Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Περί "Αγυρτείας", "Απάτης" και "Αλητείας"...(θέμα για εξάσκηση: φέρτε στο νου σας διάφορα παράσιτα της κοινωνικής/πολιτικής ζωής (της ευρύτερης κατηγορίας των "ορνέων λαμογίων γυποκανθάρων") και "εντάξτε τους στην κατάλληλη υποκατηγορία"...)



Αγύρτης

Η λέξη αγύρτης προέρχεται από την επίσης αρχαία ελληνική λέξη αγυρτεία εκ του αιολικού τύπου άγυρις που σήμαινε συνάθροιση - αγορά. 

Κατ΄ άλλη εκδοχή ετυμολογείται από το συγγενές μ΄ αυτή αρχαίο ρήμα αγυρτάζω που σήμαινε "μαζεύω χρήματα" ή και "ζητώ ελεημοσύνη".

Οι "αγύρτες" εμφανίσθηκαν αρχικά ως ιερείς που περιερχόμενοι διάφορους τόπους στην αρχαιότητα μάζευαν χρήματα για τη λατρεία θεών. 

Κατά τους χρόνους της ελληνικής παρακμής οι αγύρτες περιφέρονταν με ξόανα θεών (ξύλινα αγάλματα) ευτελούς αξίας, ή άλλα ομοιώματα ιερών αντικειμένων τα οποία εξέθεταν σε λαϊκό προσκύνημα. 

Ταυτόχρονα επωφελούμενοι από τη συγκέντρωση του πλήθους, πρόσφεραν έναντι κάποιας αμοιβής ή σε ανταπόδοση γενναίων εισφορών, υπέρ του δήθεν ιερού σκοπού, ακόμη και ιατρικές συμβουλές, ψευδοφάρμακα, προφητείες, και όχι και σπάνια εκτελούσαν προετοιμασμένα "θαύματα". 

Με το πέρασμα όμως των χρόνων οι εν λόγω αγύρτες απέβαλαν τελικά τον αρχικό θρησκευτικό χαρακτήρα που συγκάλυπταν το επάγγελμά τους παρουσιαζόμενοι ως θαυματουργοί ιατροί που μπορούσαν να θεραπεύουν με μαγεία, βότανα και με κάθε δυνατό τρόπο "πάσα ασθένεια". 

Έτσι από πολύ νωρίς η ομηρική έκφραση «χρήματα αγυρτάζειν» προσέλαβε δυσφημιστική σημασία για τον καθένα "αγύρτη" που επιχειρούσε με τεχνάσματα να εξαπατήσει συναλλασσόμενό του.

Οι πλέον περιβόητοι αγύρτες λέγονταν μάλιστα «μητραγύρτες» ή «αγύρτες της Κυβέλης». Ο Αθηναίος στρατηγός Ιφικράτης αποκαλούσε μητραγύρτη τον άσωτο Καλλία (πολιτικό του αντίπαλο, επειδή ήταν μεν δαδούχος της θεάς Κυβέλης(¹), αλλά με την κακή έννοια. 

Μεταξύ των διάσημων αγυρτών στην αρχαιότητα αναφέρονται ο Εύδαμος (λαχανοπώλης που αυτοχαρακτηριζόταν βοτανολόγος), ο Χαρίτων, που με μαγικά θεράπευε την επιληψία κ.ά. 

Το είδος αυτό της ιατρικής αγυρτείας πολεμήθηκε από πολλούς αρχαίους σοφούς και προπάντων από τον Ιπποκράτη τους οποίους χαρακτήριζε «αργυρολόγους» (σύγχρονοι "δεκαρολόγοι"). 

Αλλά και ο Πλάτων καταφέρθηκε εναντίον τους, όταν είπε: "ο ακριβής ιατρός σωμάτων είναι άρχων, αλλ΄ ου χρηματιστής".

(¹) Πρόκειται για ιδιαίτερο κληρονομικό αξίωμα στην αρχαία Αθήνα.

Βυζαντινή περίοδος

Όμως και στο Βυζάντιο εμφανίσθηκαν κατά καιρούς διάσημοι τέτοιοι αγύρτες όπως ο Παμπρέπιος, ο Σεβηριανός, που έφθασαν ν΄ ανακατευθούν στη πολιτική ζωή του κράτους. Εναντίον αυτών καταφέρθηκε ο μεταγενέστερος ιστοριογράφος Ζωναράς.

Κατά τον ευρωπαϊκό μεσαίωνα παρόλο ότι η μαγγανεία τιμωρούνταν με θάνατο, η συμπεριφορά των αγυρτών της περιόδου εκείνης εκτός του ότι ήταν αναιδής ήταν και απροκάλυπτη προς τα θύματά τους. 

Ένας δε εξ αυτών επαναλάμβανε: "Καλοί άνθρωποι, το ελιξίριό μου λέγεται "απλοϊκότης", και επειδή πολλοί από σας είστε απλοϊκοί, τούτο εδώ εσάς αναζητά, και δεν μ΄ αφήνει να φύγω από εδώ" (!). 

Η μεγαλύτερη ακμή της αγυρτείας ήταν τον 16ο αιώνα στη Γαλλία. Μάλιστα οι Γάλλοι αγύρτες ήταν χωρισμένοι σε ομάδες με καταμερισμό εργασίας για την καλύτερη και ασφαλέστερη εξαπάτηση των θυμάτων τους. 

Έφεραν πολύχρωμες και περίεργες ενδυμασίες, ταξίδευαν με πολλές αποσκευές και πλήρωναν ακόμη για να συνοδεύονται από μουσικούς, σαλτιμπάγκους με θεάματα, προκειμένου να συγκεντρώνεται πλήθος στο οποίο και πουλούσαν φάρμακα και συνταγές. 

Περιβόητοι αγύρτες της εποχής ήταν ο Φίλιππος Ζιράρ, ο Ταμπαρέν, ο Καλλιόστρο κ.ά.

Σήμερα ως αγύρτες χαρακτηρίζονται τα πρόσωπα εκείνα που μη έχοντας επάγγελμα και μόνιμη κατοικία περιέρχονται διάφορους τόπους και με ψευδείς παραστάσεις ή ενέργειες και ιδίως δια του λόγου εξαπατούν συνήθως αμόρφωτους ή ανυποψίαστους πολίτες. 

Η εξαπάτησή τους συνίσταται κυρίως σε υπόσχεση θεραπείας έναντι αμοιβής σε χρήμα ή άλλου είδους παροχή. Για την ασφαλέστερη και αποτελεσματικότερη εκτέλεση των σκοπών τους παρουσιάζονται σε διαφορετικά πάντα μέρη ενδεδυμένοι ανάλογα του σκοπού τους. 

Πολλοί εξ αυτών επιδεικνύουν εκπληκτικό θράσος ακόμη και ενώπιον Αρχών με συνέπεια τον κάποιο προβληματισμό των δεύτερων πριν δράσουν ανάλογα. Όταν υποδύονται τον μάγο αφήνουν συνήθως μακριά μαλλιά και γενειάδα. 

Γεγονός όμως είναι πως ο ελληνικός λαός δεν τρέφει προς αυτούς καμία εκτίμηση. Με την μορφωτική άνοδο του λαού ο αριθμός των αγυρτών ελαττώνεται συνεχώς μέχρι να εκλείψουν τελείως.

Ο αγύρτης διαφέρει του απατεώνα ως προς τούτο: 

Ενώ και οι δύο παριστάνουν ψευδή πράγματα ως αληθινά ο μεν αγύρτης παριστάνει ως αληθή ψευδή πράγματα τα οποία και ο κοινός νους και η σχετική κοινωνική πείρα μπορεί εύκολα να ελέγξει ότι αυτά όντως είναι ψευδή. 

Αντίθετα ο απατεώνας παριστά ψευδή πράγματα ως αληθή που τις περισσότερες φορές δεν είναι εύκολη η αναγνώρισή τους ούτε και από ειδικούς, αν δεν γίνει προηγουμένως μια σε βάθος έρευνα, για παράδειγμα κάποιος πουλά κλοπιμαία ως δικά του. 

Λόγω της διαφοράς αυτής ο Ποινικός Κώδικας εκλαμβάνει την μεν αγυρτεία ως πταίσμα, με κράτηση στα Αστυνομικά καταστήματα, την δε απάτη ως πλημμέλημα ή ακόμη και ως κακούργημα ανάλογα της ζημίας που έχει επέλθει.

Επίσης ο αλήτης διαφέρει από τον αγύρτη στο ότι αν και περιφέρεται χωρίς μόνιμη κατοικία και επάγγελμα δεν εκμεταλλεύεται δια λόγου ή έργου δεισιδαιμονίες όπως ο αγύρτης, αλλά ζει είτε από φιλανθρωπίες ή διαπράττει περιορισμένες γενικά εγκληματικές πράξεις (κλοπές, μικροαπάτες, εκβιασμούς κ.λπ.) προκειμένου να συντηρείται. 

Για το λόγο αυτό και η αλητεία θεωρείται επικίνδυνη και τιμωρείται ως πλημμέλημα με ειδικό νόμο.

Γενικά ο βίος του αγύρτη θεωρείται άτιμος και ανήθικος. 

Στον Αστικό Κώδικα προβλέπεται γονέας να μπορεί ν΄ αποκληρώσει τον αγύρτη γιο του, καθώς και το αντίστροφο, εφόσον όμως η αγυρτεία είναι αποδεδειγμένη κατά τον χρόνο θανάτου.

Πηγές
Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου τ.1ος, σ.384.