Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Πως συνυπάρχουν το "Μη μου άπτου" προς την Μαγδαληνή με το "φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου" προς το Θωμά;



του Χρήστου Καρακόλη

Στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο διαβάζουμε ότι ο αναστάς Χριστός δεν επέτρεψε στη Μαρία τη Μαγδαληνή να τον αγγίξει («μη μου άπτου», Ιω. 20,17). 

Μια εβδομάδα όμως αργότερα, καλεί ο ίδιος τον Θωμά να βάλει το δάκτυλό του στον τύπο των ήλων (Ιω. 20,24-29). 

Πώς συμβιβάζονται τα δύο αυτά γεγονότα;
Η φράση του Αναστάντος «μη μου άπτου· ούπω γαρ αναβέβηκα προς τον Πατέρα μου», αποτελεί μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες και δυσερμήνευτες φράσεις της Καινής Διαθήκης. 

Όπως σωστά επισημαίνεται στην ερώτηση που δίνει αφορμή για την εξέταση αυτού του χωρίου, φαίνεται να αποτελεί αντίφαση το ότι ο Χριστός από τη μία πλευρά δεν επιτρέπει στη Μαρία τη Μαγδαληνή να τον ακουμπήσει, διότι ακόμη δεν έχει ανέβει προς τον Πατέρα του, και από την άλλη, στο τέλος του ιδίου κεφαλαίου του κατά Ιωάννην ευαγγελίου, και πάλι πριν ακόμη αναληφθεί προς τον Πατέρα του, λέγει στο Θωμά: 

«Φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείρας μου, και φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός».

Εκ πρώτης όψεως η περίπτωση της Μαγδαληνής φαίνεται ασύμβατη και με άλλες διηγήσεις της Καινής Διαθήκης, που υπογραμμίζουν την υλική και σωματική διάσταση στην επικοινωνία του Αναστάντος με τους μαθητές του. 

Έτσι, στο ίδιο το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο ο αναστάς Κύριος μοιράζει στους μαθητές με τα χέρια του άρτο και ψάρια. Στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο εξάλλου οι μυροφόρες, κατά τη συνάντησή τους με τον Αναστάντα, «εκράτησαν αυτού τους πόδας και προσεκύνησαν αυτώ». 

Στο κατά Λουκάν ευαγγέλιο ο αναστάς Κύριος πιάνει το ψωμί, το ευλογεί, το κόβει και το μοιράζει στους δύο μαθητές με τους οποίους καταλύει καθ’ οδόν προς Εμμαούς, ενώ σε άλλη σκηνή του ίδιου ευαγγελίου τρώει ένα κομμάτι από ψητό ψάρι. 

Τέλος, και η έκφραση «συναλιζόμενος», που αναφέρεται συνολικά στην τεσσαρακονθήμερη επικοινωνία του Αναστάντος με τους μαθητές του στο βιβλίο των Πράξεων , δηλώνει σαφώς ότι ο Κύριος μετά την ανάσταση και μέχρι την ανάληψη συνέτρωγε με τους μαθητές και γενικώς είχε πολύ στενή και συχνή επαφή μαζί τους. 

Ως προς το περιστατικό της ψηλαφήσεως του Χριστού από τον Θωμά παρατηρούμε ότι το κείμενο αφήνει στην πραγματικότητα ανοικτό το αν όντως τελικά πραγματοποιήθηκε ή όχι αυτή η ψηλάφηση. Πράγματι ο Χριστός καλεί τον Θωμά να τον ψηλαφήσει, όμως εκείνος προχωρεί αμέσως στην ομολογία «ο Κύριός μου και ο Θεός μου», χωρίς να αναφέρεται ότι όντως έψαυσε τον Κύριο. 

Στο σημείο αυτό αρκετοί ερμηνευτές διατυπώνουν την άποψη ότι ο Θωμάς, έχοντας πλέον πιστέψει, δεν τολμά από δέος να ακουμπήσει τον Κύριο και Θεό του και περιορίζεται στην προαναφερθείσα ομολογία πίστεως. Σύμφωνα με αυτή την -ομολογουμένως όχι ιδιαίτερα πειστική- άποψη δεν υπάρχει κατ’ ανάγκην αντίφαση μεταξύ του «μη μου άπτου» και του «βάλε την χείρα σου εις την πλευράν μου», αφού ο Θωμάς δεν ανταποκρίθηκε στην τελευταία αυτή εντολή. 

Άλλοι ερμηνευτές θεωρούν ότι δεν υπάρχει κατ’ ανάγκην αντίφαση μεταξύ του «μη μου άπτου» και του γεγονότος ότι ο Χριστός παρουσιάζεται ορισμένες φορές να συντρώγει με τους μαθητές του και να τους μοιράζει άρτο και ψάρι, διότι αυτό δεν προϋποθέτει οπωσδήποτε και σωματική επαφή του μαζί τους. 

Ωστόσο, ακόμη και έτσι, παραμένει ανεξήγητο γιατί ο αναστάς Χριστός να μπορεί να έλθει σε επαφή με υλικά αντικείμενα, αλλά όχι με ανθρώπους. Ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία παρουσιάζει η αντιπαραβολή του «μη μου άπτου» προς την εικόνα, σύμφωνα με την οποία οι μυροφόρες κρατούν τα πόδια του Αναστάντος. 

Αυτό που στο ευαγγέλιο του Ιωάννη αρνείται ο Χριστός στη Μαγδαληνή Μαρία, το προσφέρει κατά τον Ματθαίο σε όλες τις μυροφόρες, συμπεριλαμβανομένης και της Μαρίας. 

Βέβαια, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι δύο διηγήσεις αλληλοσυμπληρώνονται ως εξής: Δεν επετράπη μεν στη Μαρία τη Μαγδαληνή να ακουμπήσει τον Κύριο κατ’ ιδίαν, αλλά στη συνέχεια, όταν απομακρύνθηκε με τις άλλες μυροφόρες από τον τάφο, επετράπη σε όλες μαζί να τον προσκυνήσουν ακουμπώντας τα πόδια του.

Όμως δεν είναι τόσο ο εναρμονισμός των δύο διηγήσεων που ενδιαφέρει εδώ, όσο κυρίως το ότι σύμφωνα με τη σαφή και ομόθυμη μαρτυρία των αναστάσιμων διηγήσεων, ο αναστάς Κύριος έχει υλικό σώμα. 

Μπορεί μεν να εμφανίζεται σε κλειστούς χώρους, χωρίς να χρειαστεί να ανοίξει κάποια θύρα και να εξαφανίζεται με τον ίδιο τρόπο, αλλά η αναστημένη ανθρώπινη φύση του δεν στερείται της σωματικής διαστάσεως. 

Μπορεί, με άλλα λόγια, το σώμα του να μην έχει τις ιδιότητες της ύλης που διαθέτουν τα δικά μας σώματα, τα οποία γεννήθηκαν και ζουν στον πεπτωκότα κόσμο και υπόκεινται στη φθορά και στο θάνατο· όμως το σώμα του Αναστάντος έχει την ποιότητα της υλικότητας που θα έχουν και τα δικά μας σώματα κατά την τελική ανάσταση των νεκρών. 

Δεν είναι οπτασία ή φάντασμα, αλλά ένα σώμα «εν αφθαρσία», «εν δόξη», «εν δυνάμει», ένα «σώμα πνευματικόν», για να χρησιμοποιήσουμε τις σχετικές εκφράσεις του αποστόλου Παύλου.

Εάν ο Χριστός δεν ανίστατο με το υλικό σώμα του, τότε το μνημείο δεν θα βρισκόταν κενό, ο ίδιος δεν θα συνέτρωγε με τους μαθητές του μοιράζοντάς τους ψωμί και ψάρι, και βέβαια κανείς δεν θα μπορούσε να τον αγγίξει. Γιατί λοιπόν το μοναδικό σε ολόκληρη την ευαγγελική παράδοση «μη μου άπτου» του Κυρίου προς τη Μαρία τη Μαγδαληνή;

Από την εξέταση της συνάφειας στην οποία εντάσσεται ο στίχος μας φαίνεται ότι η Μαρία η Μαγδαληνή βρίσκεται σε κατάσταση ταραχής και συγχύσεως. 

Αυτή είναι η πρώτη που διαπιστώνει ότι ο λίθος έχει αρθεί από την είσοδο του τάφου του Χριστού. Εν συνεχεία τρέχει και ανακοινώνει στον Πέτρο και στον Ιωάννη ότι πήραν τον Κύριο και είναι άγνωστο πού τον τοποθέτησαν. Οι δύο μαθητές σπεύδουν στο μνημείο, και μάλιστα ο αγαπημένος μαθητής πιστεύει βλέποντας τον τάφο κενό. 

Η Μαρία όμως εξακολουθεί να βρίσκεται σε σύγχυση, διότι εξαφανίσθηκε το νεκρό σώμα του αγαπημένου της διδασκάλου. Η σύγχυση και η έντονη συναισθηματική της φόρτιση φαίνονται από το ότι παραμένει πέρα από κάθε λογική έξω από το κενό μνημείο και κλαίει. 

Την ώρα εκείνη βλέπει μπροστά της δύο αγγέλους, αλλά δεν βρίσκεται σε κατάσταση να κατανοήσει την ταυτότητά τους. Έτσι απαντά στην ερώτησή τους γιατί κλαίει, λέγοντας για άλλη μια φορά ότι πήραν τον Κύριο της και δεν γνωρίζει πού τον τοποθέτησαν. 

Μόνη της στη συνέχεια γυρίζει προς τα πίσω και βλέπει τον Ιησού, τον οποίο όμως επίσης δεν αναγνωρίζει. Ο Ιησούς της απευθύνει την ίδια ερώτηση με τους αγγέλους και εκείνη, νομίζοντας πως είναι ο κηπουρός, τον παρακαλεί να της πει αν πήρε και πού έβαλε το σώμα του Κυρίου της, ώστε να μπορέσει να το πάρει πίσω.

Μόνο, όταν ο Αναστάς την προσφωνεί με το όνομά της, εκείνη συνέρχεται από τη σύγχυση στην οποία βρίσκεται, τον αναγνωρίζει και σπεύδει να τον αγγίξει ονομάζοντάς τον, όπως το συνήθιζαν οι μαθητές του, διδάσκαλο («ραββουνί» στα εβραϊκά). 

Ο Χριστός, όμως, με το «μη μου άπτου» που απευθύνει στη Μαρία δημιουργεί απόσταση και δεν επιτρέπει την εκδήλωση οικειότητας. 

Δεν το κάνει αυτό, επειδή αμφισβητεί την αγαθή της προαίρεση ή τη βαθιά αγάπη της, Το κάνει, για να της καταστήσει σαφές ότι δεν έχει μπροστά της απλώς ένα «ραββουνί», ένα σοφό διδάσκαλο, αλλά τον σαρκωθέντα και αναστάντα εκ νεκρών Υιό και Λόγο του Θεού.

Ακόμη και στην επίγεια ζωή του ο Χριστός δημιούργησε μερικές φορές με λόγους ή ενέργειές του απόσταση από αγαπητά του πρόσωπα, ώστε να γίνει κατανοητό ότι ως Θεός δεν μπορεί να καθοδηγηθεί από ανθρώπινες ανάγκες και επιθυμίες, αλλά έχει τον πλήρη έλεγχο των καταστάσεων και ενεργεί όταν και όπως ο ίδιος θέλει.

Ο Χριστός μάλιστα δικαιολογεί το «μη μου άπτου» με την προσθήκη της φράσεως «ούπω γαρ αναβέβηκα προς τον Πατέρα μου». Εδώ βέβαια ανακύπτει νέο πρόβλημα: 

Αν τώρα είναι απρόσιτος ο Χριστός, που δεν έχει ανεβεί ακόμη όταν Πατέρα του, πόσο μάλλον θα ισχύει αυτό, όταν θα έχει πλέον απομακρυνθεί οριστικά από τον κόσμο; 

Όμως το πρόβλημα αυτό μπορεί να λυθεί, αν διεισδύσουμε στο βάθος της θεολογίας που κρύβει αυτή η φράση.

Η Μαρία η Μαγδαληνή, όπως και η συντριπτική πλειονότητα αυτών που ακολουθούσαν πιστά τον Χριστό, δεν είχε μπορέσει να εισχωρήσει στο μυστήριο της θεότητάς του. 

Διαφορετικά δεν θα λυπόταν βλέποντας τον κενό τάφο, αλλά θα χαιρόταν καταλαβαίνοντας ότι ο Ιησούς αναστήθηκε, όπως το είχε προείπει. Τώρα λοιπόν που βλέπει μπροστά της τον Αναστάντα, τον προσεγγίζει εκ νέου ως τον διδάσκαλό της, που γι’ αυτήν δεν παύει να είναι ένας απλός άνθρωπος. 

Η αιτία της παρανοήσεως αυτής δεν βρίσκεται ασφαλώς στην ίδια, αλλά στο γεγονός ότι ακόμη δεν έχει λάβει το Άγιο Πνεύμα, που θα καταστήσει δυνατή την κατανόηση του προσώπου, του έργου και της διδασκαλίας του Κυρίου, που θα διανοίξει τον νου της και θα της δώσει τη δυνατότητα να τον κατανοήσει πραγματικά. 

Η αγάπη της Μαρίας για τον Χριστό δεν είναι αρκετή. Χρειάζεται και η ορθή γνώση γι’ αυτόν, την οποία θα της χορηγήσει το Άγιο Πνεύμα δίνοντας

Επομένως, η Μαρία η Μαγδαληνή δεν πρέπει να περιμένει ότι θα μπορέσει να «αγγίξει» το Χριστό, διότι ο Πατέρας του ακόμη δεν έχει στείλει το Άγιο Πνεύμα που θα ανοίξει το νου της και θα της δώσει τη δυνατότητα να έχει πρόσβαση στο πρόσωπο του αγαπημένου Κυρίου της. 

Αυτό το Άγιο Πνεύμα χορήγησε ο Αναστάς, ειδικά στους μαθητές του, ήδη προ της αναλήψεως και της πεντηκοστής. Τη δωρεά αυτή έλαβε και ο Θωμάς, παρά το γεγονός ότι έλειπε από τη σύναξη των μαθητών τη στιγμή της πνευματοδοσίας. 

Ο Θωμάς, εκπροσωπώντας και τους λοιπούς μαθητές, αναγνωρίζει και ομολογεί ότι ο Ιησούς είναι ο «Κύριος και ο Θεός» και βάσει αυτής της ομολογίας μπορεί πλέον να αγγίξει τον αναστάντα Χριστό, όχι απλώς ως τον αγαπημένο διδάσκαλο, αλλά ως τον σαρκωθέντα Λόγο του Θεού.

(Χρήστος Κ. Καρακόλης, «Ερμηνευτικές προσεγγίσεις»)