Πρόσφυγας σημαίνει λιποτάκτης...

"Η Συγχώρηση αυτού που σε έβλαψε, σε περιφρόνησε, σε διέβαλλε, σε επιβουλεύτηκε, σε εχθρεύτηκε (αδικώντας σε) καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μια ανώτερη ηθική πράξη. Εξίσου υψηλή ηθική αξία έχει το να ζητήσει κάποιος ειλικρινή Συγχώρηση για τα δεινά που προκάλεσε (με τις πράξεις ή/και με την απραξία του) σε κάποιον άλλον. Με μια ΔΙΑΦΟΡΑ. Το δεύτερο έχει αξία ΜΟΝΟΝ όταν απευθύνεται σε κάποιον κατώτερο από πλευράς κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ισχύος. Τι αξία μπορεί να έχει άραγε μια «Συγγνώμη» που απευθύνεται σε κάποιον «ανώτερο κοινωνικά» (και «ισχυρότερο») όπου εάν τολμήσεις να μην ζητήσεις «συγγνώμη» (συνοδευόμενο δε με πολλαπλάσια «αποκατάσταση» ζημιών) γι’ αυτά που του έκανες όταν ήταν «κατώτερος» μπορεί να σε συντρίψει «ανταποδοτικά» αλλά και «προς παραδειγματισμό» κάθε άλλου (κατώτερου αλλά και «ανώτερου») που θα αποτολμήσει τα ίδια;"

Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Μόνον η Αναρχοαριστερά έχει δικαίωμα να μιλά για ΒΙΑ...ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΚΙ ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΑ...Ιδού ένα "δείγμα"...


Ο ρόλος και η αξία της «θεϊκής βίας» στο επαναστατικό κίνημα

Δημήτρης Αργυρός, 17 Μαρτίου 2014

"...σε κάθε περίπτωση ας χαρούμε τις στιγμές που σπέρνουμε το επαναστατικό χάος και ας απολαύσουμε τα ελάχιστα ακόμη απελευθερωμένα απάνεμα λιμάνια..."

Η βάση του παρακάτω κειμένου είναι η ομιλία μου που έγινε στην Λάρισα το Σάββατο 15 Μάρτη στο στέκι paratod@s με θέμα το ρόλο της βίας στο λαϊκό – επαναστατικό κίνημα. Ευχαριστώ τους συντρόφους που για δεύτερη χρονιά με κάλεσαν να συζητήσουμε.

Καντιανός ηθικισμός 

Φίλες και φίλοι, συντρόφισσες και σύντροφοι να μου επιτρέψετε να αρχίσω την ομιλία μου με μια μικρή ιστορική και φιλοσοφική περιήγηση. Στον επαναστατικό τρόμο της καθαρής ηθικής του Ροβεσπιέρου, ο Καντ είδε την δική του θεωρία περί κατηγορικών ηθικών προσταγών, αν και τρόμαξε από την ματωμένη εφαρμογή της. Μια τρομοκρατία της ηθικής/ αρετής που πρέπει να εφαρμόζεται απαράκλητα και διιστορικά επάνω σε όποιον παραβιάζει τις αρχές της.
Πρόκειται για μια επαναστατική αστικοδημοκρατική αντίληψη που σε ένα ταξικό επίπεδο έκφρασε τις αντιλήψεις περί ηθικής/ αρετής της μεσαίας τρίτης τάξης που ήθελε την πολιτική εξουσία από την φεουδαρχική/ αριστοκρατική ελίτ. 

Κατακτώντας ήδη σε μεγάλο τμήμα- κύρια- της Ευρώπης την οικονομική εξουσία. Ταυτόχρονα ήταν μια αυστηρή ηθική πρόταση που βέβαια ταίριαζε σε προτεστάντες, παρά σε καθολικούς, που διαχωρίζονταν από τους βρώμικους χωρικούς και προλεταρίους που ήταν πλημυρισμένοι από ανομολόγητα πάθη.

Αυτοί όμως οι βρώμικοι χωρικοί, μικροαστοί και προλετάριοι ήταν που έκαναν την ένδοξη επανάσταση, αυτοί όταν που στήριξαν σε μεγάλο βαθμό την αστική επαναστατική τρομοκρατία του Ροβεσπιέρου, γιατί κατανόησαν πως η επανάσταση πρέπει να φτάσει στα άκρα, να γίνει διαρκής, αδιάκοπη, καθολική. 

Τούτο ερχόταν σε σύγκρουση τόσο με τον Ροβεσπιέρο, την πλειοψηφία των Ιακωβίνων και την πλειοψηφία των αστών.

Με την ηθική της γκιλοτίνας η άκρα αριστερά της αστικής τάξης επιχείρησε να επιβάλει την ηγεμονία της τρίτης τάξης τόσο στους πάνω, όσο και στους κάτω, την ίδια στιγμή όμως η τρομοκρατία της αρετής των Ιακωβίνων τρόμαξε την αστική τάξη.

Με την διαίσθηση μιας κυρίαρχης τάξης κατανόησε πως δεν την συμφέρει ο επαναστατικός τρόμος. 

Α) Γιατί κρατούσε τους χωρικούς, τους μικροαστούς και τους ελάχιστους- ακόμη- προλεταρίους σε μια επαναστατική εγρήγορση, ενώ σιγά, σιγά έπρεπε να μπουν στα σπίτια τους, να γυρίσουν στα χωράφια τους, να επιστρέψουν στις εργασίες τους. 

Β) Απέναντι στην επαναστατημένη πλέμπα έπρεπε να συμμαχήσει με την παλαιά αριστοκρατική ελίτ και τους μικροαστούς που είχαν αρχίσει να κερδίζουν από την νέα τάξη πραγμάτων. 

 Γ) Κατανόησαν πως η εξασφάλιση της επαναστατικής ηγεμονίας/κυριαρχίας περνάει μέσα από την παγκοσμιοποίηση των πολιτικών και ιδεολογικών τους αντιλήψεων και μεθόδων και αυτό επιχείρησαν να το πράξουν με την εξαγωγή της επανάστασης τους δια του Βοναπάρτη.

Η ήττα της εξαγωγής της αστικής επανάστασης οδήγησε την αστική τάξη σε μεγαλύτερο συμβιβασμό με την αριστοκρατία μπροστά στο κίνδυνο του οργανωμένου πλέον προλεταριάτου. 

 Αυτή η μεταγιακωβίνικη κουτσουρεμένη ανάγνωση του διαφωτισμού, μαζί με τον γερμανικό κρατισμό και τον αγγλοσαξονικό φιλελευθερισμό έγινε από τότε το κυρίαρχο μοντέλο του δυτικού καπιταλισμού.

Η ιακωβίνικη ηθικίστικη αστικοδημοκρατική επαναστατική αντίληψη μπορεί να την απέρριψε η κυρίαρχη πλέον αστική καπιταλιστική τάξη, θα συναντήσουμε όμως -πότε ως ηγεμονικό και πότε ως μειοψηφικό τμήμα- σε όλα τα επαναστατικά κινήματα του 19ουκαι 20ου αιώνα. Είτε αυτά ήταν αστικά, είτε λαϊκά, είτε εργατικά.

θα την συναντήσουμε και σε όλες τις αντικαπιταλιστικές/ αντιιμπεριαλιστικές επαναστάσεις, είτε με μαρξιστικό μανδύα, είτε με αναρχικό μανδύα. Θα το συναντήσουμε στα αντάρτικα πόλης, όπως στην περίπτωση της 17Ν, με τον «επαναστατικό» ηθικισμό να καθαρίσουμε την κοινωνία από τα καθάρματα της ΛΜΑΤ.

Και αυτό είναι απόλυτα εξηγήσιμο: τα συγκεκριμένα κινήματα και επαναστάσεις παρόλο που μιλούσαν στο όνομα του μαρξισμού και των μαρξισμών, του αναρχισμού και των αναρχισμών, εν πολλοίς εκπροσωπούσαν και έκφραζαν μικροαστικά, αστικά στρώματα, αντιλήψεις και προσδοκίες.

Επιδίωκαν την οικοδόμηση μιας νέας τάξης πραγμάτων, δηλαδή με την μεσσιανική γλώσσα του Μπένγιαμιν ήταν κινήματα και ρεύματα μιας «μυθικής βίας» που οικοδομεί μια νέα τάξη και όχι μιας «θεϊκής βίας» που καταστρέφει την παλαιά τάξη, δίχως να οικοδομήσει μια νέα. Η «θεϊκή βία» είναι κύριο χαρακτηριστικό μια γνήσιας προλεταριακής επανάστασης που δεν στοχεύει να οικοδομήσει μια νέα τάξη πραγμάτων, αλλά μια απελευθερωμένη κοινωνία.

Η μαμή της ιστορίας 

Στο Μαρξ «Η βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας που κυοφορεί μια καινούρια», υπονοώντας πρώτιστα στην βία που ασκεί η άγρια διαδικασία διαμόρφωσης της αστικής κοινωνίας σε ρήξη με την παλιά φεουδαρχική κοινωνία και ιδιαίτερα στη «Γένεση του βιομήχανου κεφαλαιοκράτη», ο οποίος διαμορφώθηκε ακριβώς χάρη στη βίαιη και αναγκαστική απαλλοτρίωση των αγροτών, την περίφραξη των χωραφιών, που λειτούργησαν ως ισχυροί και αιματοβαμμένοι «επιταχυντές» της γέννησης του καπιταλισμού με τον διαχωρισμό του από τον παλιό φεουδαρχικό κόσμο. 

Αναφέρεται στην βια της πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου- μια διαδικασία που για πολλούς μαρξιστές επαναλαμβάνεται διαρκώς και μάλιστα ύστερα από μεγάλες κρίσεις- την βία της αποικιοκρατίας που καταστρέφει πολιτισμούς και παραδόσεις αλλά αναπτύσσει την βιομηχανία. 

 Αναπτύσσει τις νέες παραγωγικές δυνάμεις που σε ενθέτω χρόνο θα συγκρουστούν με τις καπιταλιστικές σχέσεις. Ας μην ξεχνάμε πως η φράση «Η βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας που κυοφορεί μια καινούρια», βρίσκεται ακριβώς στο τέλος του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου», στο έβδομο μέρος, το αφιερωμένο στη «Διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου», και στο εικοστό τέταρτο κεφάλαιο με τίτλο «Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση».

Δηλαδή ο Μαρξ με ένα ξεκάθαρο χεγκελιανό τρόπο αντιμετωπίζει την βία ως μια πονηρία της ιστορίας.

Δευτερεύοντος βέβαια αναφέρεται στην επαναστατική προλεταριακή βία, στο βαθμό που το προλεταριάτο ως εκμεταλλευόμενη τάξη , την γεννάει ο καπιταλισμός και στην συνέχεια αυτή η κοινωνική τάξη τον αμφισβητεί σε τέτοιο βαθμό, που επιθυμεί την ανατροπή του. 

Δίχως βέβαια το ίδιο το προλεταριάτο πολλές φορές να κατανοεί πως η βίαιη ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος απαιτεί την καθολική καταστροφή της καπιταλιστικής σχέσης, άρα και του προλεταριάτου ως ενότητα και αντίθεση, μαζί με το κεφάλαιο. 

Ας θυμηθούμε μια άλλη μαρξική έκφραση: η ιστορία είναι ιστορία της πάλης των τάξεων….και η πάλη αυτή τελειώνει με τη ριζική αναδιοργάνωση της κοινωνίας και την εξαφάνιση και των δύο βασικών ανταγωνιζόμενων τάξεων»

Αυτή η διαλεκτική στο Κ, Μαρξ, αμφισβητήθηκε δυο φορές. Την πρώτη με την κομμούνα του Παρισιού όπου οι μικροαστοί νοικοκυραίοι του Παρισιού ανέτρεψαν επαναστατικά για πρώτη φορά το καπιταλιστικό σύστημα, έστω και σε μια πόλη. 

Διαμορφώνοντας όμως το σχετικό πλαίσιο που σε αυτό οι κλασικοί του μαρξισμού είδαν την εικόνα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Είδαν το τρόπο διοίκησης μιας εργατικής δημοκρατίας.

Η δεύτερη περίπτωση είναι η συζήτηση μεταξύ του Μαρξ και των Ρώσων ρομαντικών αντικαπιταλιστών των ναρόντνικων. Στον επαναστατικό εκσυγχρονισμό της Ρώσικης κοινότητας του mir ο Μαρξ είδε ένα τρόπο να φτάσουμε στο σοσιαλισμό δίχως την τραγικότητα και την βαρβαρότητα, δίχως την βία της πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου. 

 Ο ίδιος άρχισε να μαθαίνει Ρώσικα και προέβλεψε πως η επανάσταση μπορεί να μιλήσει και Ρώσικα, σε αντίθεση με ένα σχετικό αντισλαβισμό των πρότερων χρόνων, που έβλεπε στους Σλάβους μια καθυστερημένη, υποταγμένη μάζα.

Η επαναστατική βούληση: από τους αναρχικούς στους μπολσεβίκους 

Σε μια συγκεκριμένη κλασική αναρχική άποψη από την άλλη, η βουλησιαρχική εικόνα της εξίσου χεγκελιανής πρότασης «η χαρά της καταστροφής είναι χαρά δημιουργική» οδηγεί σε πολλές περιπτώσεις την επαναστατική προλεταριακή και λαϊκή βία να παίζει ένα πρωταρχικό ρόλο, που δεν αντιλαμβάνεται τις αντικειμενικές συνθήκες. 

Που δεν περιμένει να ωριμάσουν οι συνθήκες και να συνειδητοποιηθεί η πλειοψηφία των προλετάριων. Επιδιώκοντας άμεσα και συγκρουσιακά να οικοδομηθεί μια ελεύθερη κοινωνία. Ή από την άλλη με ένα μηδενιστικό- αλλά εξίσου ηρωικό τρόπο- να τιμωρήσει και να καταστρέψει τον παλαιό κόσμο ή τους εκφραστές του.

Στην αναρχική βία πολλές φορές τα φαντάσματα του ηθικισμού του Καντ, της αρνητικότητας του Χέγκελ, και του – σπινοζικού τύπου- επαναστατικής καταφατικότητας του Νίτσε διαπλέκονται σε τέτοιο μεγάλο βαθμό, που η βία αποκτά μια αυτοαναφορικότητα που αντανακλά ένα στυλ και ένα τρόπο ζωής.

Η επαναστατική αναρχική βουλησιαρχία κύρια μέσα από την οπτική και την δράση των Ρώσων μηδενιστών, επηρέασε καθοριστικά το Ρώσικο μαρξιστικό επαναστατικό ρεύμα των μπολσεβίκων. 

Διαμόρφωσε για δεκαετίες ένα επαναστατικό συγκρουσιακό περιβάλλον που πάνω του πάτησε η επαναστατική θύελλα του Οκτώβρη και οι μπολσεβίκοι.

Είναι λίγο, πολύ γνωστές, οι σχέσεις μίσους και έρωτα, που έτρεφε ο Λένιν για τους Ρώσους επαναστάτες αναρχικούς, μηδενιστές, και ναρόντνικους. Και αυτό όχι μόνο γιατί ο αδερφός του άνηκε σε αυτό το ρεύμα.

Πολιτικά και θεωρητικά βρίσκονταν αντίκρυ τόσο στο οικονομικό ντετερμινισμό που απέρρεε από την δευτεροδιεθνιστική ανάγνωση- προϊόν και ο ίδιος του δευτεροδιεθνιστικού μαρξισμού- και τον σλαβοκεντρισμό των παλαιών μπολσεβίκων. 

Βρέθηκε δηλαδή αντικρύ τόσο στον οικονομιστή Μπουχάριν, τον κεντριστή Στάλιν, όσο και στον διεθνιστή και ορθόδοξο μαρξιστή Τρότσκι.

Ο τελευταίος μέσα από μια κρατικίστικη- μαρξιστικά ορθόδοξα αντίληψη- χρησιμοποίησε το μπολσεβίκικο κρατικό μηχανισμό ενάντια στους αντιπάλους των μπολσεβίκων, όπως ήταν και οι αναρχικοί με αποκορύφωμα την Κρονστάνδη. 

Ενώ είναι γνωστές οι απόψεις του Τρότσκι για την κρατικοποίηση των συνδικάτων και την στρατιωτικοποιήση της εργασίας. Απόρροια της ταύτισης εργατικού κράτους και σοσιαλισμού.

Αντιλήψεις που πολεμήθηκαν τόσο από το Λένιν, τον Στάλιν, όσο και από την εργατική αντιπολίτευση. Βέβαια ήταν ο Στάλιν που στην συνέχεια έκανε πράξη τόσο την κρατικοποίηση των συνδικάτων όσο και την στρατιωτικοποιήση της εργασίας, καθώς και την βίαιη κολεκτιβοποίηση των αγροτών, θυμίζοντάς μας την βια της πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου.

Οικοδομώντας τον καταπιεστικό κρατικό μηχανισμό ενός νέου αστικού κρατικοκαπιταλιστικού κράτους. Και το δυστύχημα είναι πως δεν υπήρχαν οι δυνατότητες να κτίσει τίποτε άλλο, πάρα ένα αστικό κρατικοκαπιταλιστικό κράτος.

Ήταν σοβαρή κριτική που άσκησε η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο κομματικό/ κρατικό αυταρχισμό των μπολσεβίκων, μα τα ζητήματα κρίθηκαν και κρίνονται στο επίπεδο της παραγωγικής διαδικασίας και της οικονομίας.

Και εκεί φάνηκε πως η επαναστατική σχάση του χρόνου, το επαναστατικό άλμα που γίνεται μέσα σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο δεν απαντάει σε βάθος στα ζητήματα της οικονομικής και πολιτιστικής καθυστέρησης. 

Ο ίδιος ο Λένιν έλεγε πως είναι λάθος να θεωρούμε το κρατικό καπιταλισμό της ΕΣΣΔ, μοντέλο σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Και πως είμαστε χαμένοι αν δεν νικήσει η επανάσταση στην αναπτυγμένη Γερμανία.

Έχοντας και ο ίδιος όπως και όλοι οι μπολσεβίκοι μια αυταπάτη για την επαναστατική δυνατότητα/ ικανότητα του προλεταριάτου. 

 Η ιστορία των επαναστάσεων του 20ου αιώνα έδειξε πως υπάρχει μια μη- δυνατότητα των προλεταρίων να μείνουν ,δια μακρόν, τάξη για τον εαυτό τους. 

Η μόνη δυνατότητα που χει το προλεταριάτο είναι ολότελα αυτή την κεφαλαιακή σχέση, άρα και την δική του ταυτότητα.

Και η ανάπτυξη τόσο του προλεταριάτου, όσο και των καπιταλιστικών παραγωγικών δυνάμεων δεν δημιουργούσαν τους υποκειμενικούς και αντικειμενικούς όρους για να καταστραφεί τόσο τα προλεταριάτο, όσο και το κεφάλαιο και να αναδειχτεί η δυνατότητα των ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών. 

 Όπως θα δούμε πως συμβαίνει στην σημερινή κρίση και υπερανάπτυξη του καπιταλιστικού συστήματος.

Και από αυτή την οπτική η Κρονστάνδη ήταν ένα αντικειμενικό γεγονός- καταδικαστέο μεν, αντικειμενικό δε- που δεν συσχετίζεται με το πρόσωπο του Τρότσκι, αλλά με τις κεφαλαιοκρατικές ανάγκες της αναπαραγωγής της ΕΣΣΔ. 

Ο ίδιος ο Τρότσκι στην συνέχεια φαίνεται να μετάνιωσε για την Κρονστάνδη, αλλά μέχρι το τέλος της ζωής του υπερασπίστηκε την ΕΣΣΔ ως ένα ημιτελή σοσιαλισμό, ως ένα εκφυλισμένα γραφειοκρατικά εργατικό κράτος.

Οι ανάγκες της αναπαραγωγής αυτού του ιδιόμορφου μεταεπαναστατικού κρατικοκαπιταλιστικού κράτους και της κυριαρχίας ενός νέου- αστικού επί της ουσίας- στρώματος, προερχόμενο από την μικροαστική τάξη των χωρικών που αναβαπτίσθηκαν στο μπολσεβίκικο κόμμα, ως προλετάριοι κομμουνιστές έφερε στην εξουσία, την εκφυλισμένα ιακωβίνικη σταλινική τάξη, με την αντεπαναστατική κρατική βία της.

Όλα τα παραπάνω σε σχέση με την επανάσταση και την αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ, όπως και όλες τις επαναστάσεις και τις αντεπαναστάσεις, δεν πρέπει να μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως είναι μάταιο να γίνονται επαναστάσεις γιατί το πλέον σύνηθες είναι να οδηγούνται στην αντεπανάσταση.

Το εναντίον: μια επανάσταση μπορεί να χάνει και να εκφυλίζεται, μα η αξία, η σπουδαιότητα και η χρησιμότητα της κρίνονται μέσα στο μακρύ ιστορικό γίγνεσθαι. Και έχει αποδειχθεί πως οι επαναστάσεις σαν μια άλλη πονηρία της ιστορίας, πάνε τα πράγματα τόσο μπροστά, ετοιμάζοντας τον δρόμο για να γίνουν κτήμα των ανθρώπων και της κοινωνίας.

Η επαναστατική βουλησιαρχία που εμπνέεται από την διαλεκτική της αρνητικότητας, «η χαρά της καταστροφής είναι χαρά δημιουργική», επηρέασε καθοριστικά όλα τα επαναστατικά μαρξιστικά κινήματα του 20ου αιώνα. 

Είτε μιλάμε για κινήματα πλειοψηφικής απεύθυνσης, όπως το μαοϊκό ρεύμα, είτε μειοψηφικής απεύθυνσης, όπως το γκεβαρικό ή αυτού του δυτικοευρωπαϊκού αντάρτικου πόλης. Αλλά ακόμη και το ορθόδοξα μαρξιστικό τροτσκιστικό ρεύμα στην Λατινική του εκδοχή, αλλά και στην Αλγερία «έπαιξε» με την συγκεκριμένη αντίληψη.

Ταυτόχρονα η επαναστατική βουλησιαρχία συνδέεται- άρρητα πολλές φόρες- και με ρεύματα ρομαντικού αντικαπιταλισμού που απορρέουν από τις πολιτιστικές και πολιτικές παραδόσεις των χωρών που αναπτύσσονται τα συγκεκριμένα κινήματα. 

Κάτω από αυτή την οπτική ακόμη και ο πατριωτισμός, ο εθνικισμός, ο ριζοσπαστικός ισλαμισμός ή η θεολογία της απελευθέρωσης – παρόλο που είναι αστικά ρεύματα- αποκτούν αντικειμενικά αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά. 

Χαρακτηριστικά αντίστασης, εξέγερσης, λαϊκής αντιβίας, αλλά όχι επαναστατικής προλεταριακής αντιβίας. Τα γεγονότα έδειξαν πως όπου οι συγκεκριμένες δυνάμεις πήραν την εξουσία γρήγορα εκφυλίστηκαν σε κομματικές δικτατορίες, δημιουργώντας μια δική τους άρχουσα τάξη.

Από το Μάη του 68 στην κριτική των όπλων 

Η επαναστατική βουλησιαρχία έκανε την εμφάνιση του και στις καπιταλιστικές μητροπόλεις ύστερα από το Μάη του 68. Εμφανίστηκε με δυο τρόπους: ο πρώτος με ένα μαζικό συγκρουσιακό τρόπο μητροπολιτικής κοινωνικής και προλεταριακής αντιβίας που κατάφερνε να «απελευθερώνει» χώρους και τόπους, γεννώντας το κίνημα της αυτονομίας.

Η σύγκρουση αυτού του μαζικού αναρχοκομμουνιστικού- επί της ουσίας ρεύματος- κορυφώθηκε στην Ιταλία την δεκαετία του 1970. 

Η σύγκρουση ήταν τόσο, μα τόσο βίαιη που δίχασε τις πολιτικές δυνάμεις, με το ΚΚΙ να υπερασπίζεται την καπιταλιστική τάξη, φέρνοντας την χώρα στα πρόθυρα εμφυλίου ταξικού πολέμου.

Η στρατιωτική ήττα αυτού του κινήματος, οδήγησε εκατοντάδες χιλιάδες αγωνιστές σε αντιλήψεις μη-βίας και οικοδόμησης κοινωνικών εστιών, κέντρων, σε μια πολιτική και φιλοσοφική αντίληψη απελευθέρωσης χώρων και τόπων, που σε ένα βάθος χρόνου, θα αδειάσουν και δεν θα ανατρέψουν τον καπιταλισμό.

Η εν λόγω ρεφορμιστική μετα/αυτόνομη πολιτική αντίληψη απέκτησε μαζικά χαρακτηριστικά μετά το 1990 με την «πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού». Έχοντας ως κύριους εκφραστές τον σπινοζικό Νέγκρι που με ένα αντεστραμμένο μαρξικό αντικειμενισμό βλέπει παντού και σε όλα τον κομμουνισμό του πλήθους.

Και τον Χολογουέι που με μια κλασική μαρξιστική και Λουκατσιανή μέθοδο επιχειρεί να αποδείξει πως μπορούμε να υπερβούμε τον εκφυλισμό που επιφέρει η κατάκτηση της εξουσίας. 

Η επαναστατική αρνητικότητα όμως στο Χολογουέι δεν τον οδηγεί στην επαναστατική αναίρεση τόσο του κεφαλαίου, όσο και του προλεταριάτου, δηλαδή σε ένα διακύβευμα κομμουνιστικοποιήσης, αλλά στην κυριαρχία του μη-φετιχικοποιημένου δημιουργικού πράττειν, που θα συνυπάρχει για μακρόν με την φετιχοποίηση του κεφαλαίου.

Το καλύτερο παράδειγμα των πολιτικών τους αντιλήψεων παραμένουν οι Ζαπατίστας που σε αυτούς, οι συγκεκριμένοι στοχαστές είδαν μια γραμμή ανατρέπουμε τον καπιταλισμό χωρίς να πάρουμε την εξουσία. 

Φυσικά οι ίδιοι οι Ζαπατίστας δεν θεωρούν πως το δικό τους παράδειγμα αποτελεί καθολικό παράδειγμα για μια επαναστατική επαναθεμελίωση του 21ου αιώνα.

Στην πατρίδα δε αυτών των απόψεων την Ιταλία, που στον 20ο αιώνα αποτέλεσε μήτρα επαναστατικών κινήσεων και στοχαστών δεν κινείται φύλλο, με τον Νέγκρι να υμνεί την ΕΕ, και την αριστερά- κομμουνιστική και μετακομμουνιστή- να βλέπει το ΣΥΡΙΖΑ και τον Τσίπρα ως σωτήρες.

Αντίστοιχα μερικές χιλιάδες αγωνιστές αυτού του μαζικού αυτόνομου συγκρουσιακού κινήματος της δεκαετίας του 70 οδηγήθηκαν στην παρανομία και στην στράτευση τους στους λενινιστές των ερυθρών ταξιαρχιών ή στην στράτευση τους σε αντίστοιχες ένοπλες γκεβάρικες ή αυτόνομες ομάδες.

Ο χώρος της ένοπλης αμφισβήτησης και σύγκρουσης είναι ο δεύτερος τρόπος που εμφανίζεται η επαναστατική βουλησιαρχία στις δυτικές μητροπόλεις. 

Πρόκειται για μια καθολικού τύπου πολιτική και υπαρξιακή στράτευση με διαφορετικά βέβαια πολιτικά χαρακτηριστικά από περιοχή σε περιοχή και από ομάδα σε ομάδα.

Από την αριστερούς εθνικιστές Βάσκους της ΕΤΑ, την αναρχοκομμουνιστική ομάδα της γαλλικής άμεσης δράσης, την RAF ως το ένοπλο τμήμα της παγκόσμιας αντιιμπεριαλιστικής επανάστασης στην Γερμανία, τους λενινιστές των ερυθρών ταξιαρχιών, τους εργατιστές του ΕΛΑ που επιχείρησαν να γίνουν ο ένοπλος βραχίονας του νέου εργατικού κινήματος της μεταπολίτευσης, καθώς και τους λαϊκούς τιμωρούς της 17Ν, η γκάμα είναι μεγάλη, μα ο στόχος ίδιος.

Να γίνουν το ένοπλο επαναστατικό παράδειγμα για την επαναστατική συνειδητοποίηση και την χειραφέτηση των Ευρωπαίων προλεταρίων και στην συνέχεια κάποιοι με πιο λενινιστές καταβολές θεωρούσαν πως έπρεπε να μετατραπούν στους φωτισμένους καθοδηγητές του ευρωπαϊκού προλεταριάτου. 

Μια συνειδητοποίηση που δεν ήρθε ποτέ και το δυτικοευρωπαϊκό αντάρτικο πόλης στρατιωτικά και πολιτικά ηττήθηκε.

Η επαναστατική βουλησιαρχία λειτουργεί σαν τον τυφλοπόντικα της ιστορίας, περιμένει τα ιστορικά ανοίγματα για να αγκαλιαστεί από τις επιθυμίες και τα πάθη των λαϊκών μαζών ή των πλέον συνειδητοποιημένων τμημάτων της λαϊκής και προλεταριακής μάζας καθώς των αποστατών της αστικής τάξης.

Χωρίς αυτόν ο μαρξισμός θα ήταν μια στεγνή οικονομίστικη θεωρία που θα είχε ως στόχο την υπερανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που σε ενθέτω χρόνο θα συγκρούονταν με τις παραγωγικές σχέσεις. Μια σύγκρουση που θα οδηγούσε στην συνειδητοποίηση το προλεταριάτο.

Από την άλλη πλευρά μόνος του ο επαναστατικός βουλησιαρχισμός, χωρίς την μαρξική διαλεκτική οδηγείται σε μια σύγκρουση για την σύγκρουση, σε μια υπαρξιακή επί της ουσίας, στράτευση και αντιπαράθεση, σε ένα νέο μηδενισμό. 

Σε ένα μηδενισμό που στις σημερινές συνθήκες της ολοκληρωτικής εξαθλίωσης/ αλλοτρίωσης , έχει πιο πολύ να κάνει με τον μηδενισμό της εμπορευματικής κοινωνίας, παρά με τον επαναστατικό μηδενισμό των Ρώσων αναρχικών.

Και αυτό δυνητικά μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην επανεμφάνιση ενός μητροπολιτικού φασιστικού κινήματος που στο επίπεδο του δρόμου μπορεί να καλύψει το κενό που αφήνει η απουσία επαναστατικών χειραφετικών ρευμάτων, πόσο μάλλον όταν αυτές ταυτίζονται με ανελεύθερα καθεστώτα ή συμπλέουν με αστικές δυνάμεις, όπως στην Ουκρανία.

Η επαναστατική βία στην υπηρεσία της κομμουνιστικοποίησης 

Ας δούμε λοιπόν πως σήμερα μπορούν να συνδυαστεί η επαναστατική βουλησιαρχία με την μαρξική διαλεκτική με στόχο την «θεϊκή προλεταριακή βία» και όχι μια «μυθική αστική ή μικροαστική βία».

Καταρχήν μπορούμε να πούμε πως η καθοριστική διαφορά ανάμεσα στην «θεϊκή προλεταριακή βία» και την «μυθική αστική ή μικροαστική βία» είναι το κατά πόσο δημιουργεί όρους μιας πλατιάς χειραφέτησης των ενεργών υποκειμένων.

Έτσι ώστε αυτά τα υποκείμενα να ελέγχουν σε καθολικό βαθμό το κοινωνικό γίγνεσθαι, τους καθολικούς όρους ύπαρξης και να μην μεταβιβάζουν τον έλεγχο- με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- σε τρίτους.

Και αυτό στο επίπεδο του ταξικού πολέμου και της ένοπλης αντιπαράθεσης δεν μπορεί να συμβεί δημιουργώντας ειδικά σώματα που θα συγκρούεται με τις δυνάμεις του καπιταλιστικού συστήματος, έξω από την μαχόμενη επαναστατική κοινότητα. Αυτό το ειδικό σώμα αργά ή γρήγορα θα πάρει τα ηνία της εξουσίας.

Όταν μιλάμε όμως για ενεργά υποκείμενα τι εννοούμε;; Πρώτιστα το προλεταριάτο και τα προλεταροποιημένα μικροαστικά στρώματα. Όχι όμως ως προλετάριοι ή προλεταριάτο που σχετίζονται με την συσσωρευμένη νεκρή εργασία δηλαδή το κεφάλαιο. 

 Αλλά σαν προλετάριοι, σαν προλεταριάτο που καταστρέφει αυτή την διαλεκτική σχέση που έχει με το κεφάλαιο και κατά συνέπεια καταστρέφει και την δική τους ταυτότητα.

Έτσι κι αλλιώς η ίδια η υπερανάπτυξη του κεφαλαίου εδώ και πολύ καιρό έχει αποδομήσει την εργατική ταυτότητα, με την καθολική υπαγωγή της στο κεφάλαιο, και την πλήρη εμπορευματοποίηση των πάντων. Και αυτό δημιουργεί τις αντικειμενικές δυνατότητες για την επαναστατική καταστροφή της κεφαλαιακής σχέσης, την καταστροφή του κεφαλαίου και του προλεταριάτου.

Στην προηγούμενη φάση των παχιών καπιταλιστικών αγελάδων αυτό έπαιρνε το χαρακτήρα της εμπορευματικής μικροαστικοποίησης του προλεταριάτου στην δύση ή της λουμπενοποίησης του στις αναδυόμενες βιομηχανικά χώρες. Σήμερα στην πιο βαθιά παγκόσμια καπιταλιστική κρίση η προλεταριακή μάζα λουμπενοποιείται και στην Ευρώπη, για αυτό και η άνοδος του φασισμού.

Κατά αυτό τον τρόπο όμως φτάνουμε σε μια διελκυστίνδα: ή το λουμπενοποιημένο προλεταριάτο θα μετατρέπεται σε όχλο και πλέμπα, εξυπηρετώντας τις ντόπιες και παγκόσμιες καπιταλιστικές ελίτ και τις φασιστικές- παρακρατικές συμμορίες ή θα αυτοργανωθεί σε μια μη-τάξη, καταστρέφοντας κάθε κοινωνική και πολιτική τάξη, απαλλοτριώνοντας σε καθολικό βαθμό τον τεράστιο πλούτο που έχει μαζευτεί στα χέρια ελάχιστων.

Κατά αυτήν την έννοια η διαδικασία της καταστροφής του υπάρχοντος κόσμου δεν είναι καταστροφή για την καταστροφή, δεν έχει μια καταστροφική αυτοαναφορικότητα, αλλά είναι μια πονηρία της ιστορίας, που σε ένα βάθος χρόνου θα μετουσιώσει και θα μετατρέψει τις κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού και τις παραγωγικές τεχνολογικές δυνάμεις, σε κάτι που θα είναι πιο κοντά στα μέτρα του έλεγχου μιας κοινότητας των ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών.

Αυτό δεν συνεπάγεται πως θα απαρνηθεί το επαναστατικό προλεταριάτο πρόσκαιρα να κατακτήσει την εξουσία σε μια χώρα ή σε μια σειρά από χώρες, περιμένοντας την παγκόσμια επανάσταση να ξεσπάσει. Η επανάσταση εν πολλοίς είναι αγώνας για την εξουσία και η διαλεκτική της έχει περίεργες διαδρομές. 

 Ένας αγώνας που γίνεται συχνά σε συνθήκες που δεν έχουν επιλέξει οι επαναστάτες. Ούτε θα αρνηθεί να χρησιμοποιήσει τα επιτεύγματα του καπιταλιστικού πολιτισμού μέχρι να δημιουργηθούν τα νέα.

Η καθολική επαναστατική αρνητικότητα οδηγεί στην κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο καθολικός έλεγχος των όρων ζωής του. Και αυτό δεν δημιουργεί κράτος, δηλαδή μια διαχωρισμένη εξουσία. 

 Αν όμως η απόπειρα μείνει στα μισά του δρόμου, αν δεν καθολικοποιηθεί χρονικά, χωρικά και παγκόσμια τότε το κράτος και το κεφάλαιο θα ξαναδημιουργηθούν και το προλεταριάτο θα έχει χάσει όμως την μάχη, μπορεί και τον πόλεμο, καθώς θα ξαναδημιουργηθούν στρώματα ειδικών της διοίκησης, της άσκησης εξουσίας η της βίας.

Ο ρόλος των πρωτοπόρων πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων είναι μέσα από το παράδειγμα τους να ενισχύσουν την συνειδητή επαναστατική λύσσα των καταπιεσμένων και να μην μετατρέπονται σε σωτήρες τους. 

 Και ευτυχώς στις μέρες μας η καπιταλιστική τεχνολογία βοηθά σε ένα σημαντικό βαθμό στο να υπερβούμε την δικτατορία των ειδικών και των καθοδηγητών.

Ίσως και να πρόκειται για την πλέον απόλυτη μορφή της έννοιας της δικτατορίας του προλεταριάτου, της μόνης τάξης που το ξαναλέμε για να απελευθερωθεί, θα πρέπει να καταστρέψει τόσο τον αντίπαλο όσο και την ταυτότητα της.

Είναι δικτατορία μιας συνειδητής μη- τάξης, ενός μη- υποκειμένου που βρίσκεται απέναντι τόσο στις μορφές της δημοκρατίας ως γενική βούληση, και σίγουρα απέναντι στην δικτατορία κάποιων κομματοκρατών, γραφειοκρατών.., συνδικαλιστών και νεοαστών. Είναι μια απόλυτα μάχιμη, καθολικά επαναστατική κοινότητα.

Επανάσταση και ανθρώπινη ζωή 

Η «θεϊκή προλεταριακή βία» δεν κάνει φετίχ την ανθρώπινη ύπαρξη, ούτε όμως θεωρεί πως οι εκτελέσεις αντιπάλων ενισχύουν την χειραφετική προσπάθεια. Το εναντίον θα έλεγα γιατί δημιουργούν όπως ξαναείπαμε κάποιους ειδικούς της βίας. 

Όπως συνέβη και με το δυτικοευρωπαϊκό αντάρτικο όταν αποκόπηκε η έπαψε να υπάρχει ένα πλατύ κίνημα γύρω του. 

Το ίδιο ισχύει και με τις τωρινές εκφράσεις του αντάρτικου πόλης είτε στην εκδοχή του αριστερού αντάρτικου, είτε στην εκδοχή του αναρχικού μηδενιστικού αντάρτικου.

Εξάλλου η χειραφέτηση ή μια χειραφετημένη κοινωνία συμπεριλαμβάνει και πρώην εκμεταλλευτές ακόμη και φασίστες. 

Πόσο μάλλον που η καπιταλιστική σαπίλα έχει αγκαλιάσει όλα τα κοινωνικά στρώματα και τις κοινωνικές τάξεις.

Σίγουρα μια σύγκρουση με όλα τα μέσα θα έχει και νεκρούς, και μπορεί να έχει και πολλούς νεκρούς, μα πιστεύω πως μια από τις πρώτες αποφάσεις μιας μεταεπαναστατικης κοινωνίας θα πρέπει να είναι η κατάργηση της θανατικής καταδίκης εφόσον υπάρχει και των ισοβίων δεσμών.

Το ζήτημα της βίας, του επιπέδου και της ποιότητας της βίας σε σχέση με το επαναστατικό κίνημα είναι τεράστιο και με σαφή τρόπο συνδέεται με το ποιος ηγεμονεύει και κυριαρχεί σε μια επαναστατική διαδικασία και προς τα πού θέλει να το πάει το καράβι.

Είναι μια συνισταμένη αντικειμενικών και υποκειμενικών διεργασιών. Πιστεύω πως όποιος κάνει επανάσταση ξεκινάει από τις καλύτερες των προθέσεων, μα συχνά, συχνότατα ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος από καλές προθέσεις. 

 Μα και από την άλλη ο δρόμος προς τον παράδεισο, ίσως και να περνάει μέσα από την γνωριμία της κόλασης. Εγελιανά οι καλές προθέσεις που οδηγούν στην κόλαση, την μετατρέπουν σε μια πονηρία της ιστορίας που μας ανοίγει την πόρτα για τον παράδεισο.

Όπως και να χει το θέμα, το ταξίδι είναι ακόμη μακρύ και εμείς ταξιδευτές με αβέβαιο προορισμό, σε κάθε περίπτωση ας χαρούμε τις στιγμές που σπέρνουμε το επαναστατικό χάος και ας απολαύσουμε τα ελάχιστα ακόμη απελευθερωμένα απάνεμα λιμάνια.

Δημήτρης Αργυρός