Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Η δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου (το χειρότερο καρκίνωμα αυτού του τόπου ήταν πάντα οι Γκούρες, οι Εφιάλτες και οι Πηλιογούσηδες...κι επειδή λέγεται πως η προδοσία είναι απλά θέμα χρόνου, για να ΜΗΝ ΣΥΜΒΕΙ η μόνη λύση ήταν πάντα ΜΙΑ...η "παραδειγματική εκτέλεση")


Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος “το λιοντάρι της Ρούμελης” υπήρξε μία από τις ηρωικότερες μορφές της Επανάστασης, ευφυής, με ηγετικές ικανότητες, αλλά και παράφορος, στο πρόσωπο του οποίου συνυπήρχαν και η εκρηκτικότητα του πατέρα του αλλά και...

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος “το λιοντάρι της Ρούμελης” υπήρξε μία από τις ηρωικότερες μορφές της Επανάστασης, ευφυής, με ηγετικές ικανότητες, αλλά και παράφορος, στο πρόσωπο του οποίου συνυπήρχαν και η εκρηκτικότητα του πατέρα του αλλά και η πανουργία του προστάτη του Αλή πασά. 



(https://www.youtube.com/watch?v=0ss20xTeUQc)

Το όνομα του σπιλώθηκε και έπεσε θύμα του εμφυλίου. Το ελληνικό κράτος άργησε να αποκαταστήσει τη μνήμη του. Ήταν γιος της Ακριβής Τσαρλαμπά, κόρης του κοτζάμπαση από την Πρέβεζα, και του «λιονταριού της Ρούμελης» του Ανδρέα Βερούση, που ήταν διώκτης των τοπικών αφεντάδων, αλλά και αδελφικός φίλος του Αλή πασά. Ο πατέρας του αποκεφαλίστηκε από τους Τούρκους και έμεινε ορφανός σε ηλικία 7 ετών.

Όταν ο Οδυσσέας έγινε 13 χρόνων, η μάνα του παρουσιάστηκε στον Αλή πασά, τον αδελφικό φίλο του άντρα της. Εκεί, στην αυλή του πασά, μέσα σε ένα περιβάλλον σκληρό, που κυριαρχούσε η ραδιουργία και η καχυποψία, μεγάλωσε ο Οδυσσέας και διαπλάστηκε ο χαρακτήρας του. Έμαθε τα αρβανίτικα και τα ιταλικά, τη γλώσσα των μορφωμένων Ελλήνων της εποχής και βελτίωσε τα ελληνικά του. Εκεί γνώρισε και τη γυναίκα του, την Ελένη, κόρη του προεστού Καρέλη από το ορεινό χωριό της Ηπείρου, τους Καλαρρύτες, η οποία ήταν θαλαμηπόλος της κυρά-Βασιλικής, στο χαρέμι του Αλή πασά.

Η εξυπνάδα της μάνας του την οδήγησε να τον γράψει στο τάγμα των μπεκτασήδων στα Γιάννενα, για να τον προστατεύσει από τις αυθαιρεσίες των Τούρκων. Αυτό ήταν ένα γεγονός που το χρησιμοποίησαν οι εχθροί του για να τον κατηγορήσουν ότι αλλαξοπίστησε κι έγινε μουσουλμάνος. Ήταν όμως γεγονός ότι το τάγμα αυτό ήταν μια αίρεση που είχε ακόμη και τον Χριστό για προφήτη τους. Μάλιστα στην Φιλική Εταιρεία είχαν ενταχθεί και άτομα μουσουλμανικής προέλευσης μπεκτασήδες.

Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία

Όταν το 1820 ήρθε η ρήξη του Αλή πασά με τον Σουλτάνο, ο Οδυσσέας βοήθησε στην προετοιμασία της επανάστασης στη Ρούμελη και στη συνέχεια για 3 χρόνια μετείχε στον επαναστατικό αγώνα με ένδοξη στιγμή την ηρωική μάχη στο Χάνι της Γραβιάς (Μάιος 1821). Στις 27 Αυγούστου 1822 η γερουσία του Αρείου Πάγου του αναθέτει τη Διοίκηση της Αθήνας και εισέρχεται θριαμβευτής Φρούραρχος στην Ακρόπολη, συνοδευόμενος από τον Ιωάννη Μακρυγιάννη, τον Ιωάννη Γκούρα, τον Ιωάννη Μαμούρη, τον Κατσικογιάννη και 300 ένοπλους επαναστάτες.

Ο Γιάννης Γκούρας ήταν το μοιραίο πρόσωπο για τον Οδυσσέα. Ο Γκούρας ήταν βοσκός του Πανουριά στα Σάλωνα. Τον πήρε ο Ανδρούτσος ψυχογιό και μετά τον έκανε πρωτοπαλίκαρο, πρώτο καπετάνιο και υποφρούρχο στην Ακρόπολη. Μάλιστα πριν καιρό ο Οδυσσέας του είχε σώσει τη ζωή, όταν τον πήγαιναν για κρέμασμα στη Χαλκίδα. Ο Ανδρούτσος απήγαγε τον Μπας Αγά, αυλάρχη του πασά του Ευρίπου και τον αντάλλαξε με τον Γκούρα. Όμως οι αρχοντικές οικογένειες της Αθήνας, επειδή μισούσαν τον Οδυσσέα, πήραν το πρωτοπαλίκαρό του με το μέρος τους. Τον πάντρεψαν με την κόρη του προύχοντα Αναγνώστη Λιδορίκη. Ο άξεστος γιδοβοσκός Γκούρας μεγαλοπιάστηκε και γύρισε την πλάτη του στον πρώην ευεργέτη του, Ανδρούτσο. Ο Μακρυγιάννης αναφέρει ότι ο Γκούρας του λέει: «η Διοίκηση θέλει να με κάμη χιλίαρχον κι αρχηγόν της Λιβαδιάς εις το ποδάρι του Δυσσέα, φτάνει να σκοτώσω τον Δυσσέα».

Οι κόντρες με τους πολιτικούς τον έβαλαν στο στόχαστρο του Ι. Κωλέττη

Ο Κωλέττης, όπως αναφέρει ο Μακρυγιάννης, τον γνώριζε τον Οδυσσέα από την αυλή του Αλή πασά. Ήξερε ότι ήταν ο καλύτερος από όλους τους στρατιωτικούς και «δεν μπορούσε να τον παίξει αυτόν», δηλαδή να τον έχει του χεριού του. Γι’ αυτό συνωμοτεί με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, τον εκλαμπρότατο, όπως του άρεζε να τον προσφωνούν και βάζουν μπροστά το σχέδιο να ξεκάνουν τους στρατιωτικούς, που ήταν πολύ δημοφιλείς στο λαό με μεγάλη επιρροή και να έχουν αυτοί τον έλεγχο της Ρούμελης.

Σε όλα τα παραπάνω εμπλέκεται και ο περίφημος θησαυρός του Οδυσσέα. Λεγόταν ότι ο Ανδρούτσος είχε θάψει στη σπηλιά έναν τεράστιο θησαυρό που τον είχε αποκτήσει από την προίκα που του είχε δώσει ο Αλή πασάς, όταν παντρεύτηκε (ένα τσεκίνι για κάθε άτομο στο αρματολίκι της Λιβαδειάς και της Ανατολικής Στερεάς) και από ληστείες σε χρηματαποστολές του Σουλτάνου. Ήθελαν να καταλάβουν το λημέρι του και να ψάξουν να βρουν που είχε θάψει τον θρυλικό αμύθητο θησαυρό του. Κάποιοι άλλοι έλεγαν ότι ο ίδιος ο Αλή πασάς του εμπιστεύτηκε ένα μέρος του μεγάλου θησαυρού του να το θάψει, όταν είδε ότι ερχόταν το τέλος του. Όμως τελικά δεν βρέθηκε τίποτε πουθενά.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν ένα άτομο υψηλής ευφυΐας

Και να είχε το θησαυρό, δεν θα τον έθαβε στη Μαύρη Τρούπα, το λημέρι του. Άλλωστε με την εκτέλεση του Αλή πασά, ο θησαυρός έπεσε στα χέρια των Τούρκων αρχηγών. Νωρίτερα λέγεται ότι ένα μέρος το έστειλε ο γιος του, ο Βελή πασάς, σε αγγλική τράπεζα στη Λευκάδα κι από εκεί στη Μάλτα, αλλά τελικά τα «έφαγε» η Αγγλία και ένα μέρος το εμπιστεύθηκε η ίδια η κυρα-Βασιλική σε Έλληνες καπεταναίους για να χρησιμοποιηθεί στην Επανάσταση.

Στέλνει, λοιπόν, ο Κωλέττης απεσταλμένους στο λημέρι του, τη Μαύρη Τρούπα στον Παρνασσό, τον Αλέξανδρο Νούτσο και τον Χρήστο Παλάσκα, δήθεν για διαπραγματεύσεις, αλλά με την εντολή να σκοτώσουν τον Οδυσσέα. Ταυτόχρονα ο Κωλέττης ειδοποίησε τον Οδυσσέα ότι έρχονται οι Νούτσος-Παλάσκας για να τον σκοτώσουν! Επίσης ειδοποίησε και τους φίλους του Ανδρούτσου, τους Αντώνη Γεωργαντά και Μάρκο Μπότσαρη ότι κάποιοι πάνε να «φάνε» το φίλο τους, για να σιγουρέψει ακόμη περισσότερο τη συνωμοσία και το φονικό.

Γιατί, όμως, ο Κωλέττης έστειλε αυτούς τους δύο στην Μαύρη Τρούπα; Από τη μια μεριά είχε βάλει στο μάτι την όμορφη γυναίκα του Χρήστου Παλάσκα. Στέλνοντάς τον στην Τρούπα του Οδυσσέα ή θα τον σκότωνε ή θα σκοτωνόταν και θα είχε τη γυναίκα του δική του. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι πράγματι πήρε μετά στο «χαρέμι» του την όμορφη χήρα του Παλάσκα. Από την άλλη πλευρά δεν συμπαθούσε τον συμπατριώτη του, Αλέξανδρο Νούτσο. Αυτός ήταν, ας πούμε, επιθεωρητής της Ανατολικής Στερεάς. Παλιά στην αυλή του Αλή πασά ο Νούτσος ήταν το «δεξί χέρι» του, ο πολιτικός σύμβουλός του, ενώ ο Κωλέττης ήταν ένας άσημος γιατρός του γιου του πασά, Μουχτάρ. Επομένως όσο υπήρχε ο Νούτσος, ο Κωλέττης θα είχε πάντα δεύτερο ρόλο. Γι’ αυτό με τη συνωμοσία που έστησε ή θα γλίτωνε από τον Ανδρούτσο ή από τους δύο παραπάνω.

Τα παλικάρια του Οδυσσέα σκοτώνουν τους δύο απεσταλμένους της κυβέρνησης. Επειδή ο κλοιός στένευε όλο και περισσότερο γύρω του, για να κερδίσει χρόνο, γράφει την 1 Σεπτεμβρίου 1824 με τον φίλο του, τον γραμματικό, Αντώνη Γεωργαντά 3 γράμματα από τη Μαύρη Τρούπα στο εξωτερικό, για να ασκήσουν πίεση στην κυβέρνηση. Το ένα γράμμα είχε παραλήπτη τον Στάνχοπ στην Αγγλία. Του αναφέρει ότι έγιναν 3 απόπειρες δολοφονίας του στο Ναύπλιο και του τονίζει ότι: «σας λέγω δε ότι προς ασφάλειαν της ζωής μας ως τελευταίον καταφύγιον δεν έχομε άλλο μέσον παρά να προσπέσωμεν εις το έλεος των Τούρκων, τόσο ημείς όσο και ο ατυχέστατος λαός της Ελλάδος, όστις φεύγων από τον ένα ζυγόν και βλέπων ότι θα πέση εις χειρότερον, προτιμά τον πρώτον από τον δεύτερον». Είναι η μόνη γραπτή μαρτυρία, την οποία χρησιμοποίησαν οι εχθροί του, στην οποία αφήνει υπαινιγμό ότι ετοίμαζε «καπάκια» με τον Ομέρ, τον πασά της Εύβοιας.

Τα καπάκια ήταν οι μυστικές συμφωνίες των οπλαρχηγών της Ρούμελης με τους Τούρκους. Ήταν αποδεκτή πρακτική, γιατί όποιος έβαζε καπάκι ή ψευτο-κάπακο επέβαλε ανακωχή, έσωζε τους πληθυσμούς από τη σφαγή και τη λεηλασία και συνάμα κέρδιζε πολύτιμο χρόνο. Ωστόσο η έλευση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και η δυναμική εμπλοκή του στον ξεσηκωμό της Δυτικής Ελλάδας κατέστησε τα καπάκια πέτρα σκανδάλου και πανίσχυρο πολιτικό επιχείρημα· με πρόσχημα τις επαφές με τον εχθρό, ο φαναριώτης πολιτικός είχε την ευχέρεια να διαχωρίζει τους καπετάνιους σε «πατριώτες» και «προδότες» ανάλογα με την τροπή των πραγμάτων και τις ατομικές του επιδιώξεις.

Χρόνο ήθελε να κερδίσει ο Οδυσσέας, γιατί έβλεπε ότι ήθελαν το κεφάλι του και ο κλοιός γύρω του στένευε. Άλλωστε αν ήθελε πραγματική συνεργασία με τους Τούρκους, όταν στράφηκε εναντίον του ο Γκούρας, στη Χαιρώνεια και στις Λιβανάτες, δεν κάλεσε βοήθεια από τους Τούρκους, αλλά ζήτησε συνάντηση με το πρώην πρωτοπαλίκαρό του. Ο Γκούρας αρνήθηκε και τότε ο Οδυσσέας παραδίδεται. Ήταν 7 Απριλίου 1825 με εγγυήσεις από τον υπαρχηγό του Γκούρα, τον Κριεζώτη, ότι όλα είναι «περασμένα ξεχασμένα».

Η υπόσχεση δεν τηρήθηκε και ο Ανδρούτσος οδηγείται αλυσοδεμένος, κουρελής και ανήμπορος στην Αθήνα. Ο κόσμος, ενώ τον αποθέωνε λίγο καιρό πριν ως απελευθερωτή, τώρα τον αποδοκιμάζει αποκαλώντας τον «τουρκοδυσσέα». Κάποια, μάλιστα, Αθηναία τον πλησίασε και τον έφτυσε κατάμουτρα. Τον φυλάκισαν με αλυσοδεμένα τα πόδια του στον φράγκικο πύργο του 12ου αιώνα στη νοτιοδυτική πλευρά των Προπυλαίων της Ακρόπολης. Άρχισαν τα βασανιστήρια με ξύλο, πείνα, δίψα και αϋπνία ρωτώντας τον πού έχει κρύψει τον θησαυρό.

Όμως οι συνθήκες άλλαξαν. Ενώ δίνεται η εντολή ο Ανδρούτσος να μεταφερθεί στην Ακροκόρινθο να δικαστεί, ο Ιμπραήμ εισβάλλει στην Πελοπόννησο. Η επανάσταση κινδυνεύει. Η κυβέρνηση Κουντουριώτη-Κωλέττη απελευθερώνει τον Κολοκοτρώνη, τον αμνηστεύει και τον διορίζει αρχιστράτηγο του Μοριά. Ο Γκούρας οργίζεται. Στέλνει επιστολή στην κυβέρνηση και τους λέει: «Με βάλατε στον χορό να φάω τους φίλους μου, να κάνω οχτρούς και τώρα εσείς βιάζεστε να τους κάνετε πάλι φίλους. Θα σιγουράρω κι εγώ τη φαμίλια μου στην Ευρώπη και θα φυλάξω το κεφάλι μου, αφού θα ζήσουν ο Κολοκοτρώνης και οι άλλοι».

Για να προλάβει τη γενική αμνηστεία, με ένα συνθηματικό σημείωμα στον Μαμούρη («πούλα το λάδι πριν πέσει η τιμή») έδωσε το μήνυμα για δολοφονία του Οδυσσέα. Τα μεσάνυχτα 3 προς 4 Ιουλίου 1825 τρεις φιγούρες εισέρχονται στο μπουντρούμι του Ανδρούτσου. Οι δύο τον ακινητοποιούν και ο τρίτος, ένας παπάς (!) τον πλησιάζει και στρίβει τους όρχεις του Οδυσσέα με όση δύναμη είχε! Σύνθλιψη όρχεων! Ύστερα πετάνε το κουφάρι του από τον πύργο και κρέμασαν κι ένα κομμένο σκοινί, για να δείξουν ότι τάχα πήγε να δραπετεύσει και αυτό κόπηκε.

Ο Γκούρας θα σκοτωθεί 3,5 χρόνια μετά σε μία συμπλοκή με Τούρκους και θα θαφτεί μπροστά στην Ακρόπολη! Παρά τα κατορθώματά του στην επανάσταση, η φιλαργυρία του και η δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου θα σπιλώσουν το όνομά του. Η μάνα του και η γυναίκα του, που στο μεταξύ είχε γεννήσει στη σπηλιά τον μικρό Λεωνίδα, θα παραδώσουν σε εκπροσώπους της κυβέρνησης τη Μαύρη Τρούπα, με λίγα τρόφιμα, όπλα και πολεμοφόδια αλλά κανένα θησαυρό, στις 3 Σεπτεμβρίου 1825.

Η Ανδρούτσαινα θα βρει καταφύγιο στις Λιβανάτες, τον τόπο καταγωγής του πρώτου συζύγου της. Η παλιά αρχόντισσα της Πρέβεζας πέθανε το 1833 πάμφτωχη ζώντας με το ελάχιστο βοήθημα των 80 φοινίκων που είχε εγκρίνει η κυβέρνηση. Η σύζυγός του, Ελένη, πήγε στη Ζάκυνθο στην κουνιάδα της Ταρσίτσα. Έπειτα πήγε στην Αίγινα σε κατάσταση απόλυτης φτώχιας πουλώντας ό,τι κειμήλιο είχε από τον Οδυσσέα. Με την έλευση του Καποδίστρια πήρε ένα μικρό βοήθημα, ενώ ο φιλέλληνας βασιλιάς της Βαυαρίας, ο Λουδοβίκος, πατέρας του βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα, τους κάλεσε στο Μόναχο για να σπουδάσει ο μικρός Λεωνίδας μαζί με άλλα παιδιά Ελλήνων. Όμως ο Λεωνίδας αρρώστησε βαριά και πέθανε. Η Ελένη επέστρεψε στην Ελλάδα ζώντας σε εξαθλίωση προσπαθώντας να αποκαταστήσει την τιμή και το όνομα του άντρα της, Οδυσσέα. Πέθανε σε ηλικία 86 ετών στις 21 Ιουνίου 1879.

Τελικά το κράτος δικαίωσε τον Ανδρούτσο το 1865, όταν έγινε με μεγάλη επισημότητα και στρατιωτικές τιμές η μετακομιδή των οστών του στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, όπου σήμερα υπάρχει ο τάφος του. Στις 15 Ιουλίου 1967 ο στρατηγός Θρασύβουλος Τσακαλώτος, τέως Διοικητής της Ελληνικής Ταξιαρχίας του Ρίμινι και επικεφαλής του Εθνικού Στρατού στον Εμφύλιο Πόλεμο του 1947-1949, μετέφερε με πολεμικό σκάφος στην Πρέβεζα μεταλλικό κουτί με τα οστά του Οδυσσέα Ανδρούτσου από το Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Τα οστά τοποθετήθηκαν στη βάση του αγάλματος που υπάρχει στην ομώνυμη πλατεία του και του οποίου τα αποκαλυπτήρια έγιναν με μεγαλοπρεπή τελετή την ίδια ημέρα. @Γιάννης Σιατούφης

Μάχη στο Χάνι της Γραβιάς

Η Μάχη στο Χάνι της Γραβιάς ήταν μία από τις πολεμικές εμπλοκές της ελληνικής επανάστασης του 1821, με νικηφόρα έκβαση για τους Έλληνες. Στη μάχη αυτή, που έγινε στις 8 Μαΐου του 1821, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος με μόνο 117 άνδρες νίκησε το στρατό του Ομέρ Βρυώνη.

Μετά από την ήττα των Ελλήνων στη μάχη της Αλαμάνας (23/04/1821) και τον μαρτυρικό θάνατο του Αθανάσιου Διάκου, ο τουρκικός στρατός με αρχηγό τον Ομέρ Βρυώνη, δύναμης 9.000 ανδρών και πυροβολικού, σκόπευε από τη Λαμία να επιτεθεί στην Πελοπόννησο. Είχε ανοίξει ο δρόμος τους για εκεί, καθότι η θυσία του Διάκου είχε στερήσει από τους Έλληνες τον αρχηγό τους. Ο φόβος είχε καταβάλλει τους επαναστατημένους στα κέντρα του Αγώνα (Λειβαδιά, Σάλωνα (Άμφισσα) και Αττική). Όλοι ανέμεναν την οργή των 2 πασάδων.

Η Επανάσταση κινδύνευε έναν μήνα μετά την έναρξή της. Την έσωσε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος και οι κακοί υπολογισμοί του Ομέρ Βρυώνη. Ο ελληνικής καταγωγής Αλβανός πασάς, αντί να προελάσει προς τις καταπτοημένες περιοχές της Α Στερεάς και να διεκπεραιωθεί το ταχύτερο δυνατό στην Πελοπόννησο, έκρινε ότι έπρεπε να ενισχύσει τις δυνάμεις του, προτού περάσει τον Ισθμό. Θεώρησε ότι με το να προσεταιριστεί του Έλληνες οπλαρχηγούς, τους οποίους γνώριζε από την Αυλή του Αλή Πασά, θα προκαλούσε την παράλυση των Πελοποννησίων ανταρτών.

Με αυτή τη λογική είχε προτείνει και στον Αθανάσιο Διάκο να ενταχθεί στις δυνάμεις του, αλλά αυτός είχε αρνηθεί. Ο Ομέρ Βρυώνης δεν είχε αντιληφθεί την έκταση και την έννοια του ελληνικού ξεσηκωμού. Πίστευε ότι επρόκειτο για μια απλή ανταρσία, που θα ήταν εύκολο να κατασταλεί και όχι για τον ξεσηκωμό ενός ολοκλήρου έθνους, που διεκδικούσε την ελευθερία και την αυτοδιάθεσή του. Την εποχή εκείνη βρισκόταν στην Ανατολική Στερεά ο Ανδρούτσος, παλιός αρματολός της περιοχής, ο οποίος είχε πέσει σε δυσμένεια του σουλτάνου, ως άνθρωπος του Αλή Πασά, μέλος (από το 1818) της Φιλικής Εταιρείας και ένθερμος υποστηρικτής του Αγώνα.

Ο Ομέρ Βρυώνης βρήκε ευκαιρία να τον προσεταιρισθεί, επειδή γνώριζε πολύ καλά τις στρατιωτικές του ικανότητες. Του έγραψε μια επιστολή ως παλιός φίλος και του ζήτησε τη σύμπραξή του κατά των ελλήνων ανταρτών, με πλήθος υποσχέσεων και δόλωμα την οπλαρχηγία ολοκλήρου της Ανατολικής Στερεάς. Του πρότεινε, μάλιστα, να συναντηθούν στη Γραβιά και συγκεκριμένα σε ένα μικρό πλινθόκτιστο χάνι. Ο Ανδρούτσος απεδέχθη την πρόσκληση κι έσπευσε στην περιοχή με άλλο σκοπό κατά νου. Αμέσως συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο στο Χάνι της Γραβιάς, με τη συμμετοχή των οπλαρχηγών Δυοβουνιώτη και Πανουργιά. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο Ομέρ Βρυώνης θα κατήρχετο στην Πελοπόννησο, όχι δια του Ισθμού, αλλά δια του Γαλαξιδίου.

Διαφώνησαν, όμως, ως προς το σχέδιο αντιμετώπισής του. Ο Ανδρούτσος πρότεινε να δώσουν τη μάχη στο Χάνι, ενώ οι Δυοβουνιώτης και Πανουργιάς το έκριναν ακατάλληλο, επειδή ήταν πλινθόκτιστο και ευρίσκετο σε ανοικτό πεδίο. Εν τω μεταξύ, ο Ομέρ Βρυώνης με 9.000 άνδρες πλησίαζε στη Γραβιά και είχε πληροφορηθεί την παρουσία του Ανδρούτσου στο χάνι με μικρή δύναμη. Δεν ανησύχησε, όμως, πιστεύοντας ότι ο Ανδρούτσος θα έκανε αποδεκτή την πρότασή του.

Σε μια 2η σύσκεψη των ελλήνων οπλαρχηγών, που δεν είχαν στη διάθεσή τους πάνω από 1.200 άνδρες, λύθηκε η διαφωνία τους. Αποφάσισαν ο μεν Δυοβουνιώτης με τον Πανουργιά να πιάσουν τις γύρω περιοχές, ο δε Ανδρούτσος να χτυπήσει τον εχθρό από το χάνι σε μια οπωσδήποτε παράτολμη ενέργεια. Μαζί του βρέθηκαν 117 άνδρες, που μετέτρεψαν το πλινθόκτιστο κτίριο σε οχυρό με πρόχειρα έργα. Ο Ομέρ Βρυώνης με τον στρατό του πλησίασε (πρωί 8ης Μαΐου 1821) σε απόσταση βολής από το χάνι και αμέσως δέχτηκε καταιγισμό πυρών.

Κατάλαβε ότι ο παλιός του φίλος δεν πήγε εκεί με φιλικούς σκοπούς, αλλά για να τον πολεμήσει. Πρώτα διέταξε να γίνει επίθεση κατά των ανδρών του Δυοβουνιώτη και του Πανουργιά, τους οποίους διασκόρπισε στα γύρω βουνά, όπως και στη Μάχη της Αλαμάνας. Στη συνέχεια, επικεντρώθηκε στο Χάνι και τον Ανδρούτσο. Έκανε μια απόπειρα να τον μεταπείσει, στέλνοντας ένα δερβίση ως αγγελιοφόρο. Η αποστολή του ιερωμένου είχε τον λόγο της. Ο Ομέρ Βρυώνης γνώριζε ότι ο Ανδρούτσος ήταν Μουσουλμάνος Μπεκταξής.

Ο δερβίσης προχώρησε έφιππος προς το Χάνι, αλλά ξαφνικά δέχθηκε μια σφαίρα στο μέτωπο κι έπεσε άπνους. Οι Οθωμανοί επιτέθηκαν κατά κύματα στο Χάνι. Ο Ανδρούτσος και οι άνδρες του κρατούσαν γερά. Ο Ομέρ Βρυώνης εξεμάνη με την ανικανότητα των αξιωματικών του και διέταξε και νέα επίθεση κατά το μεσημέρι. Και αυτή απέτυχε. Τις πρώτες ώρες του δειλινού διέταξε κατάπαυση του πυρός, συνειδητοποιώντας ότι είχε διαπράξει ένα ακόμη λάθος. Από υπερβολική εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και υποτιμώντας την ανδρεία των Ελλήνων είχε εκστρατεύσει χωρίς πυροβολικό. Αποφάσισε να αποσύρει προσωρινά τις δυνάμεις του και να διατάξει να του φέρουν κανόνια από τη Λαμία.

Ήταν αποφασισμένος το πρωί της επόμενης ημέρας να ισοπεδώσει το Χάνι, με τους αυθάδεις υπερασπιστές του. Την κίνηση αυτή του Ομέρ Βρυώνη μάντεψε ο Ανδρούτσος και γύρω στις 2 τα ξημερώματα της 9ης Μαΐου επεχείρησε με τους 110 άνδρες του ηρωική έξοδο. Οι 6 είχαν σκοτωθεί κατά τη διάρκεια της ολοήμερης μάχης. Αιφνιδίασαν τις τουρκικές φρουρές που είχαν περικυκλώσει το Χάνι και χάθηκαν μέσα στα σπαρτά.

Οι Τούρκοι περικύκλωσαν την περιοχή και το χάνι, ενώ ο Βρυώνης έστειλε δερβίση για να πει στον Ανδρούτσο να παραδοθεί. Ο Ανδρούτσος δεν δέχτηκε και οι Τούρκοι επιτέθηκαν στο πανδοχείο, αλλά αποκρούσθηκαν με μεγάλες απώλειες και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Ο Βρυώνης βλέποντας τους άνδρες του να πέφτουν από τα πυρά των Ελλήνων, διέταξε να φέρουν ένα κανόνι για να ανατινάξει το κτίριο. Οι Τούρκοι σταμάτησαν την επίθεση μέχρι να έρθει το κανόνι, ενώ οι Έλληνες, που κατάλαβαν τις προθέσεις τους, κατάφεραν στο μεταξύ να ξεφύγουν κρυφά ανάμεσα από τις εχθρικές τουρκικές γραμμές.

Τα θύματα των Τούρκων ήταν πολυάριθμα. 330 νεκροί και 800 τραυματίες σε λίγες ώρες. Οι Έλληνες έχασαν 6 πολεμιστές. Μετά την μάχη αυτή ο Βρυώνης συγκλονίστηκε τόσο πολύ, δεν υπήρχε πια ηθικό στο στράτευμά του, που αποφάσισε να σταματήσει προσωρινά την εκστρατεία του και να υποχωρήσει στην Εύβοια, για να συναντήσει αργότερα τις δυνάμεις του Κιοσέ Μεχμέτ. Λόγω της παύσης αυτής των δραστηριοτήτων του Βρυώνη, η μάχη στο χάνι της Γραβιάς θεωρείται σημαντικός σταθμός για την έκβαση της ελληνικής επανάστασης. Είχε παρεμποδιστεί η κάθοδος ενός τόσο ισχυρού στρατού, όπως του Ομέρ Βρυώνη, στην Πελοπόννησο, όπου η επανάσταση ακόμα δεν είχε εδραιωθεί, ενώ συνέβαλε στην έναρξη του αγώνα και στη Δ’ Ελλάδα. Για λίγο καιρό, τουλάχιστον, ένας σοβαρός κίνδυνος για την Πελοπόννησο εξέλιπε. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος όμως δολοφονήθηκε από αυτούς που έσωσε.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Κωστή Παπαγιώργη, Τα καπάκια, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2003.

Μίμης Ανδρουλάκης, Αλλέγκρα, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2014.

Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, εκδ. Μέρμηγκα

Σπυρίδωνος Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, εκδ. Γιοβάνη, τόμος Α, κεφ. ΙΔ.

Ιωάννα Διαμαντούρου, «Ο Αγώνας στην Ανατολική Στερεά. Η μάχη της Γραβιάς», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΒ, 1975, σελ. 115


........................................

Η δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου

«Τον περισσότερον καιρόν της ζωής μου που τον επέρασα; Τον επέρασα σκοτώνοντας Τούρκους, κυνηγώντας τυράννους. Τον επέρασα εις τα σπήλαια και εις τα βουνά. Τα καρτέρια των δρόμων, οι λόγκοι και τ' άγρια θηρία είναι οι μάρτυρες ότι δυσκόλως έφευγεν ο Τούρκος από τα χέρια μου, αν εζύγωνε καμμιά πενηνταριά οργυιαίς. Εγώ εσυναναστρεφόμουν με αυτούς τους τυράννους και ήμουν καλά πληρωμένος, διά να σέβωμαι τους ομογενείς των, αλλά κινούμενος από τον διάβολόν μου, Τούρκους εσκότωνα. Οι κρημνοί, τα ποτάμια, οι πάγοι, τα χιόνια και τα δάση ήσαν τ' αγαπητά μου κατοικητήρια, το τουρκικό αίμα το προσφάγι μου. Εσηκώθη η Επανάστασις και ευθύς συρόμενος από τον διάβολόν μου, ελάτρευσα τους αρχηγούς της, τη φωνή της άκουσα στα φυλλοκάρδια μου, εσεβάστηκα την απόφασίν της και έτρεξα με όλους τους αρματολούς της Ελλάδος να σκοτώσω Τούρκους. Μολονότι εκέρδιζα εν καιρώ Τουρκίας, ο διάβολός μου μου αφήρεσεν αυτήν την κλίσιν, αφού εσηκώσαμεν τ' άρματα. Και τι τα πολυλογώ;
Τόσον με εφώτισεν ο διάβολός μου, ώστε να γεμίσω ψείραις, να λιμάξω ψωμί, να κείτομαι εις τα νερά, εις τα χιόνια και εις τη λάσπην, να δοκιμάζω κάθε στρατιωτικήν αχαριστίαν, να πίνω φαρμάκια από εχθρούς και φίλους, να κυνηγώμαι ως κατάδικος από αυτούς τους συγγενείς και φίλους της δικαιοσύνης, να επιθυμώ συνελεύσεις εθνικάς, να αγαπώ δικαίους διοικητάς, να είμαι λάτρης των εναρέτων και φίλος των σοφών, να διψώ την αυτονομίαν και ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, επιθυμώντας μόνον και μόνον Ελληνες να διοικούν και να βασιλεύουν εις τους Ελληνας».
Τούτο το απόσπασμα, από γράμμα του Οδυσσέα Ανδρούτσου, με ημερομηνία 14 Φλεβάρη του 1824, προς τον Μοραΐτην Κοτζαμπάση, Αναστάσιο Λόντο1, δίνει με τρόπο συγκλονιστικό για τον αναγνώστη την εικόνα μιας από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες που γέννησε η Επανάσταση του 1821. Μια εικόνα, που η ιστορία την έχει επιβεβαιώσει και δικαιώσει πλήρως, όσο κι αν επιχειρήθηκε να αμαυρωθεί στη συνέχεια και που θα μπορούσε εύκολα να χαρακτηριστεί ως έκρηξη υποκειμενισμού, αφού καταγράφει τα αισθήματα του συγγραφέα του γράμματος εκείνη τη στιγμή που γράφει, δηλαδή την οργή, την πικρία, την αποφασιστικότητά του, αλλά και συνάμα την προσπάθειά του να υπερασπίσει τον εαυτό του για τα όσα αντίθετα λέγονταν γι' αυτόν.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος άφησε για πάντα τη ζωή, τη νύχτα 4 προς 5 Ιούνη του 1825, πριν προλάβει να δει την Ελλάδα - για την ακρίβεια ένα τμήμα της - έξω από την τουρκική κατοχή, αλλά και πριν βιώσει την καταπίεση της νέας εξουσίας που ήρθε να αντικαταστήσει εκείνη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.Το γεγονός ήταν συγκλονιστικό και δεν μπορούσε παρά να προκαλεί το ενδιαφέρον και τις συζητήσεις των απλών ανθρώπων, δεδομένου ότι το νεκρό πια οπλαρχηγό τον βρήκε ο θάνατος φυλακισμένο στον βενετσιάνικο πύργο των Προπυλαίων της Ακρόπολης, με την κατηγορία του προδότη. Ο κόσμος αναρωτιόταν τι είχε συμβεί και οι κρατούντες δεν μπορούσαν παρά να δώσουν κάποιες εξηγήσεις. Πώς είχε πεθάνει τούτος ο άνθρωπος;
Στο φύλλο της 6ης Ιούνη 1825 η «Εφημερίς των Αθηνών», που τυπωνόταν στην Αίγινα, αφιέρωσε για το θέμα μόνο ελάχιστες λέξεις: «Σήμερον ετελείωσε το δρόμο της ζωής του ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος». Τρεις μέρες αργότερα όμως, η ίδια εφημερίδα, υποχρεώθηκε να επανέλθει γράφοντας πως ο θάνατος «του περιβόητου εις την ιστορίαν Οδυσσέως Ανδρίτσου, ακολούθησε τρόπω τοιώδε: αυτός είχε προβλέψει με τη φυσικήν του πανουργίαν δύο τριχιαίς, αι οποίαις φαίνεται ότι ήταν από τα γαϊδούρια οπού ανέβαιναν εις το κάστρον, παλαιαίς κατά κακήν του τύχην και αδύναταις.
Περί τας 5 ώρας της νυκτός της 4 Ιουνίου, ενώ δύο στρατιώται που τον εφύλαττον, ήσαν εις το πρωτοΰπνι, κρεμιέται με τη μίαν από ψηλά του Πύργου - Γουλέ - έχοντας ζωσμένην και την άλλην εις την μέση του, διά να χρησιμεύση ακολούθως να κατέβη και από τα τείχη του Κάστρου και να φύγη, όπου αυτός ήξευρε. Αλλά η θεία δίκη, προλαμβάνουσα, φαίνεται, τους ολεθρίους σκοπούς του ανθρώπου τούτου διά την Πατρίδα ωκονόμησε προτού να φτάση ακόμη εις τα μέσα του Πύργου καταβαίνοντας και σπα η τριχιά εκείνη, και πίπτει ο άθλιος εις το λιθόστρωτον έδαφος της Απτέρου Νίκης, θύμα ελεεινόν της κακοβουλίας και πανουργίας του»2.

Ο Ιταλός γιατρός Βιτάλι, στην ιατροδικαστική του έκθεση γράφει σχετικά για τις συνθήκες θανάτου του Οδυσσέα Ανδρούτσου: «Τη δευτέραν ώραν της 17/5 Ιουνίου 1825 προσκληθείς από τον αντιφρούραρχον του φρουρίου της πόλεως των Αθηνών να επισκεφθώ εις την Ακρόπολιν το πτώμα του μακαρίτου Οδυσσέως Ανδρούτσου, δεν εδίστασα στιγμήν να δεχθώ την πρόσκλησιν. Εισερχόμενος διά της τελευταίας πύλης, είδα το πτώμα του Οδυσσέως Ανδρούτσου και εξετάσας αυτόν γυμνόν από κεφαλής μέχρι ποδών, παρετήρησα εις την εξωτερικήν επιφάνειαν πλατύ τραύμα κατά τον δεξιόν κρόταφον και επιπλεγμένον κάταγμα του αυτού κροταφικού οστού, ακόμη δε μελανόν τραύμα μετά ρήξεως και εκχυμώσεως του δέρματος εις το πρόσθιον μέρος του μετωπικού οστού. Το δεξιόν βραχιόνιον οστούν συντετριμμένον και αι δεξιαί νόθοι πλευραί τεθρασμέναι. Προς τα κάτω μέρη παρετήρησα εις την άρθρωσιν του δεξιού μηρού μετά της κνήμης εξωτερικόν ρακώδες τραύμα, διά του οποίου εξετοπίσθη η επιγονατίς, και κάταγμα του οστού της κνήμης. Το ύψος του πύργου, από το οποίον κατεκρημνίσθη ο Οδυσσεύς, είναι 108 ποδών. Τα δε θραύσματα του κροταφικού οστού, επί του οποίου το κάταγμα, προσβαλόντα τον εγκέφαλο, επέφεραν αυτοστιγμεί τον θάνατον, άξιον εις κακούργον προδότην της πατρίδος»!!!
Ο Δημήτρης Φωτιάδης ευστόχως σχολιάζει3: «Περίεργη πραγματικά ιατροδικαστική έκθεση, που περιγράφει όχι μονάχα τα τραύματα του σκοτωμένου, μα και διαπιστώνει πως βρήκε θάνατον, άξιον εις κακούργον προδότην της πατρίδος». Πέρα όμως απ' αυτό, έτσι είχαν συμβεί τα πράγματα, όπως τα έγραψε ο Τύπος της εποχής και όπως τα περιγράφει η ιατροδικαστική έκθεση; Πριν απαντήσουμε στο ερώτημα οφείλουμε να σταθούμε στην προσωπικότητα του Οδυσσέα Ανδρούτσου, ο φωτισμός της οποίας, μας παραπέμπει άμεσα στις αιτίες και τις συνθήκες του θανάτου του.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γεννήθηκε το 1790 (άλλες πηγές μιλούν για το 1788)4 στην Ιθάκη και βαφτίστηκε τέσσερα χρόνια μετά τη γέννησή του στο ίδιο μέρος παίρνοντας το όνομα του μυθικού βασιλιά του νησιού. Ο πατέρας του ήταν ξακουστός στην εποχή του, πραγματικός θρύλος της Ρούμελης, πρωτοκλέφτης οπλαρχηγός, που στη συνέχεια έγινε αρματολός, με μεγάλη δράση κατά των Τούρκων. Συνελήφθη από τους Βενετούς στη Δαλματία, παραδόθηκε στους Τούρκους το 1793, κλείστηκε στις φυλακές του Μπάνιου στην Πόλη όπου και τον βρήκε ο θάνατος το 1797. Η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε αργότερα με τον πρακτικό γιατρό Φ. Καμμένο κι από το γάμο της αυτό απέκτησε τα πέντε ετεροθαλή αδέλφια του Οδυσσέα (τρία αγόρια και δύο κορίτσια).
Ο Οδυσσέας πέρασε στην ιστορία με το επώνυμο Ανδρούτσος αν και ο ίδιος υπέγραφε ως Οδυσσεύς Ανδρίτσου ή Ανδρίτζου. Ομως δεν ήταν αυτό το πραγματικό του επίθετο. Ο πατέρας του λεγόταν Ανδρέας Βαρούσης ή, σύμφωνα με τον Μπάμπη Αννινο, Ανδρέας Μουτσανάς5. Συνηθιζόταν όμως εκείνη την εποχή να προφέρονται τα ονόματα επί το κολακευτικότερο. Ετσι τον Ανδρέα το έλεγαν Ανδρούτσο, τον Πάνο Πανούτσο, τον Γιάννη Γιαννούτσο κ.ο.κ.
Πριν την Επανάσταση του '21 ο Οδυσσέας ήταν στη στρατιωτική υπηρεσία του Αλή Πασά, όπου και εξελίχθηκε γρήγορα, φτάνοντας, στα 1816, να αναλάβει στρατιωτικός διοικητής στην επαρχία της Λιβαδειάς, ενώ στη συνέχεια η εξουσία του επεκτάθηκε στη Βοιωτία, στη Φωκίδα και τη Δωρίδα. Το μέλλον του στην υπηρεσία των Τούρκων διαγραφόταν αναμφίβολα λαμπρό. «Αξιοσημείωτον - γράφει ο Κ. Παπαμιχαλόπουλος6 - ότι ουδείς ποτέ τόσω νέος, όσω ην τότε ο Οδυσσεύς, κατέσχε τοιαύτα τιμητικά και μεγάλα αξιώματα». Κι όμως, όταν ξέσπασε η Επανάσταση δε δίστασε να ταχθεί με το μέρος της. Για την ακρίβεια είχε φροντίσει από νωρίτερα να επιλέξει στρατόπεδο, δεδομένου ότι από το 1818 είχε προσχωρήσει στη Φιλική Εταιρεία.7 Είχε το διάβολο μέσα του, όπως ο ίδιος συνήθιζε να λέει. Εκείνο όμως το διάβολο που δεν αφήνει σε ησυχία τις συνειδήσεις και τις ωθεί στις μεγάλες πράξεις. Στο γράμμα του στον Αναστάση Λόντο, που αναφέραμε στην αρχή, γράφει χαρακτηριστικά:8 «Εσύ έχεις πολλές δουλειαίς και καθώς ακούω καταγίνεσαι ημέραν και νύχταν. Διά τούτο δεν έπρεπε να σε εμποδίσω με τούτο το γράμμα, και μάλιστα όπου μαζί σου δεν έχω ανταποκρίσες όντας άλλη η δική μου δουλειά και άλλη η ιδική σου. Μολοντούτο επειδή είδα εις ενός σου φίλου γράμμα ν' αναφέρεις τ' όνομά μου, βιασμένος είμαι να σου κάνω πέντε εξ αράδαις. Και αν έχουν κανένα καλό μέσα, άκουσε το, ειδεμή κάψε ταις. Λέγεις του φίλου σου: - Αν γράψης σ' εκείνον τον διάβολον τον Οδυσσέα, γράψε του από μέρους μου να εβγάλη μερικούς διαβόλους από μέσα του. Του το λέγω μπέσα με μπέσα, και τότε θέλει γίνει χρήσιμος εις την πατρίδα, και θέλει λάβει αξίως το όνομα το όνομα το οποίον φέρει. - Κύριε, καθώς λέτε εσείς οι διαβασμένοι, δυο λογιών διάβολοι εμβαίνουν μέσα εις τους ανθρώπους. Πρώτης λογής, ως έλεγεν ο φιλόσοφος που απέθανε εδώ κάτου, είναι ο διάβολος που κάθε καλός άνθρωπος έχει μέσα του, ο διάβολος που ερμηνεύει και δείχνει τον καλόν δρόμον και εμποδίζει τον δαιμονισμένον από του να πράξη το κακόν. Η θρησκεία μας μας διδάσκει να πιστεύωμεν ότι κατά θείαν παραχώρισιν μπαίνει πολλές φορές ο διάβολος σ' έναν άνθρωπο και τον ερμηνεύει να κάνη όλα τα κακά, και αυτός είναι ο δεύτερος διάβολος. Τώρα είμαι εγώ σε απορίαν ποιος διάβολος σε σένα κατοικεί, ο πρώτος ή ο δεύτερος; Οσον διά λόγου μου να ξεύρης ότι αφήνω σε σένα να μου πεις ποιον από τους δυο διαβόλους έχω μέσα μου». Στη συνέχεια ο Οδυσσέας αναφέρει ότι ο δαίμονας ο δικός του και του πατέρα του τους έσπρωχναν να πολεμάνε συνεχώς τους Τούρκους και σ' ένα ξέσπασμα οργής, απειλητικός, καταλήγει: «Κύτταξε όμως καλά ότι κάθε Ελληνας έχει μέσα του δώδεκα λεγεώνες διαβόλων. Και έπαρε τα μέτρα σου, διότι, ως λέγει η παροιμία, ένας διάβολος σκοτώνει τον άλλον. Κύτταξε καλά, διότι ή κοντεύει να χαθή η Πατρίς ή θα πέση σε κανένα χειρότερον ζυγόν από εκείνον όπου βαστούσαν οι πατέρες μας».

Ως πραγματικός αγωνιστής και δαιμόνιος επαναστάτης ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δε θεωρούσε πως η απελευθέρωση της Ελλάδας ταυτιζόταν με το διώξιμο των Οθωμανών. Αντίθετα, την απελευθέρωση την αντιλαμβανόταν στην κοινωνικοπολιτική της βάση και για το λόγο αυτό δεν μπορούσε παρά να είναι ενάντιος στη νέα μορφή δουλείας που εκπορευόταν κυρίως από τους κοτζαμπάσηδες, από εκείνους δηλαδή που επί τουρκοκρατίας είχαν προνόμοια και εξουσία και με την Επανάσταση τάσσονταν μόνο και μόνο για να μην τα χάσουν από τυχόν επικράτησή της.

Ο Ανδρούτσος και ο κοτζαμπασισμός

Η προσφορά του Οδυσσέα Ανδρούτσου στην ελληνική επανάσταση - για την οποία δεν μπορούμε να μιλήσουμε αναλυτικά εδώ - υπήρξε μεγάλη και θα μπορούσε ίσως να είναι μεγαλύτερη αν το ελληνικό κατεστημένο της εποχής δεν πετύχαινε τη σπίλωση και την εξόντωσή του βλέποντας στο πρόσωπό του έναν αυριανό εχθρό. «Το κόμμα των πολιτικών εις το οποίον ανήκε ο Λόντος - γράφει ο Μπ. Αννινος9 - ηχθρεύετο ανέκαθεν τον Οδυσσέα, ανήκοντα φυσικά εις το κόμμα των στρατιωτικών, το αποτελεσθέν εν αρχή εκ του Κολοκοτρώνη, Υψηλάντου και άλλων οπλαρχηγών. Ο ατίθασος και πανούργος πολεμιστής δεν υπετάσσετο ευκόλως εις τας ιδιοτελείς ορέξεις και δεν έστεργε να εξυπηρετή τα σχέδια των αυθαιρέτων κοτζαμπασήδων, ουδέ να συμπράττη μετ' αυτών εις τας μικροραδιουργίας των».

Για την ακρίβεια ο Οδυσσέας δεν ανήκε σε καμία από τις πολιτικές ομάδες της εποχής. Με τους στρατιωτικούς, δηλαδή με τους καπεταναίους, ήταν εκ του φυσικού πολύ κοντά. Ομως η δική του πολιτική αντίληψη για τα πράγματα ήταν μάλλον πιο προχωρημένη. Ο Φωτάκος στα απομνημονεύματά του αναφέρει ότι το Φλεβάρη του 1823 σ' ένα γεύμα που είχαν ο Ανδρούτσος με τον Κολοκοτρώνη στην Τριπολιτσά, ο πρώτος υπογράμμισε στον δεύτερο πόσο μεγάλος κίνδυνος ήταν οι κοτζαμπάσηδες για το λαό και τους ίδιους τους καπεταναίους. Γράφει ο Φωτάκος:10 «Αφού δε έμειναν μόνοι, έγεινεν η ακόλουθος ομιλία μεταξύ του Οδυσσέως και του Κολοκοτρώνη. Εγώ δε ενθυμούμαι αυτολεξεί τους λόγους τους οποίους αντήλλαξαν. Ο Οδυσσεύς είπεν "ότι καθώς μας κάμνουν τώρα οι κοτζαμπάσηδες, όπου εμείς είμεθα δυνατοί και έχομεν και τα άρματα εις τας χείρας μας, αύριον θα μας σύρουν εις τη φούρκαν". Ο Κολοκοτρώνης του απεκρίθη: "Αϊ! Και συ, όλο μ' αυτούς έχεις να κάμης. Αφησέ τους και λησμονιούνται μοναχοί τους". "Καλά, είπεν ο Οδυσσεύς, εσένα θα πρωτοσκοτώσουν, και όχι με την αλήθεια, αλλά με ψέματα θα σου πλέξουν το σχοινί της φούρκας". Ο Κολοκοτρώνης είπεν "ό,τι διάβολο θέλουν ας κάμουν, εγώ δε μαγαρίζω τα χέρια μου εις αυτούς"». Ο διάλογος είναι άκρως αποκαλυπτικός, ώστε να μη χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός.

Ο Ανδρούτσος ήταν απόλυτα εχθρικός σ' ολόκληρο το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό κατεστημένο της εποχής, γεγονός που ήταν παγκοίνως γνωστό και το αποκαλύπτει κι ο ίδιος με απόλυτη καθαρότητα σ' ένα γράμμα του προς τον Δημήτριο Υψηλάντη: «Τα γράμματά μου τη σήμερον - έγραφε11 - δεν πέμπονται παρά εις όσους φρονούν καλά διά τη σωτηρίαν της Πατρίδος. Πρέπει λοιπόν να λείψουν από το γένος μας τα κρυφά, και σαν αληθινοί πατριώται να κηρύττωμεν την αλήθειαν εις όλους χωρίς κανένα φόβον. Εκείνοι όμως που λυσσιάζουν διά αξιώματα ας γράφουν διπλωματικά, ας λέγουν κρυφά και ας προσπαθή να γελά ο ένας τον άλλον. Αυτοί είναι σαν πανούκλα εις την Ελλάδα και πρέπει ο λαός να χωρισθή απ' αυτούς και να τους κάμη κουτουμάτζια (κάθαρση) διά να μην μολευθούμεν όλοι μας και χαθούμεν».
Την ανεξάρτητη στρατιωτική και πολιτική φυσιογνωμία του Οδυσσέα είχαν αντιληφθεί και οι Εγγλέζοι που με κάθε τρόπο ήθελαν να θέσουν την επανάσταση υπό τον ελεγχό τους ευνουχίζοντας τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό της. Σ' ένα γράμμα του προς τον Οδυσσέα Ανδρούτσο ο συνταγματάρχης Leicester Stanhope, από τους πρωταγωνιστές του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου και επίσημος απεσταλμένος και τοποτηρητής του στην Ελλάδα, έγραφε: «Γνωρίζω ότι δεν ανήκετε εις καμμίαν φατρίαν, ούτε εις ξένον βασιλέα, ούτε εις τον Μαυροκορδάτον, ούτε εις τον Πετρόμπεην, ούτε εις τον Κολοκοτρώνην. Εκείνο που επιθυμείτε να προάγετε είναι το σύνταγμα, οι νόμοι, η προσωπική ασφάλεια και η της ιδιοκτησίας, καθώς και η ελευθερία των Ελλήνων, και να αποδιώξετε από το έδαφος αυτό τους Τούρκους».12

Εξαιτίας των απόψεων και της γενικότερης στάσης του, λοιπόν, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος είχε πολλούς εχθρούς, κυρίως από την τάξη των ανθρώπων που ήθελαν να γίνουν Τούρκοι στη θέση των Τούρκων, επιδιώκοντας να απαλλαγούν κάποια στιγμή από τους λαϊκούς ηγέτες της εποχής. Ο Κορδάτος αποτιμά ως εξής την προσωπικότητά του13: «Τρεις κυρίως στρατιωτικές μορφές έβγαλε το Εικοσιένα: Τον Κολοκοτρώνη, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τον Γ. Καραϊσκάκη».
Αναμφίβολα περί αυτού επρόκειτο, γι' αυτό και ο Οδυσσέας ήταν πάντοτε στο στόχαστρο του κοινωνικοπολιτικού κατεστημένου της εποχής, που δεν έχανε ευκαιρία να εντοπίζει και να αξιοποιεί τα σημεία στα οποία ήταν ευάλωτος, τη σκληρότητή του, την καχυποψία του, τη φιλαρχία του και κυρίως την τόλμη του. Το γεγονός, δηλαδή, ότι δε δίσταζε να κλείνει προσωρινές συμμαχίες με τον αντίπαλο, επιδιώκοντας εμφανή ή λιγότερο εμφανή, άμεσα, μεσοπρόθεσμα ή και μακροπρόθεσμα κέρδη για την επανάσταση. Στο γράμμα του προς τον Δ. Υψηλάντη, που αναφέραμε πιο πάνω, ο ίδιος γράφει γι' αυτήν του την τακτική: «Να πληροφορήσεις τον κόσμον ότι εγώ κρατώ πάντα ανταπόκρισιν με τους Τούρκους με σκοπόν πατριωτικόν όπου με τούτον τον τρόπον να εμπορέσωμεν καμίαν φοράν να τους φέρομεν εις καμίαν τοποθεσίαν όπου να τους χάσωμεν. Αλλά ταύτα μου τα τερτίπια οι κοτζαμπασίδες και οι νέοι Γενεραλαίοι της μεγάλης επικράτειας της Ελλάδος τα λεν προδοσίες».
Αν, βέβαια, τα πράγματα είχαν μείνει στο επίπεδο της συκοφαντίας, λίγο θα ήταν το κακό. Ομως, δεν έμειναν εκεί. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος φυλακίστηκε και δολοφονήθηκε με την κατηγορία του προδότη κι έμεινε στη μνήμη τον ανθρώπων μ' αυτή τη ρετσινιά για 40 ολόκληρα χρόνια. Ας δούμε εν συντομία το πώς:

Σπιλωμένος, δολοφονημένος, διασυρμένος

Το Δεκέμβρη του 1824, ο Οδυσσέα Ανδρούτσος κατηγορήθηκε ότι είχε έρθει σε συμφωνία με τους Τούρκους, επιδιώκοντας να δημιουργήσει ανεξάρτητο καπετανάτο στην Ανατολική Ρούμελη και την Εύβοια. Ετσι, με εντολή της κυβέρνησης των επαναστατημένων Ελλήνων, κινήθηκαν εναντίον του ελληνικά στρατεύματα, επικεφαλής των οποίων βρισκόταν το πρώην πρωτοπαλίκαρο του οπλαρχηγού, Γιάννης Γκούρας. Το σχετικό διάταγμα, που άνοιγε νέο εμφύλιο πόλεμο στη Ρούμελη, όταν μερικές μέρες πριν ο Ιμπραήμ πατούσε το Μοριά, έχει ως εξής:
«Επειδή ο εχθρός ετοιμάζεται να εισβάλη και από το μέρος της ανατολικής Ελλάδος, με ικανάς δυνάμεις και ελπίδα να κατορθώση ό,τι μέχρι τούδε δεν εκατόρθωσε.
Επειδή ο αντιπατριώτης Οδυσσεύς συνεννοούμενος μετά των εχθρών της Πατρίδος κινείται και αυτός ήδη με σκοπόν να παραδώση εις τους εχθρούς τας ελευθέρας επαρχίας της Ανατολικής Ελλάδος.
Και επειδή είναι ανάγκη να ληφθώσιν εγκαίρως τα αναγκαία διά την ασφάλειαν των μερών μέτρα.
Δυνάμει του άρθρου ν' και να' του Νόμου της Επιδαύρου
Διατάττει
Α'. Ο στρατηγός Γκούρας διορίζεται να μεταβή εις την ανατολικήν Ελλάδα με όλους τους υπό την οδηγίαν του την άμεσην στρατιώτας.
Β'. Ο στρατηγός Στάθης Κατζικόγιαννης και Νικόλαος Γριζιώτης και λοιποί Αρχηγοί των εκεί προσδιορισθέντων σωμάτων θέλουν υπόκεινται υπό τας αμέσους διαταγάς του ειρημένου στρατηγού.
Γ'. Το υπουργείον του Πολέμου να ενεργήση τη διαταγήν ταύτην, συντροφεύον τον διαληφθένταν Αρχηγόν με τας αναγκαίας οδηγίας.
Τη 20 Φεβρουαρίου 1825. Ναύπλιον
Ο Πρόεδρος
Γεώργιος Κουντουριώτης
Γκίκας Μπότασης, Αναγνωστάκης Σπηλιωτάκης, Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, Ιωάννης Κωλέττης
Ο Γεν. Γραμματεύς Α. Μαυροκορδάτος»14
Το ότι ο Ανδρούτσος είχε έρθει σε συνεννόηση με τους Τούρκους δεν αμφισβητείται ούτε από τους επικριτές του, ούτε από τους υποστηρικτές του. Οι πρώτοι, όμως, μιλούν για προδοσία, ενώ οι δεύτεροι για τη συνηθισμένη τακτική του Οδυσσέα να ξεγελά τον αντίπαλο με σκοπό το όφελος του επαναστατικού αγώνα. «Ο Οδυσσεύς - λέει στην Αναμνήσεις του ο γαμπρός και συναγωνιστής του Εδουάρδ Τρελλώνη15 - πώποτε δεν επρόδοσεν, ήτον ο ειλικρινέστερος πατριώτης και ο στρατηγικώτερος ανήρ της ελληνικής επαναστάσεως... κατέφυγε εις τους Τούρκους, ίνα απειλήση την αχαλινώτως διώκουσαν αυτόν κυβέρνησιν και ίνα φέρη τον τουρκικόν στρατόν εις τας χείρας των Ελλήνων. Ητον γενικόν στρατήγημα των τε Ελλήνων και Τούρκων να προσποιώνται προδοσίαν, όπως ο εις παγιδεύση τον άλλον». Τα ίδια πάνω - κάτω λέει κι ο Ν. Σπηλιάδης στα απομνημονεύματά του16. Ομως, και η ίδια η συμπεριφορά του Οδυσσέα όταν τα ελληνικά στρατεύματα στράφηκαν εναντίον του δεν είναι συμπεριφορά προδότη, δεδομένου ότι απέφυγε να χτυπηθεί μαζί τους στηριζόμενος στην τουρκική βοήθεια που εύκολα μπορούσε να εξασφαλίσει. Ο Γκούρας μάλιστα στις εκθέσεις του προς τους ανωτέρους του κατηγορεί το Οδυσσέα ως δειλό, επειδή απέφευγε να συγκρουστεί μαζί του17.
Τελικά, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος παραδόθηκε στους διώκτες του, οι οποίοι, αντί να τον αφήσουν ελεύθερο όπως του είχαν υποσχεθεί18 τον οδήγησαν στην Αθήνα και τον φυλάκισαν στην Ακρόπολη. Μάλιστα, όταν τον περνούσαν από τους δρόμους της πόλης, φρόντισαν και για τη δημόσια διαπόμπευσή του. «Η υπόληψή του - γράφει ο Καρλ Μέντελσον19 - είχε ξεπέσει εξ αιτίας των μηχανορραφιών των αντιπάλων του και το πλήθος τον σκαμπίλιζε στο δρόμο, καθώς τον περνούσαν». Τελικά, τη νύχτα 4 προς 5 Ιουνίου του 1825, αφού πρώτα τον βασάνισαν για να τους πει πού είχε κρυμμένους θησαυρούς, τον δολοφόνησαν, συνθλίβοντάς του τα γεννητικά όργανα και στη συνέχεια οργάνωσαν τη σκηνοθεσία ότι ο θάνατός του προήλθε από την προσπάθειά του να δραπετεύσει20. Ο Σπηλιάδης σημειώνει πως τη διαταγή έδωσε ο Γκούρας κατ' εντολή της κυβέρνησης ή του Κωλέτη21. Προφανώς έτσι έγινε, δεδομένου ότι, όπως μας πληροφορεί ο Μακρυγιάννης, τον Γκούρα «τον έτυπτε η συνείδησή του διά το κάμωμα οπούκαμεν εις τον Δυσσέα»22.
Τη δολοφονία του Ανδρούτσου παραδέχονται κι εκείνοι οι ιστορικοί που είναι εχθρικά διακείμενοι μαζί του. Ο Σπυρίδωνας Τρικούπης γράφει23: «Ο Ανδρούτσος, αφού έμεινε αρκετό καιρό στο στρατόπεδο του Γκούρα ανενόχλητος, στάλθηκε στο μοναστήρι του Δομπού πάνω στον Ελικώνα και ύστερα μεταφέρθηκε στην Ακρόπολη της Αθήνας, φυλακίστηκε στον πύργο της, βασανίστηκε για να φανερώσει το μέρος όπου έκρυβε την περιουσία του και τη νύχτα της 4ης Ιουλίου (σ.σ. πρόκειται για λάθος, Ιούνιος ήταν) πνίγηκε και ρίχτηκε έξω από τον πύργο. Το πτώμα του βρέθηκε την άλλη μέρα στο λιθόστρωτο έδαφος της Απτέρου Νίκης. Επρεπε όμως να καλυφθεί το έγκλημα και γι' αυτό το λόγο οι ένοχοι διαστρέβλωσαν την αλήθεια, διέδωσαν ότι κόπηκε το σχοινί με το οποίο είχε δεθεί για να δραπετεύσει την ώρα που κοιμούνταν οι φύλακες και ότι σκοτώθηκε πέφτοντας από ψηλά. Θέλησαν μάλιστα να δικαιώσουν τις απόψεις τους με ιατρική νεκροψία, αλλά το έγκλημα δεν ήταν δυνατόν να καλυφθεί». Ο Διονύσης Σουμερλής συμπληρώνει24: «Διά διαταγής της Διοικήσεως εκδομένης κατ' αίτησιν του Γκούρα θανατώνεται, αποπνιγείς κατά μέσην νύκταν, και από του πύργου καταρρίπτεται κατά γης. Ο εκτελεστής του θανάτου ήτο ιερεύς στρατιωτικός, όστις εξεδικήθη εναντίον αυτού, διά το προς τους ιερείς μίσος, καταδρομήν και κακά, πραχθέντα υπ' εκείνου. Ο δε θάνατος ούτος επλάσθη άλλως πώς διά τας τότε περιστάσεις, ότι δηλ. θέλων ο Οδυσσεύς να καταβή από του πύργου, εκόπησαν τα σχοινία με τα οποία ήτον δεμένος, και ούτως εθανατώθη».
Στην πραγματικότητα, ήταν τόσο παιδαριώδη τα επιχειρήματα των κρατούντων περί δήθεν απόπειρας απόδρασης του Οδυσσέα που είχε ως κατάληξη το θάνατό του, που δεν τα πήρε στα σοβαρά κανείς λογικός άνθρωπος εκείνη την εποχή. Ο James Emerson - Αγγλος ανταποκριτής, τότε, στην Ελλάδα - γράφει25: «Υπάρχουν τόσα περιστατικά που αναιρούν αυτή την εκδοχή ώστε κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλει ότι ο Οδυσσέας θανατώθηκε με κυβερνητική εντολή. Ούτε πως μηχανεύτηκαν αυτή την ιστορία - της απόπειρας με σκοινί που κόπηκε - για να καλύψουν τη βλακώδη αδυναμία τους να τον παραπέμψουν σε δίκη. Τον έτρεμαν ακόμα και φυλακισμένο και δεν κατόρθωσαν να τον καταδικάσουν από έλλειψη πειστικών αποδείξεων. Πρώτα πρώτα ο στρατιώτης που κατάφερε να του προμηθεύσει ένα τόσο μεγάλο σκοινί για να κατέβει από ύψος 20- 25 μέτρων θα ήταν επίσης σε θέση να διευκολύνει την απόδρασή του με συνηθισμένους τρόπους... Επειτα ο Οδυσσέας δεν ήταν τόσο ανόητος να επιχειρήσει αυτή τη μέθοδο φυγής, την πιο δύσκολη και πιο επικίνδυνη. Γιατί κι αν κατόρθωνε να φτάσει σώος στο έδαφος, έπρεπε να ξεφύγει από τους φρουρούς και ύστερα να ανοίξει δύο ισχυρές πύλες και να υπερπηδήσει πολλούς τοίχους πριν φτάσει στην άκρη του βράχου. Και τα τείχη της Ακρόπολης ήταν ο πιο σπουδαίος και πιο φοβερός φραγμός που έπρεπε να διαβεί κι όχι το ύψος του βενετικού κάστρου».
Εχουμε συνηθίσει να λέμε ότι η Ιστορία γράφεται από τους νικητές και συνεπώς η δική τους εκδοχή για τα γεγονότα είναι αυτή που μένει. Τούτο είναι εν μέρει αληθινό, διότι ο τελικός λόγος της Ιστορίας δεν είναι ποτέ η ιστορία των νικητών. Στις 25 Δεκεμβρίου του 1898, 73 χρόνια μετά το θάνατο του Οδυσσέα, στην εφημερίδα «ΚΑΙΡΟΙ» δημοσιεύτηκε η αφήγηση ενός αυτόπτη μάρτυρα της δολοφονίας του Οδυσσέα, του ταγματάρχη της Φάλαγγας Κωνσταντίνου Καλατζή. Την αφήγηση είχε διασώσει ο δικηγόρος Σπ. Φόρτης. Ο Καλατζής βεβαιώνει πως τον Οδυσσέα δολοφόνησαν ο Τριανταφυλλίνας, ο Τζαμάρας και ο Μαμούρης κι ένας στρατιώτης Σουλιώτης, του οποίου το όνομα δε θυμόταν. Προσθέτει, δε, πως το θύμα αντιστάθηκε, αλλά, όπως ήταν δεμένος με αλυσίδες, δεν είχε ελπίδα. Την επόμενη μέρα πήγε και είδε το πτώμα του νεκρού και δίνει την εξής περιγραφή: «Το στόμα του ήταν καταματωμένον, το επάνω και κάτω χείλος του ήταν κομμένα σαν δαχτυλίδι στρογγυλά, σα να τα χτύπησε κανείς, να τα 'κοψε με το στόμα ντουφεκιού ή πιστόλας. Ο λαιμός του είχε μαυρίλαις και σημάδια από νύχια. Εστάλη ένας άλλος ιατρός να κάμη νεκροψίαν και έκθεσιν περί του θανάτου του. Εμαθα δε ότι επειδή επιστοποίησεν ότι ο θάνατος προήλθεν εκ βίας, διότι τα σημεία αυτής ήσαν φανερά, έσχισαν την έκθεσιν αυτού και έκαμαν άλλη διά της οποίας εβεβαιούτο ότι του στρατηγού ο θάνατος προήλθεν εκ πτώσεως αυτού από μέρους υψηλού»26.
Ο νεκρός Οδυσσέας τάφηκε στο μικρό Ναό των Ασωμάτων στους πρόποδες της Ακροπόλεως και μετά από οκτώ χρόνια η γυναίκα του πραγματοποίησε εκταφή των οστών, τα οποία κατέθεσε σε κάποιον από τους ναούς της πόλης. Εν τω μεταξύ ο διασυρμός του αγωνιστή συνεχιζόταν και μετά το θάνατό του. Για σαράντα ολόκληρα χρόνια, τον αναθεμάτιζαν ως προδότη και κανείς δεν ήξερε πού βρίσκονται τα οστά του. Εδέησε όμως, έστω και καθυστερημένα, η πολιτεία να αναγνωρίσει την προσφορά του ήρωα και να του αποδώσει τις στοιχειώδεις τιμές, την Κυριακή 21/2/1865 κατά την τέλεση μνημοσύνου στη Μητρόπολη και τη μετακομιδή των οστών του στο Α' Νεκροταφείο. Φαίνεται πως η αστοτσιφλικάδικη ολιγαρχία χρειαζόταν αυτά τα σαράντα χρόνια για να ξεπεράσει τον τρόμο που της προκαλούσε ο Οδυσσέας ακόμη και νεκρός. Εστω κι έτσι, έστω και αργά, αυτή η δικαίωση ήταν σημαντική για το τυπικόν της υπόθεσης, διότι επί της ουσίας στη συνείδηση του λαού ο Ανδρούτσος ήταν πάντα δικαιωμένος.

Παραπομπές:

1 Βλέπε ολόκληρο το Γράμμα: Δ. Φωτιάδη: «Η Επανάσταση του '21», εκδόσεις «Μέλισσα», τόμος 3ος, σελ. 124-126, Κάρπου Παπαδόπουλου: «Οδυσσεύς Ανδρούτσος και Γ. Βαρνακιώτης», στη σειρά «Απομνημονεύματα αγωνιστών του '21», εκδόσεις «Χ. Κοσμαδάκη», τόμος 12ος, σελ. 65-66 κ.ά.
2 Σ. Γρηγοριάδη: «Οδυσσέας Ανδρούτσος», στη σειρά «Αφορισμένοι από το κατεστημένο», εκδόσεις «Μπούζας», τόμος 5ος, σελ. 341-342
3 Δ. Φωτιάδη: «Η Επανάσταση του '21», εκδόσεις «Μέλισσα», τόμος 3ος, σελ. 142
4 Μπάμπη Αννινου: «Η απολογία του Οδ. Ανδρούτσου - η δολοφονία του», εκδόσεις «Μπάυρον», σελ. 17
5 Μπ. Αννινου, στο ίδιο, σελ. 9
6 Κωνστ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου: «Οδυσσεύς Ανδρούτσος - Ιστορική πραγματεία», Εν Αθήναις 1873, επανέκδοση «βιβλιοπωλείο Νότη Καραβία», σελ. 6
7 «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους», «Εκδοτική Αθηνών», τόμος ΙΒ', σελ. 114
8 Κάρπου Παπαδόπουλου: «Οδυσσεύς Ανδρούτσος και Γ. Βαρνακιώτης», στη σειρά «Απομνημονεύματα αγωνιστών του '21», εκδόσεις «Χ. Κοσμαδάκη», τόμος 12ος, σελ. 65-66
9 Μπ. Αννινου στο ίδιο, σελ. 28
10 Φωτάκου: «Απομνημονεύματα», εκδόσεις «Χαρ. Μπούρας», τόμος Α' σελ. 472
11 Δ. Φωτιάδη, στο ίδιο, σελ. 124
12 Δημήτρη Κ. Νικόλη: «Ιστορική Πορεία του Ελληνικού Εθνους - Η επανάσταση του 1821», Αθήνα 1975, σελ. 216
13 Γ. Κορδάτου: «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», εκδόσεις «20ός αιώνας», τόμος X, σελ. 461
14 Δ. Φωτιάδη, στο ίδιο, σελ. 129
15 Εδουάρδ Τρελλώνη: «Αναμνήσεις της Ελληνικής Επαναστάσεως», εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον Νότη Καραβία», σελ. 1
16 Ν. Σπηλιάδη: «Απομνημονεύματα διά να χρησιμεύσωσιν εις τη νέα ελληνικήν ιστορίαν», τόμος Β' σελ. 251, 411-412 κ.α.
17 Κάρπου Παπαδόπουλου, στο ίδιο, σελ. 71-72
18 Γράφει ο Λάμπρος Κουτσονίκας στα Απομνημονεύματά του: «Οι οπλαρχηγοί Γκούρας, Βάσος και Κριεζώτης εδέχθησαν φιλοφρόνως τον Οδυσσέα και διά να μην έχη υποψίαν τινά μήτι τον κακοποιήσουν, ωρκίστησαν προς τούτο εις τη μονήν των Λιβανατών» (Βλέπε: Λάμπρου Κουτσονίκα: «Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», στη σειρά ««Απομνημονεύματα αγωνιστών του '21», εκδόσεις «Χ. Κοσμαδάκη», τόμος 6ος, σελ. 218)
19 Κ. Μέντελσον - Μπάρτολντυ: «Επίτομη ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», εκδόσεις «Τολίδη», σελ. 144
20 Γ. Κορδάτου, στο ίδιο, σελ. 462-463
21 Ν. Σπηλιάδη, στο ίδιο, τόμος Γ', σελ. 418
22 Ι. Μακρυγιάννη: «Απαντα: απομνημονεύματα - δίκη», εκδόσεις «Μέρμηγκα», τόμος β', σελ. 73
23 Σπ. Τρικούπης: «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», εκδόσεις «Νέα Σύνορα - Α. Α. Λιβάνη», τόμος 3ος, σελ. 212
24 Διονυσίου Σουμερλή: «Ιστορία των Αθηνών κατά των υπέρ Ελευθερίας Αγώνα», Εν Αθήναις, Τύποις Νικολάου Αγγελλίδου, σελ. 18- 119
25 Βλέπε: Κυριάκος Σιμόπουλος: «Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του '21», Εκδόσεις «Στάχυ», τόμος 4ος, σελ. 371-372
26 Φωτιάδη, στο ίδιο, σελ. 142-143


Γιώργος Πετρόπουλος
Ριζοσπάστης, 11/6/2006

http://e-oikodomos.blogspot.gr/

σχετικά:

Γιατί χάθηκε ο τάφος του Νικηταρά; Ο ηρωικός «τουρκοφάγος» σήμερα δεν έχει μνήμα, ούτε αναζήτησε κανείς τα οστά του


Ἡ «ἐφιαλτικὴ» ἀπὸ τοὺς κυβερνῶντες Ἀντιμετώπισις τῶν Ἀγωνιστῶν τοῦ 1821