματική, ψυχολογική κανονικότητα και η ψυχιατρική γίνεται μια εξουσία κανονικοποίησης, η οποία τείνει να μετασχηματίζει τόσο τη δικαστική εξουσία όσο και την ιατρική γνώση και να συγκροτείται ως γενικευμένη αρχή ελέγχου (Foucault,2010:95).

You'll see him in your nightmares, you'll see him in your dreams
He'll appear out of nowhere but he ain't what he seems
you’ll see him in your head, on the TV screen
And hey buddy, I'm warning you to turn it off
He's a ghost, he's a god, he’s a man, he's a guru
Νιck Cave-Red RightHand

Η εμφάνιση αυτή του επικίνδυνου και απειλητικού ανθρώπου γίνεται στο πλαίσιο της διαμόρφωσης της νεωτερικής κοινωνίας του 19ου αιώνα και της πολύπλευρης διαχείρισης του πληθυσμού στον αστικό χώρο. 

Η διαρκής αποτυχία του εγκλεισμού και η (άρρητη) διαπίστωση για την κυκλικότητα της σχέσης έγκλημα-φυλακή-έγκλημα (αντί για σωφρονισμό, επιστροφή στο έγκλημα), οι πιο λεπτομερείς ελεγκτικές μέθοδοι της αστυνομίας και του νομικού μηχανισμού οδήγησαν σε μια δυναμική πολιτική απόφαση για μια αντίδραση και κατάπνιξη του εγκλήματος. 

Για την εγκληματολογία αυτό σήμαινε την εγκατάλειψη της έννοιας της ευθύνης και τη θέση ως κυρίαρχου του ερωτήματος όχι της ελευθερίας του υποκειμένου αλλά του κινδύνου που φέρει για την κοινωνία. 

 Παράλληλα, η ανάπτυξη και εξάπλωση των αστικών δομών, της στατιστικής, της δημογραφίας του βιομηχανικού πληθυσμού κατά τον 18ο αιώνα έθεσαν το ζήτημα των ανθρώπινων πληθυσμών και της διαχείρισής τους στο πλαίσιο της νεωτερικής μεγαλούπολης. 

Για να λειτουργήσει το φιλελεύθερο κράτος έπρεπε να αναγνωρίσει εκείνους που επιδίωκε να κυβερνήσει (Joyce,2003:53).[2] 

Ένας άνθρωπος -αναφέρει ο Βenjamin- γίνεται τόσο πιο ύποπτος όσο δυσκολότερο είναι να εντοπιστεί (Βebjamin,1955,2002:58).

Η μεγάλη ανάπτυξη του αστυνομικού δικτύου, η ένταση του ελέγχου του αστικού χώρου, η αποπολιτικοποίηση και παρουσίαση των κοινωνικοπολιτικών αναταραχών ως απλών εγκλημάτων (Παρισινή Κομμούνα κ.α.) οδήγησαν στη δημιουργία μιας “λογοτεχνίας της εγκληματικότητας”. 

Στο κέντρο της βρίσκεται ο επικίνδυνος άνθρωπος, μια ενσάρκωση της απειλής που κρύβεται στα σκοτεινά τοπία του αστικού χώρου, που αποκτά ακόμα και υπερφυσικές ιδιότητες λόγω της οριακότητάς του. 

Ο συλλογικός φόβος του εγκλήματος και η εμμονή με αυτόν τον κίνδυνο, που φαίνεται να είναι αδιαχώριστο κομμάτι της νεωτερικής κοινωνίας διαρκώς επιχειρείται να εγγράφεται στη συνείδηση του υποκειμένου μέσω αστυνομικών μυθιστορημάτων, αναπαραστάσεων στον τύπο αλλά και μέσω ψυχιατρικών γνωματεύσεων περί επικίνδυνης εγκληματικής διαστροφής και ανωμαλίας. 

Συγκροτείται δηλαδή ένας διευρυμένος λόγος για τον επικίνδυνο εγκληματία, που εγγράφεται στο συλλογικό ασυνείδητο της κοινωνίας στην πιο σκοτεινή και απειλητική πλευρά του.

Ο επικίνδυνος άνθρωπος συμβολίζει τον φόβο της κοινωνίας, τη διαταραχή της κοινωνικής αρμονίας και καταλαμβάνει την κρατική προπαγάνδα, τις αναπαραστάσεις στον τύπο και τη λογοτεχνία, ακόμα και την μουσική και ποιητική παραγωγή του αστικού χώρου. 

Ο εγκληματίας βρίσκεται σε μια μεθοριακή κατάσταση, όπως την αποκαλεί η M.Douglas, εντός και εκτός της κοινωνίας την ίδια στιγμή. 

Τα οριακά υποκείμενα είναι γι`αυτήν μολυσματικά, επομένως επικίνδυνα, ενώ δεν έχουν τίποτα: 

κοινωνικό status, συμμετοχή στην κοινωνική ιεραρχία. 

Η μεθοριακότητά του θυμίζει τον οριακό (liminal) άνθρωπο της αφρικανικής φυλήςNdembu, όπως τον περιγράφει ο Victor Turner, κατά την φάση των τελετουργιών ενηλικίωσης. 

Τα οριακά υποκείμενα δεν είναι ούτε εδώ ούτε εκεί. 

Είναι betwixt andbetween, ανάμεσα στις θέσεις που προβλέπονται από τον νόμο, το έθιμο (Turner,1969:95). 

Το υποκείμενο της διαβατήριας τελετουργίας είναι στην οριακή περίοδο, δομικά, αν όχι φυσικά, αόρατο (Turner,1967:95). 

Η περίπτωση του επικίνδυνου εγκληματία δομικά εμφανίζεται στην κανονιστική του παρουσία στο γράμμα του νόμου και το λόγο των ειδικευμένων επαγγελματικών κατηγοριών, ενώ φυσικά και πραγματολογικά απουσιάζει μέχρι την έναρξη της ποινικής του δίωξης.

Εκτός από το αστικό πλαίσιο που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην κατασκευή του επικίνδυνου ανθρώπου, η εγκληματολογία είχε ήδη ανοίξει το δρόμο στη διαμόρφωση του επικίνδυνου εγκληματία. 

Το ερώτημα για τη φύση και τα χαρακτηριστικά του νεωτερικού επικίνδυνου ανθρώπου επιχείρησε να προσεγγίσει συστηματικά η ψυχιατρική κατά την εμπλοκή της με το νομικό χώρο προχωρώντας ένα βήμα παραπάνω από την θετική εγκληματολογία του 19ου αιώνα. 

Η ψυχιατρική μεγέθυνε, οργάνωσε και κωδικοποίησε την (ήδη υπάρχουσα) υποψία και τον εντοπισμό του επικίνδυνου ατόμου, από τη σπάνια και τερατώδη φιγούρα του μανιώδους ανθρωποκτόνου (monomaniac) στην κοινή, καθημερινή φιγούρα του εκφυλισμένου, του ανώμαλου, του ανισόρροπου, του ανώριμου κ.α. (Foucault,1977:17). 

Η υποψία αυτή εξάλλου εκδηλώνεται νωρίς στην ιταλική θετική σχολή από τους κύριους εκφραστές της: 

O Lombroso Cesare (1835-1909) θεώρησε ότι ο καθαυτό εγκληματίας παρουσιάζει μια υπολελειμμένη πνευματική και σωματική ανάπτυξη, που αποδίδεται σε παλινδρόμηση προς αρχέγονους τύπους (αταβισμός) ή σε εκφυλισμό. 

Ο Raffaele Garofalo(1852-1934) θεώρησε ότι αληθινός εγκληματίας είναι αυτός που παρουσιάζει έλλειψη ή ανεπάρκεια στα θεμελιώδη συναισθήματα της φιλαλληλίας, δηλαδή την αγαθότητα (pieta) και τη δικαιότητα (probita) εξαιτίας κάποιας ηθικής ή ψυχικής ανωμαλίας με οργανικό χαρακτήρα. 

Ο Εnrico Ferri (1856-1929) διακρίνει πέντε κατηγορίες εγκληματιών: 

παράφρονες, εκ γενετής, εκ πάθους, εκ περιστάσεως και καθ'έξη εγκληματίες. 

Σημειωτέον είναι ότι για κάθε κατηγορία εγκληματία αντιστοιχεί διαφορετική τιμωρία. (Κουράκης, 1997:189-193).

Η εγκληματολογία επέτρεψε μια διαφοροποίηση, η οποία θα διέκρινε το πεδίο και τον πληθυσμό της εγκληματικότητας, σε βαθιά αντίθεση με την παγκοσμιότητα (universalism) της κλασσικής νομικής επιστήμης. 

Παρήγαγε τις κατηγορίες του προ-εγκληματία (pre-delinquent), σχεδόν-εγκληματία (near criminal) ή του κατά συρροήν εγκληματία (presumptive)(Garland,1985:130-2).

Αυτή η διαφοροποίηση του εγκληματία συνιστά το πέρασμα από την ομοιογένεια της κλασικής νομικής επιστήμης στην εγκληματική ποικιλομορφία της εγκληματολογίας. 

Ενώ στην κλασική επιστήμη ο εγκληματίας ήταν μια ομοιογενής κατηγορία, σχεδόν αδιάφορη, με την εγκληματολογία ο εγκληματίας συγκεκριμενοποιείται και υποδιαιρείται σε επιμέρους εγκληματικές φιγούρες. 

Η κλασική νομική επιστήμη δεν ασχολιόταν με τα χαρακτηριστικά του εγκληματία. 

Εφόσον αποδεικνυόταν το έγκλημα, αυτό αρκούσε για την καταδίκη. 

Ο δικαστής δεν ενδιαφερόταν για τα κίνητρα, τα αίτια και την υποκειμενική αιτιότητα του εγκλήματος. 

Αυτή η μετατόπιση από το έγκλημα της κλασικής νομικής επιστήμης στον εγκληματία της θετικής εγκληματολογίας ανοίγει στην ουσία το δρόμο για την κατηγοριοποίηση της ψυχιατρικής επιστήμης, για την πολλαπλότητα του αντικανονικού και επικίνδυνου ανθρώπου.

Η θετική σχολή της εγκληματολογίας έδωσε έμφαση στην κατανόηση του εγκληματία περισσότερο, παρά στη φύση, πηγή ή επίδραση του νόμου. 

Όπως αναφέρει ο Michalowski, o θετικισμός βασίζεται στην αντικειμενικότητα του υπό εξέταση φαινομένου και στην επιστημονική αντικειμενικότητα όταν εξετάζεται ένα φαινόμενο από απόσταση. 

Και ακριβώς επειδή το έγκλημα είναι μια κοινωνική παρά φυσική πραγματικότητα και στο βαθμό που ο νόμος και ο λόγος του για το έγκλημα θεωρούνται από τη θετική σχολή δεδομένα, ως υπάρχοντα από και για την κοινωνία, το ενδιαφέρον μεταπίπτει στον άνθρωπο εγκληματία, τον αυτουργό του εγκλήματος. 

Εκεί επιδιώκεται να βρεθεί η αντικειμενικότητα, στον πυρήνα της οποίας είναι η παρέκκλιση από τον νόμο.(Michalowski,1977:28). 

Το έγκλημα πια δεν προβληματοποιείται, αλλά ο εγκληματίας, τα κίνητρά του, ο χαρακτήρας του μπαίνουν στο στόχαστρο της εγκληματολογίας. 

Στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου κι ενώ ο θετικισμός είχε θεσμοποιηθεί η αυθεντική θετική εγκληματολογία έδινε βάρος στον βιολογικό παράγοντα, τη φυσιολογία του εγκληματία ενώ η μετέπειτα θετική στο ψυχολογικό και κοινωνικό παράγοντα (Taylor,1973:36). 

Η ψυχιατρική ως κατεξοχήν θετικιστικό παράδειγμα σκέψης έρχεται να συνεχίσει το εγχείρημα της θετικής εγκληματολογίας, αναπαράγοντας στοιχεία του νόμου ως δεδομένα και αυτονόητα, ως προερχόμενα αυτόματα από και για την κοινωνία και παράγοντας επιπλέον νέες κανονικότητες και καινούριες παθολογίες.

Παράλληλα, ο επικίνδυνος άνθρωπος γίνεται αντικείμενο ενδιαφέροντος για μια σειρά νέων επαγγελματικών κλάδων που θα παραχωρούσαν ή θα άφηναν στη ψυχιατρική επιστήμη τη διατήρηση της αρμοδιότητας για το ποιος είναι ο επικίνδυνος εγκληματίας, αλλά όλοι θα μοιράζονταν την επιδίωξη για την ανάγνωση της βιογραφίας του εγκληματία. 

Η διευρυμένη αυτή θεώρηση του εγκληματία ως επικίνδυνου στοιχείου για την κοινωνική ειρήνη επέτρεψε την ανάπτυξη μιας σειράς ειδικών επαγγελμάτων (εγκληματολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί κ.α.), που θα αποκτούσαν σταδιακά έναν επίσημο χαρακτήρα και θα παραχωρούσαν στον ψυχίατρο τη νομιμοποιητική εξουσία για τον καθορισμό της κανονικότητας και τον έμμεσο καθορισμό της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου.

Όπως σημειώνει ο Garland, η εγκληματολογία διεύρυνε τα πεδία της ιατρικής, της ψυχιατρικής ακόμα και της κοινωνιολογίας σ`αυτό που ως τότε ήταν ένας νομικός κλάδος, και επιδίωξε να μεταδώσει ένα ποσοστό εξουσίας από το νομικό στο μη-νομικό προσωπικό.(Garland,1985:134). 

Η διασταύρωση του ιατρικού και του δικαστικού στο πρόσωπο του ψυχιατρικού πραγματογνώμονα θα του επιτρέψει να αναπτύσσει έναν λόγο που δεν αφορά μόνο το πεδίο της διαστροφής ή της ψυχικής ανωμαλίας, αλλά και αυτό του κοινωνικού κινδύνου. 

Συγκροτείται δηλαδή ένας λόγος του φόβου με πολλούς εκφραστές, ένας λόγος ο οποίος θα έχει ως λειτουργία να εντοπίσει τον κίνδυνο και να του αντιταχθεί (Foucault,2010:83), μέσω της διαρκούς αξιολόγησης της βιωμένης ζωής και πολύ περισσότερο της παιδικής ηλικίας[3]

Κατά την πρώτη περίοδο της δικαστικής ψυχιατρικής ο πραγματογνώμονας στρέφει την προσοχή του από τις συνθήκες τέλεσης του εγκλήματος, στο παρελθόν του εγκληματία, στις συνήθειές του, στην ευρύτερη συμπεριφορά του. 

Όπως αναφέρει ο Φουκώ, οι χοντράδες και ο ρόλος του πραγματογνώμονα ψυχιάτρου είναι ένα και το αυτό: 

ως δημόσιος λειτουργός γίνεται πραγματικά παλιάτσος (Foucault,2010:85).

Εφεξής ανακριτές, πραγματογνώμονες, ψυχίατροι και δικαστικοί ερευνούν την καθημερινότητα, τις συνήθειες, την κανονικότητα ή μη του εγκληματία επηρεαζόμενοι από έναν ψυχιατρικό κανονικοποιητικό λόγο, από τους αποκλεισμούς και ορισμούς της παρέκκλισης της ψυχιατρικής επιστήμης.

Συνοψίζοντας, μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, δηλαδή από το πέρασμα από τη φρενοβλάβεια στη ψυχιατρική (από τη μοναδικότητα της μονομανίας στη γενικευμένη ψυχιατρικοποίηση της καθημερινής συμπεριφοράς), από τις αλλαγές στις τιμωρητικές πρακτικές (από την τιμωρία του σώματος στην τιμωρία της ψυχής) και από τις προσωποποιήσεις-ενσαρκώσεις των παραπάνω (από τον τερατώδη τρελό στους “κοντορεβιθούληδες” παρεκκλίνοντες, από το έγκλημα στον εγκληματία, και από τον παντοδύναμο δικαστή στον ψυχίατρο, τον πραγματογνώμονα και τις λοιπές επαγγελματικές κατηγορίες) η ψυχιατρική συγκροτείται ως μια γενικευμένη ρυθμιστική εξουσία. 

Η παρέμβαση των ψυχιάτρων στο νομικό χώρο, δεν γίνεται για να κατακτήσουν με έναν ιμπεριαλιστικό τρόπο ένα νέο πεδίο, αλλά για να ασφαλίσουν και να δικαιολογήσουν μία νέα τροπικότητα εξουσίας, ένα νέο είδος καθιερωμένης δημόσιας υγιεινής. 

 Το ερώτημα της δικαστικής εξουσίας για τη φύση της ασθένειας και η προοπτική απάντησής του θα κατοχύρωνε στην νεότευκτη επιστήμη το αναγκαίο κοινωνικό κύρος για να επιβάλει τον λόγο της ως εξουσία και ως προστατευτική γνώση στο εσωτερικό της κοινωνίας. (Foucault,2010:236). 

Ο κοινωνικός κίνδυνος θεωρείται πια ασθένεια και η ψυχιατρική λειτουργεί ως ιατρική επιστήμη υπεύθυνη για την δημόσια υγιεινή και την κοινωνική ασφάλεια. 

Ο γιατρός γίνεται ο τεχνικός του κοινωνικού σώματος, και η ψυχιατρική μια ευρεία δημόσια υγιεινή για όλον τον πληθυσμό, η οποία θα καθορίζει στο δικαστή το μέτρο και την πιθανότητα τιμώρησης. 

Η ψυχιατρική κατά την εμπλοκή της με τη δικαστική εξουσία, αναλαμβάνει το ρόλο του καθορισμού του κινδύνου για την αστική νεωτερική κοινωνία, την κατασκευή του επικίνδυνου ανθρώπου.

Η κατασκευή ψυχιατρικών κατηγοριοποιήσεων βασισμένων όπως είδαμε, σε μια σωματική, οικογενειακή, σεξουαλική, πολιτική και ευρύτερα κοινωνική κανονικότητα διαμορφώνουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα λειτουργεί εφεξής η δικαστική εξουσία κατά την εφαρμογή των τιμωρητικών της πρακτικών, αλλά οδηγούν επίσης σε μια πολύ πιο σοβαρή συνέπεια: 

την ανάγκη προσαρμογής των πληθυσμών σε αυτές τις νέες κανονικότητες και την κατασκευή ενός ατόμου πειθαρχημένου μέσω μιας διαδικασίας αυτορρύθμισης, αυτοπροσαρμογής στις νέες νόρμες, σεξουαλικές, ηθικές, πολιτικές, σωματικές. 

Μια νέα βιοπολιτική εξουσία, μια κυβερνητικότητα (κατά Foucault gouvernementalité)[4] μοιάζει να συγκροτείται και να θεσμοθετείται μέσα από την εμπλοκή της ψυχιατρικής με τη δικαστική εξουσία. 

Οι πληθυσμοί καλούνται πια να αυτορυθμίζονται σε σχέση με μια σειρά από κανονικότητες ψυχικές ή ευρύτερα συμπεριφορικές. 

Η ψυχική ασθένεια, η αντικανονικότητα και η επικινδυνότητα είναι έννοιες άμεσα συνδεδεμένες και αναπτυγμένες στο ίδιο πεδίο. 

Δεν είναι παρά κοινωνικές κατασκευές με σημείο θεσμικής απαρχής τα μέσα του 19ου αιώνα, αναπτυγμένες στο νεωτερικό αστικό χώρο, στο έδαφος της συνάντησης του δικαστικού με τον ψυχιατρικό λόγο και στο γενικό πλέγμα των νέων μορφών εξουσίας της περιόδου.

Γυρνώντας στα τερατώδη εγκλήματα που απασχόλησαν δικαστικό και ψυχιατρικό τομέα στις αρχές του 19ου αιώνα, θα παρατηρήσει κανείς ότι η συζήτηση αυτή δεν έχει ακόμα τελειώσει. 

Με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση για τη μαζική δολοφονία από τον Αντρές Μπρέιβικ στη Νορβηγία και μια δικαστική ψυχιατρική έκθεση, που διέγνωσε στον Μπρέιβικ παρανοϊκή σχιζοφρένεια, η διαμάχη δικαστικού και ψυχιατρικού λόγου υποδεικνύει ότι ακόμη και σήμερα διακυβεύεται ο συσχετισμός δύναμης. 

Εν προκειμένω, ο ψυχιατρικός χαρακτηρισμός οδηγεί σε μια κάλυψη των συνεπειών του ρατσιστικού και εθνικιστικού λόγου, που γεννά τέτοια εγκλήματα. 

Καθόλου τυχαία η επίκληση του ψυχιατρικού παράγοντα έγινε από συντηρητικούς σχολιαστές και εγχώρια ακροδεξιά κόμματα, που αμύνονταν όταν τους κατηγορούσαν ότι ο ρατσιστικός τους λόγος οδηγεί σε τέτοιες ενέργειες.

Ο Ριβιέρ σώζεται τελικά από τη γκιλοτίνα αλλά όχι και από τη φυλάκιση. 

Η αμηχανία των δικαστών και των ψυχιάτρων σε οριακές περιπτώσεις, όπως αυτή του Ριβιέρ δείχνει την πραγματική φύση των κατηγοριοποιήσεών τους: 

τον χαρακτήρα τους ως κοινωνικές κατασκευές παρά ως φυσικοποιημένες κατηγορίες, ως κομμάτια των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους, ως γεννήματα των ταξικών και ευρύτερων κοινωνικών αντιφάσεων της αστικής νεωτερικής κοινωνίας. 

Ο Ριβιέρ προσωποποιεί την υπαγωγή του αγροτικού πληθυσμού στην νέα αστική εξουσία και τις μεθόδους των μηχανισμών της για τη συγκρότηση ενός ατόμου πειθαρχημένου, πολιτικά, σεξουαλικά, ευρύτερα σωματικά κανονικοποιημένου και προσαρμόσιμου στις κεφαλαιακές ανάγκες της περιόδου. 

Η ψυχιατρική επιστήμη και ο δικαστικός λόγος ως όργανα κοινωνικού ελέγχου θα παίξουν καθοριστικό ρόλο για τη μετάβαση αυτή. 

Σε κάθε περίπτωση, η ύπαρξη των οριακών αυτών περιπτώσεων προβληματοποιεί τη βεβαιότητα, την «επιστημονικότητα» των ψυχικών και εγκληματικών κατηγοριοποιήσεων και σκιαγραφεί τον πραγματικό ρόλο της δικαστικής εξουσίας και της ψυχιατρικής επιστήμης: 

να δείξουν τον εγκληματία ή τον ψυχικά ασθενή, αφού προηγουμένως τον έχουν κατασκευάσει με τα δεδομένα της πολιτικής εξουσίας της περιόδου. 

Αν ο Ριβιέρ δεν είναι ούτε τρελός, ούτε εγκληματίας τότε αυτοαναιρείται η αρμοδιότητα του ψυχιατρικού και δικαστικού τομέα να μιλήσουν γι`αυτόν και να τον εντάξουν στο νοηματικό τους περιεχόμενο. 

Γι' αυτό και δεν νοείται η διαρκής παραμονή του στην οριακή αυτή θέση. 

Οι κατηγορίες του ψυχικά ασθενή, του εγκληματία και του κανονικοποιημένου ατόμου είναι οι μόνες αναγνωρίσιμες πλέον για την πολιτική εξουσία.

Βιβλιογραφία

Βenjamin,Walter (1994) [1955], Σαρλ Μπωντλαίρ, ´Ένας λυρικός στην Ακμή του Καπιταλισμού, Αλεξάνδρεια, Αθήνα

Foucault, Michelle (1978), Αbout the Concept of the “Dangerous Individual” in 19thCentury Legal Psychiatry, International Journal of Law and Psychiatry, Vol.1,pp.1-18,Pergamon Press,U.S.A.

Foucault, Michelle (2002) [1973], Εγώ, ο Πιέρ Ριβιέρ, που έσφαξα τη μητέρα μου, την αδερφή μου και τον αδερφό μου.Μια περίπτωση μητροκτονίας-αδελφοκτονίας το 19ο αιώνα, Κέδρος, Αθήνα

Foucault, Michelle (2010) Οι μη κανονικοί, Παραδόσεις στο Κολλέγιο της Γαλλίας, 1974-1975, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα

Garland, David (1985), The Criminal and his Science: A Critical Account of the Formation of Criminology at the End of the Nineteenth Century, British Yournal of Criminology,25(2):109-137

Joyce,Patrick (2010)[2003],Σύγχρονη Πόλη, Η Διακυβέρνηση της Ελευθερίας, Πλέθρον, Aθήνα

Koυράκης, Νέστωρ (1997), Ποινική Καταστολή, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή

Michalowski, Raymond (1977), Perspective and Paradigm: Structuring Criminological Thought, στο: Robert F. Meier (επιμ.), Theory in Criminology: Contemporary Views, Beverly Hills: Sage Publications,17-39

Σακελλαρόπουλος,Π. (1990), Επικινδυνότητα και Κοινωνική Ψυχιατρική. Κείμενα από 2 Συμπόσια για την Ψυχιατρική, την Επικινδυνότητα και τη Δικαιοσύνη», Εκδόσεις Παπαζήση.

Taylor, Ian, Paul Walton & Jock Young (1973),The new criminology: For a Social Theory of Deviance, London: Routledge & Kegan Paul. [κεφ.2: The Appeal of Positivism, σελ. 31-66]

Τurner, Victor(1967) The forest of symbols: Aspects of Ndembu ritual Ithaca: Cornell University Press

Τurner, Victor (1969) The ritual process: Structure and anti-structure. Chicago: Aldine


[1] Ψυχιατρικό πορτραίτο κομμουνάρου εκτελεσμένου το 1871:Τέτοιες ήταν οι ενασχολήσεις του...να συχνάζει τακτικά με τα τσιράκια της επιλογής του σε κακόφημα ιδρύματα, όπου πολιτικολογούσαν και μέσα στα όργια ένα είδος ακαδημιών τυφλωμένων από αθεΐα, από ακραία επαναστατικότητα, με μια λέξη από την βαθιά διαφθορά των αισθήσεων και της διάνοιας να συνεργάζεται για την εκλαΐκευση αυτών των αναίσχυντων δογμάτων σε κάτι νοσηρές φυλλάδες της μιας μέρας (Foucault,2010:302)

[2] Στο πλαίσιο της νέας μορφής διακυβέρνησης αυτό που ενδιαφέρει είναι η κοινωνική πρόνοια, η εξασφάλιση της υγείας, της μακροζωίας του πληθυσμού. Ο Φουκώ ονομάζει τη διαπλοκή τριών ρευμάτων (διακυβέρνηση, πληθυσμός, πολιτική οικονομία), που γεννούν μια συμπαγή ενότητα από τον 18ο αιώνα και εξής, κυβερνητικότητα (Joyce,2003,p.24).

[3] Για τον Ριβιέρ: Έπαιζε με ξύλινα όπλα, έκοβε τα κεφάλια από τα λάχανα, ήταν τεμπέλης(Foucault, 1971,2010:p.85)

[4] In fact, it was not coined by uniting words "gouvernement" and "mentalité", but simply by makinggouvernement into gouvernementalité just like musical into musicalité [i.e. government + -al- adjective + -itéabstract noun] (see "Course Context" in Foucault's "Security" lectures). To fully understand this concept, it is important to realize that in this case, Foucault does not only use the standard, strictly political definition of "governing" or government used today, but he also uses the broader definition of governing or government that was employed until the eighteenth century. That is to say, that in this case, for Foucault, "...'government' also signified problems of self-control, guidance for the family and for children, management of the house hold, directing the soul, etc." In other words, government is "…the conduct of conduct..."(http://en.wikipedia.org/wiki/Governmentality)